«Θραύσματα από τον Κάφκα»

Το έργο του ούγγρου συνθέτη Γκιόργκι Κούρταγκ σε μια απροσδόκητη ερμηνεία

Ίσως είναι η πρώτη φορά που ο Θεατής γράφει για ένα μουσικό έργο. Ελλιπείς οι γνώσεις του στον τομέα και παρακαλεί τους αναγνώστες να τον συγχωρήσουν αν οι ορολογίες δεν είναι σωστές, αλλά η ανάγκη να μοιραστεί μαζί τους την εξαίσια εμπειρία ήταν μεγάλη.
Πήγα στα «Θραύσματα από τον Κάφκα» με περίσκεψη. Έχω βεβαίως μεγάλη εμπιστοσύνη στη συνέπεια και το έργο της ομάδας «Σημείο Μηδέν» και του σκηνοθέτη Σάββα Στρούμπου, στις δύσκολες και εκλεκτές επιλογές τους, αλλά τούτη εδώ η επιλογή είχε μια ιδιαιτερότητα. Παρακολούθησα την περφόρμανς με κομμένη την ανάσα, γεμίζοντας από ένα πλούτο συναισθημάτων πρωτόγνωρο, μια ικανοποίηση διανοητική και, τολμώ να πω, ηθική. Παρακολουθούσα ελπίζοντας ότι θα κρατήσει κι άλλο, ότι δεν θα ήταν σαράντα μόνο τα αποσπάσματα του Κάφκα με τα οποία ασχολήθηκε ο Κούρταγκ. Κι έφυγα με ένα συναίσθημα αισιοδοξίας, σαν εκείνο που έχει κανείς όταν βλέπει την πρώτη χαραματιά φωτός μετά από μια δυνατή βροχή που έχει σκοτεινιάσει βαθιά και συνθλιπτικά τον ουρανό –εκείνο το φως που φαντάζει πιο δυνατό, πιο υποσχετικό, πιο κοντά στο ιερό και το βάθος, πιο κοντά στο καθαίρον κωμικό που καθόλου δεν αίρει την τραγικότητα της ύπαρξης.

Στη μικρή σκηνή του «Άττις – Νέος Χώρος» ο σκηνοθέτης, κατά την προσφιλή του συνήθεια γεωμέτρησε, το χώρο. Τρεις μεταλλικοί ασημόχρωμοι κυκλικοί δίσκοι σχημάτιζαν ένα περίπου ισόπλευρο τρίγωνο. Μπροστά στον έναν από αυτούς είναι τοποθετημένο το αναλόγιο και δίπλα του στο πάτωμα δυο βιολιά. Καθώς τα φώτα χαμηλώνουν και το κοινό σιωπά, οι τρεις ερμηνεύτριες μπαίνουν στη σκηνή και παίρνουν τη θέση τους, κάθε μια πάνω σε ένα δίσκο. Μια κολώνα φωτός οριοθετεί την παλλόμενη ακινησία τους. Η μουσική του Κούρταγκ με τους οξείς ήχους πλημμυρίζει την σκηνή, η ανθρώπινη φωνή φτιάχνει ένα δίχτυ που επικοινωνεί το νόημα ανάμεσα στη μουσική και το λόγο, ανάμεσα στη μουσική, το λόγο και τους θεατές/ακροατές.
Ο ούγγρος συνθέτης Γκιόρκι Κούρταγκ , με πλούσιο μουσικό έργο, βαθιά επηρεασμένος από τον Μπέλα Μπάρτοκ και αργότερα από τον Άντον Βέμπερν, πέρασε μια δύσκολη περίοδο μετά την αποτυχία της ουγγρικής επανάστασης (1956) και την αυτοεξορία του στο Παρίσι. Σε κατάθλιψη και σχεδόν ανίκανος πια να δημιουργήσει, γνώρισε την ψυχαναλύτρια Μαριάννα Στάιν, από τις πρωτοπόρους στη χρήση της τέχνης ως μεθόδου θεραπείας των ψυχολογικών προβλημάτων. Κοντά της όχι μόνο βοηθήθηκε να βγει από την προσωπική του άβυσσο αλλά και μυήθηκε στην ψυχανάλυση. Χρησιμοποίησε τις γνώσεις του αυτές στη μουσική σύνθεση, που την βλέπει ως μια πορεία από την απλή χειρονομία στη μουσική πολυπλοκότητα (καθόλου τυχαίο άλλωστε ότι της αφιερώνει το συγκεκριμένο έργο). Την ίδια περίπου περίοδο ο φίλος του, Γκιόργκι Λιγκέτι, επίσης μουσικός, τον φέρνει σε επαφή με το έργο του Κάφκα. Η συνάντηση είναι εκρηκτική, στον Κάφκα ο νεαρός συνθέτης βρίσκει ένα ιδανικό συνομιλητή.

