Τι αντιπολίτευση, με ποια ιεράρχηση και τι κόμμα;

Μια συζήτηση με πρωτοβουλία της «Εποχής»

Παρά τη δυνατή βροχή και το άγνωστο, αρκετά, μέρος όπου οργανώθηκε η συζήτηση της «Εποχής» την προηγούμενη Τετάρτη, η προσέλευση του κόσμου στην αίθουσα «Αρχιτεκτονική», σχεδόν, μας εξέπληξε. Αυτό καθιστά την ανάγκη για συζητήσεις αυτού του είδους έκδηλη. Σήμερα δίνουμε μια, έστω και αποσπασματικά, μικρή εικόνα από τις εισηγήσεις που έγιναν αμέσως μετά τη σύντομη εισαγωγή της Κατερίνας Κνήτου. Μαγνητοσκοπημένη η εκδήλωση στο: https://www.youtube.com/watch?v=HXpCfX0DwxU&feature=youtu.be&fbclid=IwAR2RjLPNqpFwGNNtZnfjX6r1vlC-_b432N0YX4w1BR7dXEPmZJNXObQn7CA

 

Κώστας Αθανασίου:
Τέσσερα θέματα πριν συζητήσουμε για το κόμμα

Αντιπολίτευση: Είναι λογικό μετά από μια εκλογική ήττα κάθε πολιτική δύναμη να περάσει μια φάση αναστοχασμού. Βέβαια, ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε τις εκλογές με τους πιο «προνομιακούς» όρους, δηλαδή με πολύ υψηλό ποσοστό, μετά από 4,5 δύσκολα χρόνια, και χωρίς να υπάρχει ούτε καν υπόνοια των γνωστών εσωκομματικών αμφισβητήσεων που έχουμε δει σε άλλου τύπου κόμματα μετά από εκλογικές ήττες. Κανονικά, θα έπρεπε από την επομένη των εκλογών, από τις 9 Ιουλίου, παράλληλα με μια σύντομη και οργανωμένη διαδικασία απολογισμού του κυβερνητικού έργου, να οργανώσει αμέσως την αντιπολίτευσή του στη νέα κατάσταση. Η αλήθεια είναι ότι δεν κατάλαβα τον λόγο που, από το πρώτο βράδυ των εκλογών, η συζήτηση στράφηκε κυρίως στο κόμμα και τις όποιες ευθύνες μπορεί να έχει αυτό για την εκλογική ήττα. Ένα κόμμα, που για να είμαστε ειλικρινείς, τα τέσσερα χρόνια της διακυβέρνησης δεν είχε τον ρόλο που του έπρεπε σε όλες τις διαδικασίες. Νομίζω ότι δεν υπάρχει κανένα χρονικό περιθώριο για εσωστρέφεια. Η κυβέρνηση της δεξιάς έχει αρχίσει σφοδρή επίθεση σε όλα τα μέτωπα, τα κοινωνικά, εργασιακά, δημοκρατικά δικαιώματα, στις ελευθερίες… Απέναντι σε αυτή την επίθεση, η μέχρι τώρα αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ είναι μάλλον υποτονική και αμήχανη. Πολλές φορές ο ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι στιγμής, μοιάζει να μην έχει βρει τον βηματισμό του στην αντιπολίτευση. Αυτό αφορά τόσο τη συμμετοχή μας στις κινητοποιήσεις που έχουν ήδη αρχίσει όσο και τη βουλή.
