Θοδωρής Δρίτσας: Έχουμε μπροστά μας κάποια στάδια – ορόσημα

Αντιστοιχεί σε μας η επείγουσα ευθύνη να αναβαθμίσουμε το πολιτικό προγραμματικό σχέδιό μας

ΒΟΥΛΗ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΠΑΠΑΔΗΜΟΥΛΗΣ Δ ΔΡΙΤΣΑΣ Θ

Τη συνέντευξη πήρε
ο Παύλος Κλαυδιανός

Δεν ήταν ευνοϊκό πεδίο, μετά την απόφαση του Eurogroup, για τον κ. Κ. Μητσοτάκη η συζήτηση για την οικονομία. Γιατί το ζήτησε;
Ακριβώς γι’ αυτό. Η κυβέρνηση, όντως, έχει πλέον βάσιμα επιχειρήματα για τη θετική πορεία της οικονομίας. Αυτό αποσυντονίζει το αφήγημα της ΝΔ. Ζήτησε τη συζήτηση υπολογίζοντας στην επικοινωνιακή υπεροπλία που διαθέτει όχι ως κόμμα, αλλά ως σύστημα συναλλασσόμενων οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων. Ποντάροντας σε αυτήν την υπεροπλία, τρέμει στην ιδέα να αισθανθούν οι πολίτες ελπίδα και αισιοδοξία. Πάση θυσία επιδιώκουν να μην κεφαλαιοποιήσει πολιτικά η κυβέρνηση όσα πέτυχε, καθόσον είναι αυταπόδεικτο ότι με τους δικούς της χειρισμούς και με τις μεγάλες θυσίες βέβαια, φτάσαμε σ’ αυτό το θετικό αποτέλεσμα. Είναι εφιάλτης για την αντιπολίτευση κάθε κυβερνητική επιτυχία. Αποσταθεροποιεί το καταστροφολογικό αφήγημά της και της προκαλεί πανικό.

Ο παράγοντας «Μακεδονικό»

Όντως, διότι ο παράγοντας, τελικά, που θα κρίνει και τις εκλογικές τάσεις είναι ο οικονομικός και όχι το Μακεδονικό. Η δική σου αίσθηση;
Με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε, ότι η απόφαση του Eurogroup σταθεροποιεί σε αυτή τη φάση τα πράγματα και κλείνει την περίοδο των μνημονίων, δηλαδή των δεσμευτικών δανειακών συμβάσεων, ενώ χαράσσει 15ετή κατ’ ελάχιστον διάδρομο ασφαλείας, για την εξυπηρέτηση του χρέους. Αυτό που είπε και ο Μοσκοβισί, ότι δεν υπάρχει τέταρτο μνημόνιο, είναι κόλαφος για τον κ. Μητσοτάκη και τη ΝΔ. Περιοριστικές πολιτικές ασφαλώς θα υπάρχουν, αλλά υπάρχουν σ’ όλη την ΕΕ και την ευρωζώνη. Και αυτό όντως είναι το πρόβλημα. Το τέχνασμα, λοιπόν, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έφερε τέταρτο μνημόνιο κατέρρευσε. Είναι λόγος πανικού αυτό, γιατί η ΝΔ είναι δύσκολο να κάνει αναδιάταξη αφηγήματος, καθώς καταρρέει το βασικό της αφήγημα. Ο άλλος πόλος του αφηγήματός της είναι κι αυτός κατασκευασμένος. Είναι η Συμφωνία των Πρεσπών, το Μακεδονικό. Με τη στάση της ενισχύει μετατοπίσεις προς την ακροδεξιά, από τις οποίες δεν μπορεί να επωφεληθεί διότι οι πάντες καταλαβαίνουν ότι η πολιτική της είναι πολιτική στρουθοκαμήλου. Όταν δικαιώνεται και υλοποιείται η επί είκοσι και παραπάνω χρόνια «εθνική πολιτική», δηλαδή η σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό erga omnes, εκείνη εφευρίσκει πολιτικά τεχνάσματα για να διαφοροποιηθεί. Είναι μια ακόμη επιβεβαίωση, το καταλαβαίνουν οι πάντες, ότι ο πανικός της είναι να μην αναγνωρισθεί, ούτε κατ’ ελάχιστο, η οποιαδήποτε επιτυχία στην κυβέρνηση. Ακόμα και για ζητήματα που αδιαμφισβήτητα απαιτούν χειρισμούς υψηλής ευθύνης.