Ντύνοντας το γυμνό νόημα

Σιγά-σιγά και μέσα από διαρκείς αναγνώσεις και επαναναγνώσεις του καφκικού έργου, από τις οποίες κρατά σημειώσεις και ερμηνείες, δημιουργεί ένα corpus σαράντα αποσπασμάτων -που αποτελούνται από 2-3 λέξεις ως μερικές προτάσεις- και αποφασίζει να συνομιλήσει μαζί τους μουσικά. Γιατί το έργο «Θραύσματα από τον Κάφκα» δεν αποτελεί μουσική επένδυση αυτών των αποσπασμάτων. Η μουσική του Κούρταγκ αφαίρεσε το ηχητικό απείκασμα των λέξεων και έντυσε το γυμνό νόημα με τους δικούς του ήχους, αφήνοντας το κείμενο να φτάνει ακέραιο από τη φωνή της σοπράνο στους ακροατές. Χώρισε τα αποσπάσματα σε τέσσερα μέρη, ξεκινώντας από αφοριστικές παρατηρήσεις («Οι καλοί περπατούν με το ίδιο πάντα βήμα. Χωρίς να ξέρουν τίποτε γι’ αυτούς, οι άλλοι γύρω τους χορεύουν τους χορούς του χρόνου» είτε «Σαν δρόμος το φθινόπωρο: αμέσως μόλις τον καθαρίσεις, σκεπάζεται πάλι με φύλλα») για να φτάσει στο τέλος μιας πορείας που ωστόσο δεν τελειώνει ποτέ: «Μας θάμπωνε η φεγγαρόφωτη νύχτα. Πουλιά έκρωζαν από δέντρο σε δέντρο, τα χωράφια θρόιζαν. Σερνόμασταν στην σκόνη, ένα ζεύγος φιδιών». Στο σύμπαν του Κούρταγκ ισχύει βαθύτατα ένα από τα αποσπάσματα που επέλεξε για το τρίτο μέρος «Υπάρχει στόχος αλλά όχι δρόμος προς αυτόν. Ό,τι ονομάζουμε δρόμο είναι δισταγμός.»
Ο σκηνοθέτης επέλεξε τη στατικότητα, που ωστόσο, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, δεν είναι καθόλου αντιθεατρική, είναι όμως δύσκολη άσκηση για τον ερμηνευτή, που πρέπει να μετατρέψει το σώμα του σε δοχείο νοημάτων και να εγγράψει πάνω σ’ αυτό τον κόσμο της ερμηνείας του κειμένου και το δρόμο προσπέλασης προς το κοινό. Χρησιμοποίησε τη μέθοδο που προτείνει εδώ και χρόνια η ομάδα «Σημείο Μηδέν», σωματοποιώντας την ερμηνεία της σοπράνο Φανής Αντωνέλλου -φωνή με πλούσια ηχοχρώματα, δουλεμένη στην παραμικρή λεπτομέρεια με γοητευτικές εντάσεις- μια ερμηνεία που έπαλλε και έθαλλε εκρηκτικά, απορώντας, θλιβόμενη, θυμωμένη, ειρωνική και γελώσα κατά στιγμές. Προφανώς ο Στρούμπος πρέπει να σκεφτεί την περαιτέρω ενασχόλησή του με το χώρο της όπερας, που θα του προσφέρει ένα απέραντο πεδίο δυνατοτήτων και θα της προσφέρει κι αυτός με τη σειρά του. Η Φανή Βοβώνη έχει μια ερωτική σχέση με το βιολί. Τιθάσευσε τις θηριώδεις απαιτήσεις της παρτιτούρας ελέγχοντας κάθε νότα και σφραγίζοντας τους ήχους με επιμελημένες, διαυγείς εντάσεις. Δίπλα τους, ως αρχαϊκή κόρη ανάμεσα σε δωρικές κολώνες, η Έλλη Ιγγλίζ, μια νεαρή ηθοποιός που κάθε φορά απολαμβάνουμε το σταδιακό και μελετημένο ωρίμασμα της παρουσίας της, με καθαρότητα και λιτότητα ερμηνείας απήγγειλε τα αποσπάσματα στην ωραία μετάφραση της Λένιας Ζαφειροπούλου. Απέριττα τα μαύρα φορέματα –κοινά και για τις τρεις (Ηλίας Παπανικολάου που είχε και την ευθύνη του σκηνικού). Εντυπωσιακές οι φωτεινές συνομιλίες με τα σώματα και τους ήχους που δημιούργησε ο τακτικός συνεργάτης της Σημείο Μηδέν, Κώστας Μπεθάνης.
Η τέχνη του θεάτρου στην πιο καθαρή μορφή της συνάντησε τη μουσική και το αποτέλεσμα ήταν μια εξαίρετη, αθρόα εμπειρία. Τα «Θραύσματα από τον Κάφκα» προχώρησαν πολύ τη μεγάλη έρευνα πάνω στον Κάφκα που επιχειρούν εκ της συστάσεώς τους η ομάδα Σημείο Μηδέν και ο Σάββας Στρούμπος.

Μαρώ Τριανταφύλλου
maro33@otenet.gr