Απολογισμός: Για την πολιτική που διαμορφώνουμε ως αντιπολίτευση υπάρχει μια πλούσια παρακαταθήκη: το εξαιρετικά σημαντικό κυβερνητικό έργο (ας θυμηθούμε το παράλληλο πρόγραμμα, σε πάρα πολύ δύσκολες συνθήκες), με τις πολλές επιτυχίες του αλλά και τις όποιες αστοχίες ή αδυναμίες του. Για όλα αυτά πρέπει να μιλήσουμε καθαρά και συλλογικά. Αυτός ο απολογισμός του κυβερνητικού έργου θα αποτελέσει τη βάση για την οικοδόμηση του νέου προγραμματικού μας λόγου ως αντιπολίτευση. Αυτά θα αποτιμήσουμε, θα δούμε τι κάναμε καλά, που μπορεί να σφάλαμε, τι θα μπορούσαμε να κάνουμε καλύτερα, και θα οργανώσουμε τον αντιπολιτευτικό μας λόγο. Αυτός ο κριτικός αναστοχασμός της κυβερνητικής μας θητείας δεν μπορεί να μη γίνει. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να τον φοβάται κανένας και δεν μπορεί να τον αποτρέψει και κανένας. Ο απολογισμός δεν θα είναι ανθρωποφαγία ή ξεκαθάρισμα. Η Αριστερά ξέρει να συζητάει και σε αυτή τη συζήτηση πρέπει να εμπλακεί το σύνολο του κόμματος.
Ιεράρχηση: Τι θέματα θα ιεραρχήσουμε. Αυτά προκύπτουν μέσα από έναν κανόνα που είχαμε πάντα: ποιες είναι οι ανάγκες της κοινωνίας. Τα θέματα που ένα κόμμα της Αριστεράς ιεραρχεί είναι αυτά που είναι οι ανάγκες της κοινωνίας. Έτσι γίνεται μια δύναμη χρήσιμη στην κοινωνία και τους πολίτες. Με αυτή την έννοια, εκεί χρειαζόμαστε δουλειά, συζήτηση. Παράδειγμα: η Νοβάρτις. Προφανώς υπάρχει σκάνδαλο, προφανώς πρέπει να ξεκαθαριστεί, προφανώς γίνονται προσπάθειες συγκάλυψης. Απλώς δεν είμαι σίγουρος ότι αυτή τη στιγμή είναι το μείζον που αφορά την κοινωνία.
Ιδεολογία: Τώρα είναι η στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ να δώσει κάποιες μεγάλες ιδεολογικές μάχες που όντας κυβέρνηση –καταλαβαίνω βέβαια πόσο δύσκολες ήταν οι συνθήκες, με το παραμικρό ξεσπούσε «πόλεμος»– δεν τις έδωσε. Σε μια εποχή που γίνεται προσπάθεια για μια συστηματική απαξίωση των ιδεών της Αριστεράς, που γίνεται προσπάθεια να περάσουμε σε κλίμα μεταπολιτικής, η Αριστερά οφείλει να ανοίγει ιδεολογικά ζητήματα, ακόμα και αν δεν μπορεί να τα ολοκληρώσει σε επίπεδο πολιτικής. Αυτό είναι που διαφοροποιεί την Αριστερά, που την κάνει να αντιστέκεται στις σειρήνες της ενσωμάτωσης. Δύο παραδείγματα: οι μαθητικές παρελάσεις και ο διαχωρισμός εκκλησίας-κράτους. Τα ιδεολογικά ζητήματα πρέπει να ανοίγουν, ακόμα και αν λόγω συσχετισμών δεν μπορείς να τα πας μέχρι τέλους. Η Αριστερά πρέπει να δίνει τη μάχη της ιδεολογίας, για να διαμορφώνει συνειδήσεις, για να διεκδικεί την ιδεολογική ηγεμονία.