Παρόλα αυτά, η τακτική της αυτή, δεν αποτρέπει το ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος στα δεξιά της, ακροδεξιό. Είναι ορατός ο εκνευρισμός στη ΝΔ.
Αδυνατώ να αξιολογήσω με βεβαιότητα, αν πράγματι θα έχουμε τέτοιες εξελίξεις. Ο ακροδεξιός χώρος διεκδικείται από παντός είδους «στρατηγούς» (συνήθως χωρίς στρατό), που ο καθένας απ’ αυτούς έχει τις δικές του εμμονές και φιλοδοξίες που λειτουργούν ως βαρίδια. Μπορεί, πάντως, πράγματι, να φοβάται η ΝΔ και κάτι τέτοιο. Εκείνο όμως που φοβάται πιο πολύ η ΝΔ, νομίζω, και είναι το πιο σημαντικό, είναι το γεγονός ότι η Συμφωνία των Πρεσπών είναι τελικά μια πατριωτική συμφωνία αλήθειας, δημοκρατικής λύτρωσης και ιστορικής προοπτικής, εάν την δει κανείς στην ολότητά της. Είναι η συμφωνία που επιτρέπει να υπάρχει στα βόρεια σύνορά μας μια Δημοκρατία, ένα κράτος που θα οργανωθεί με τους διεθνείς και τους δικούς του κανόνες και όρους, που όμως με ανέκκλητο και κατηγορηματικό τρόπο κλείνει το θέμα της αμφισβήτησης συνόρων, της σύγχυσης ως προς την ιστορική διαδρομή και την πολιτιστική ταυτότητα των δύο λαών, κλείνει το θέμα των αλυτρωτισμών και των μειονοτήτων από κάθε μεριά. Τα κλείνει όλα αυτά δημιουργικά, διευκολύνοντας το αυτονόητο, να λειτουργήσει δηλαδή, με όρους δημοκρατικούς, ένα κράτος στα βόρεια σύνορά μας, η ύπαρξη του οποίου ενισχύει εκ των πραγμάτων τη συνεννόηση των λαών της Βαλκανικής και την ασφάλεια στη περιοχή, αποθαρρύνοντας την αναζωπύρωση νέων εθνικισμών.

Συμπεραίνεις, δηλαδή, ότι το Μακεδονικό ως ζήτημα που κυριαρχεί στο δημόσιο λόγο θα υποχωρήσει;
Εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό και από την ποιότητα της πολιτικής δουλειάς του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης αυτήν την περίοδο. Είναι πολύ κεντρικό ζήτημα αυτό. Πρέπει να τα εξηγήσουμε αυτά στον κόσμο, με αυτοπεποίθηση. Να συζητήσουμε με όλους, με στόχο να γίνει η Συμφωνία κοινά αποδεκτή από την πλειοψηφία των κοινωνιών των δύο χωρών.