 

Νίκος Φίλης:
Ανάγκη ανασυγκρότησης της ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ

Το επιχείρημα ότι πρέπει να αντιστοιχηθούμε με την εκλογική μας επιρροή, είναι ορθό στο βαθμό και υπό την προϋπόθεση ότι επιδιώκουμε να αλλάξουμε προϋπάρχουσες ιδεολογικοπολιτικές ταυτότητες και να δημιουργήσουμε προϋποθέσεις νέων εντάξεων. Προφανώς και απευθυνόμαστε σε μια ευρεία γκάμα πολιτών, που είναι λάθος όμως να θεωρούμε ως δανεικούς ψηφοφόρους. Δεν είναι ιδιοκτησία μας, μπορεί να αλλάξουν, αλλά και δεν είναι ψήφοι με υποσχετική από το ΠΑΣΟΚ, σε συνθήκες μάλιστα βαθιάς κρίσης της πολιτικής εκπροσώπησης. Το 31,5%, αν μάλιστα το συγκρίνουμε με το 24% των ευρωεκλογών, αποτελείται από πολλές ψυχές. Ένα τμήμα είναι αντιδεξιοί ψηφοφόροι, ένα άλλο αριστεροί κυρίως της μεταπολιτευτικής γενιάς και των πολλαπλών παραδόσεών της, και ένα άλλο (το 37% στις νεότερες ηλικίες) είναι νέοι που επιλέγουν την Αριστερά αναζητώντας όχι μόνο λύσεις αλλά και ένα ισχυρό μήνυμα ζωής.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, έχει ανάγκη από αμφίπλευρη διεύρυνση, από ένα τόξο δυνάμεων που θα προσδιορίζεται από τον αντι-νεοφιλελεύθερο και αντι-εθνικιστικό χώρο του προοδευτικού Κέντρου ως τα χιλιάδες παιδιά μιας διάχυτης αμφισβήτησης, που παραμένει όμως μακριά από τη βία. Σε κάθε γειτονιά, υπάρχουν πολλές κοινωνικές συλλογικότητες με τις οποίες πρέπει να αποκτήσουμε επικοινωνία, όχι απαραίτητα για να τους εντάξουμε στο κόμμα, αλλά για να διαμορφώσουμε ένα συνεχές από κοινωνικές και πολιτικές ευαισθησίες, τόσο αναγκαίο για να αντιμετωπίζουμε τη διάχυση του κοινωνικού συντηρητισμού στην καθημερινότητα. Πρέπει, λοιπόν, να απευθυνθούμε σε όλες αυτές τις συλλογικότητες, επιτυγχάνοντας με αυτό τον τρόπο, εκτός των άλλων, και την «κοινωνική γείωση» του κόμματος.
Ένα τέτοιο κόμμα θα μπορεί να διαμορφώνει ενιαία ταυτότητα σε διαφορετικής προέλευσης κοινωνικές δυνάμεις και άτομα, χωρίς να διαλύεται στην αμορφία του πολυσυλλεκτισμού. Και να λειτουργεί δημοκρατικά στο εσωτερικό του αλλά και στις σχέσεις του με την κοινωνία. Δηλαδή, να αναγνωρίζεται η «λαϊκή κυριαρχία» του μελών του, να λειτουργεί με συντεταγμένες δημοκρατικές διαδικασίες, μακριά από τα πρότυπα του χρεοκοπημένου μεταπολιτευτικού αρχηγικού δικομματισμού και τη δημιουργία κυκλωμάτων εξουσίας και πελατειακών δικτύων.
Χρειαζόμαστε ένα κόμμα διακυβέρνησης και ταυτόχρονα αγώνα. Ως αντιπολίτευση μπορούμε να δώσουμε επιτυχείς εξετάσεις. Αυτό το νόημα εκτός των άλλων είχε η παρέμβασή μας στην ΑΣΟΕΕ και στη Βουλή. Να στείλουμε το μήνυμα ότι δεν κάνουμε αντιπολίτευση με δηλώσεις και αναρτήσεις στο facebook, κάτι σαν i-antipolitefsi, αλλά με αυτοπρόσωπη παρουσία των μελών και των στελεχών μας στους αγώνες που αυτή την περίοδο μπορούν να εκδηλωθούν ως απάντηση στις αγριότητες της κυβερνητικής πολιτικής. Μετά τα εργασιακά, η Παιδεία επιλέγεται από την κυβέρνηση ως προνομιακός χώρος αντιμεταρρυθμίσεων. Αυτό το νόημα της θεσμικής και αγωνιστικής παρέμβασης έχει και η παρουσία μας στον Πειραιά όπου υποδεχόμαστε τους πρόσφυγες.
Μας λένε: με αυτές τις πρωτοβουλίες γίνεστε ξανά κόμμα του 3%! Πρόκειται για ευσεβείς πόθους του συστήματος. Ανέχονται το πολύ πολύ να υπάρχουμε ακίνητοι, «ευπρεπείς» φυλακισμένοι σε μια πολιτική γυάλα, αναμένοντας να σαπίσει το φρούτο της κυβέρνησης, Δηλαδή μας περιορίζουν στο ρόλο μιας αντιπολίτευσης στο πλαίσιο του συστήματος, άλλη μια εκδοχή του κόμματος της «κανονικότητας». Αλλά οι στόχοι που θέτουμε και η ικανότητά μας να εμπνεύσουμε δημοκρατικό ενδιαφέρον και λαϊκές κινητοποιήσεις αφορούν τη μεγάλη πλειοψηφία. Για αυτό έχει σημασία να είμαστε ένα κόμμα διακυβέρνησης και ταυτόχρονα αγώνα.
Μπορούμε να πετύχουμε ένα τέτοιο κόμμα; Νομίζω πως ναι, σταδιακά, εφόσον με ειλικρίνεια μιλήσουμε όλοι για το τι επιδιώκουμε.

 

Ιφιγένεια Καμτσίδου:
Πλευρές της πολιτικής της ΝΔ

Εχω κωδικοποιήσει σε τέσσερα σημεία τις πολιτικές της Νέας Δημοκρατίας. Πρώτον, η ΝΔ ήρθε για να καταλάβει το κράτος, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την εξυπηρέτηση των παραταξιακών της συμφερόντων και ταξικών συμφερόντων των ομάδων που την στηρίζουν. Δεύτερον, επιδιώκει να εξαλείψει όλες τις πολιτικές του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να προβεί σε καμία αξιολόγησή τους και ανεξάρτητα από την κοινωνική χρησιμότητά τους. Τρίτον, στοχεύει στο να διαδώσει και να εμπεδώσει το νεοσυντηρητισμό και να προκαλέσει μεταβολή του θεμελίου συγκρότησης της πολιτικής μας κοινότητας. Τέταρτον, χωρίς να μας κατονομάζει ως εσωτερικούς εχθρούς προσπαθεί να απονομιμοποιήσει τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, όσους συνεργάστηκαν, ως ανάξιους να συμμετέχουμε σε ένα δημόσιο, δημοκρατικό διάλογο.
Νεοσυντηρητισμός: Εν ονόματι της θρησκευτικής ελευθερίας, του δικαιώματος στη ζωή, βλέπουμε να μπαίνουν στο δημόσιο διάλογο αιτήματα που υπονομεύουν όχι μόνο το κράτος δικαίου αλλά και τη δυνατότητα αυτοκυβέρνησής μας. Ευήκοα ώτα βρίσκουν τα αιτήματα, για παράδειγμα, προστασίας του αγέννητου παιδιού, των δικαιωμάτων της πλειοψηφίας να εξασφαλίζουν τη θρησκευτική εκπαίδευση που θέλουν στα παιδιά τους και με τον τρόπο αυτό αλλάζουν σημαντικές παράμετροι στην κοινωνική μας συμβίωση. Αυτό που κυρίως αλλάζει είναι ότι αποδεχόμαστε κάποιο λίγοι, το ιερατείο που διαχειρίζεται την ηθική, να θεσπίζουν τους κανόνες κοινωνικής συμβίωσης και να υποχωρεί ο δημοκρατικός νόμος.
Καθήκον μας, λοιπόν, σε αυτή την περίοδο εμφάνισης του νεοσυντηρητισμού είναι να δείξουμε τι κάναμε εμείς. Εμείς κάναμε το σύμφωνο συμβίωσης. Καθήκον μας την περίοδο έμμεσης έστω υποστήριξης του χυδαίου εθνικισμού να δείξουμε τη σημασία της συμφωνίας των Πρεσπών. Υπήρχαν κομμάτια της πολιτικής μας για τα οποία είμαστε υπερήφανοι. Πώς όμως αυτή την τόσο σημαντική πλευρά της πολιτικής μας την συζητήσαμε με την κοινωνία; Πώς δείξαμε τη σημασία της, την κοινωνική, την πολιτική; Μήπως κάποιες από τις αποφάσεις αυτές φάνηκαν, παρά την κρίσιμη χρησιμότητά τους, να είναι αποφάσεις που πάρθηκαν από πάνω, χωρίς να έχει γίνει συζήτηση με έναν ευρύτερο κόσμο, χωρίς να έχουμε προσπαθήσει να δημιουργήσουμε συναίνεση; Τώρα, λοιπόν, τα χρόνια που έχουμε μπροστά μας ως αντιπολίτευση ήρθε η ώρα να συζητήσουμε.
Απονομιμοποίηση: Οφείλουμε να διαχειριστούμε μια αντίφαση που διέρχεται την κυβερνητική μας παρουσία την τετραετία. Από τη μια, αποδώσαμε ιδιαίτερη σημασία στην εκνομίκευση πολιτικών διακυβευμάτων. Θεωρήσαμε ότι με τα δικαστήρια μπορούμε να λύσουμε σημαντικά προβλήματα. Η Νοβάρτις είναι ένα καλό παράδειγμα. Φυσικά είναι ένα μεγάλο σκάνδαλο, έπρεπε όμως να γνωρίζουμε ότι από τη στιγμή που το δικαστικοποιούσαμε θα είχαμε να αντιμετωπίσουμε αυτές τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε τώρα. Τα πολιτικά διακυβεύματα τα αντιμετωπίζουμε πολιτικά. Και ενώ εκνομικεύαμε υπερβολικά κάποιες πτυχές της πολιτικής μας, από την άλλη πλευρά ξεχνούσαμε ότι τα δικαστήρια –με τα θετικά, αλλά και τα πολλά αρνητικά τους– είναι σημαντικοί παίκτες του πολιτικού παιχνιδιού. Και εμείς απέναντι στα δικαστήρια συμπεριφερθήκαμε με υπεροψία, μερικές φορές, προκειμένου όχι για να εξυπηρετήσουμε δικές μας σκοπιμότητες, αλλά σκοπιμότητες της κυβερνητικής μας ισορροπίας. Αυτές τις αντιφάσεις μας πρέπει τώρα πια να τις διαχειριστούμε. Να ξεχωρίσουμε το πολιτικό από το νομικό. Η Αριστερά πάντα ήταν φύλακας της νομιμότητας, πράγμα βέβαια που δεν σημαίνει ότι την απομακρύνει από τα λαϊκά κινήματα, τα οικολογικά κινήματα κ.λπ. Να θυμίσω ότι τα κινήματα έχουν μια συνταγματική και διεθνή βάση.