Πρόβλημα η μη συμφωνία των ΑΝΕΛ

Τέθηκε, όμως, ζήτημα αστάθειας της κυβέρνησης, ιδίως αυτή την εβδομάδα, με τη στάση των ΑΝΕΛ. Έγιναν διαδοχικές τοποθετήσεις του κ. Καμμένου, όπως και την Πέμπτη στη Βουλή. Ποια η εκτίμησή σου;
Προφανώς το ότι σε ένα μείζον θέμα όπως είναι η Συμφωνία με τη FYROM ο ένας κυβερνητικός εταίρος δεν συμφωνεί, συνιστά πρόβλημα. Δεν χρειάζεται να το κρύψουμε. Δεν συνιστά πρόβλημα, όμως, για την έγκριση της Συμφωνίας, γιατί ακριβώς επειδή είναι θέμα μείζονος σημασίας εθνικού και στρατηγικού χαρακτήρα, αφορά στο σύνολο του Κοινοβουλίου και των πολιτικών δυνάμεων. Δεν είναι πλέον ζήτημα ενδοκυβερνητικής συνεννόησης. Αυτό ολοκληρώθηκε. Επομένως η Βουλή, πράγματι, θα δώσει τη λύση. Είναι γεγονός ότι οι ΑΝΕΛ είχαν έτσι κι αλλιώς αυτή τη θέση, όμως, αυτό δεν αποτέλεσε ποτέ αντικείμενο της προγραμματικής συνεργασίας μας. Προέκυψε τώρα. Και αυτό συνιστά όντως ένα ζήτημα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η «δεδηλωμένη», όπως επιχειρεί η αντιπολίτευση για να ρίξει την κυβέρνηση.
Πραγματικό, όμως, και πολύ-πολύ σημαντικό ζήτημα τίθεται αναφορικά με τις αναγκαίες νέες συγκλίσεις στη νέα περίοδο, μετά τα μνημόνια. Έχουμε πολλά να πούμε και πρέπει να κουβεντιάσουμε για το τι είδους ανασύνταξη και πρόοδο σχεδιάζουμε για το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας και τι ρόλο θα έχουν οι δυνάμεις της εργασίας, για το ποιες επιλογές και με ποιον τρόπο αυτές θα είναι αναπτυξιακές, με τι τρόπο θα λειτουργεί το κράτος, η Δημοκρατία κ.τ.λ. Προφανώς, επομένως, τίθενται νέα ζητήματα τα οποία απαιτούν ευρύ διάλογο κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων και ανάλογες πρωτοβουλίες.

Υπάρχουν αυτές οι δυνάμεις σε ορατό χρόνο; Η έως τώρα εμπειρία είναι ότι δημιουργείται μια, σχεδόν, «υγειονομική ζώνη» περί τον ΣΥΡΙΖΑ. Η διατάραξη της σχέσης ΑΝΕΛ – ΣΥΡΙΖΑ ενθαρρύνει αυτή την τακτική, ότι μπορεί ως και να ανατραπεί η κυβέρνηση ή να την εμποδίσει να υλοποιήσει έργο.
Έχουμε μπροστά μας κάποια στάδια πολύ σημαντικά. Θα τά ’λεγα ορόσημα. Η ολοκλήρωση των τελικών συμφωνιών στις 21 Αυγούστου, η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης και οι προγραμματικές εξαγγελίες, η συγκρότηση του Προϋπολογισμού για το 2019 και, τέλος, η επικύρωση στη Βουλή της Συμφωνίας με τη FYROM. Ο πολιτικός χρόνος είναι εξαιρετικά πυκνός. Πάρα πολλά θα κριθούν από την έκβαση και από το δυναμικό περιεχόμενο που θα έχουν τελικά αυτά τα διαδοχικά ιστορικά γεγονότα. Εάν πράγματι δεν προκύψουν άλλα απρόβλεπτα δεδομένα, είναι βέβαιο ότι ο σχεδιασμός για την επόμενη μέρα απαιτεί νέα και πιο γερά υλικά. Οι πολιτικές δυνάμεις που έφεραν τη χώρα σε χρεοκοπία προφανώς δεν μπορούν να διαθέσουν αυτά τα υλικά. Νεοπαγείς σχηματισμοί που προέκυψαν από την κρίση δείχνουν ταλάντευση ή και ανωριμότητα. Το ΚΚΕ εμμένει στην άρνηση. Όντως υπάρχει ένα ζήτημα πολιτικού κενού, αυτό που εύστοχα ονόμασες στην ερώτησή σου ως «υγειονομική ζώνη». Αλλά δεν μπορούμε να θεωρήσουμε τον ΣΥΡΙΖΑ, «κόμμα ανάδελφο». Δεν θα ήταν όχι μόνο πολιτικά αλλά ούτε και επιστημονικά ακριβές.

Αναβάθμιση του πολιτικού μας σχεδίου

Απ’ αυτή την άποψη, τώρα αντιστοιχεί σε μας η επείγουσα ευθύνη να αναβαθμίσουμε το πολιτικό προγραμματικό σχέδιό μας. Ήδη το έχουμε σε ένα πρώτο στάδιο με το «Ολιστικό Σχέδιο Στρατηγικής Ανάπτυξης» που αποτέλεσε ένα πεδίο ισορροπίας μεν με τους θεσμούς, αλλά έχει πολλά στοιχεία και της δικής μας πολιτικής. Επομένως αυτό που είναι επειγόντως αναγκαίο είναι το νέο μας συλλογικό πρόγραμμα. Με βάση το «Ολιστικό Πρόγραμμα» απαιτείται άμεσα εξειδίκευση, ιεράρχηση και προτεραιοποίηση των επιλογών που πρέπει να κάνουμε. Εάν το κάνουμε σοβαρά και αυθεντικά, πιστεύω ότι αυτό θα ελευθερώσει δυνάμεις. Μπορούμε να προσδοκούμε βάσιμα ότι, σε πρώτη φάση θα επανενεργοποιήσει και θα επανασυσπειρώσει λανθάνουσα δυναμική στο χώρο της Αριστεράς και στο χώρο του ΣΥΡΙΖΑ. Των κομματικών δυνάμεων, των φιλικών δυνάμεων, αυτών που έχουν κρατήσει στα τελευταία δυο – τρία χρόνια επιφύλαξη. Και στο πολιτικό και στο κοινωνικό πεδίο.

Αυτά ισχύουν κυρίως για το κοινωνικό πεδίο. Υπάρχει όμως και το κοινοβουλευτικό πεδίο. Πώς λύνεται εδώ το πρόβλημα;
Οφείλουμε να κάνουμε ισχυρή την επιχειρηματολογία προς όλη την κοινωνία ότι η συμφωνία με τη FYROM είναι δίκαιη και για τις δύο χώρες και άκρως επωφελής για την Ελλάδα. Επίσης, ότι είναι απολύτως αναγκαία. Ταυτόχρονα είναι πάλι αναγκαίο να περιγράψουμε με σαφήνεια ποια θα είναι η πορεία που δεσμευόμαστε και προτείνουμε στη μετά το μνημόνιο εποχή. Πορεία, η οποία όσους περιορισμούς και αν έχει, θα πρέπει να χαράζει με σαφήνεια τους αυξημένους βαθμούς ελευθερίας, τα νέα ανοίγματα και τις νέες δυνατότητες. Αυτά τα δύο, αν τα κάνουμε με αξιοπιστία και σωστό τρόπο, νομίζω ότι θα επηρεάσουν τις πολιτικές εξελίξεις και τις συμπεριφορές των υπολοίπων δυνάμεων. Αλλιώς, μπορούμε μεν να κάνουμε προσθαφαιρέσεις βουλευτών που εξασφαλίζουν ή δεν εξασφαλίζουν κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά αυτό, όσο και αν κανείς το πει ότι είναι αναγκαίο, θα είναι επίσης με βεβαιότητα μονίμως επισφαλές.
Συνοψίζοντας, προτείνω να επιλέξουμε ως συνεκτικό σύνθημα το «ειδικά τώρα, στη νέα φάση στηρίζουμε την κυβέρνηση της Αριστεράς, για να στηρίξουμε την κοινωνία», νοηματοδοτώντας επί της ουσίας αυτό το σύνθημα με προγραμματικό λόγο μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης προοπτικής, επιμένοντας ταυτόχρονα στο στόχο μας για εκλογές το φθινόπωρο του 2019. Κι αν τολμούν οι δυνάμεις της φαύλης παλινόρθωσης, ας μας ρίξουν. Εάν εμείς είμαστε «εν τάξει» η ελληνική κοινωνία θα αντιδράσει. Ας την εμπιστευτούμε!