 

Ευκλείδης Τσακαλώτος:
Τρεις διαχωριστικές γραμμές για την ηγεμονία της Αριστεράς

Τι χρειάζεται η Αριστερά: Επιχειρήματα, πυγμή και αξίες. Η πυγμή έχει να κάνει και με τον τρόπο που κάνεις αντιπολίτευση. Μπορεί να είσαι πολύ δυναμικός και να είσαι και μετριοπαθής. Γιατί, όπως είπε ένας πολύ καλός μας σύντροφος πριν από λίγες μέρες, το αντίθετο της μετριοπάθειας δεν είναι ο συντηρητισμός είναι η εξαλοσύνη.
Στο επίπεδο των επιχειρημάτων είμαστε πάρα πολύ καλά. Η Διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ, που αποτελεί το πρώτο βήμα από το οποίο καλούμε τον κόσμο να έρθει στον ΣΥΡΙΖΑ, περιλαμβάνει πολλά αλλά έχει και τρεις διαχωριστικές γραμμές. Η πρώτη αφορά τις ανισότητες όλων των ειδών. Πρόκειται για εν δυνάμει κυβερνητική πολιτική, όχι μόνο γιατί παντού έχει ανέβει το θέμα των ανισοτήτων, αλλά γιατί έχει αλλάξει η μορφή του καπιταλισμού. Την περίοδο της ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού, μιλάγαμε για την κοινωνία των δύο τρίτων. Και πάλι η Αριστερά ήταν υπέρ της ισότητας. Αυτό όμως έχει αλλάξει, οι ανισότητες όλων των ειδών επηρεάζουν μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού, των λαϊκών και των μεσαίων στρωμάτων. Αυτό για το οποίο δεν έχουν συνείδηση ακόμα αλλά θα το μάθουν πολύ γρήγορα τα μεσαία στρώματα είναι ότι αν δεν έχεις πάτωμα για τα λαϊκά στρώματα, δεν θα έχεις και για τα μεσαία.
Δεύτερη διαχωριστική γραμμή αποτελεί η πράσινη ανάπτυξη. Η Αριστερά έχει ένα πολύ σοβαρό λόγο σε αυτά τα θέματα. Δεν υπάρχει τίποτα στον καπιταλισμό ή στον τρόπο που αυτός αναπτύσσεται που να εξασφαλίζει είτε το επίπεδο των επενδύσεων, το οποίο θέλουμε για πλήρη απασχόληση, είτε την ποιότητα των επενδύσεων, δηλαδή επενδύσεις που δίνουν θέσεις εργασίας με πλήρη δικαιώματα, που δεν καταστρέφουν το κλίμα, που δεν ταράζουν τις κοινωνίες και τις γειτονιές στο σύνολό τους. Χωρίς προγραμματισμό –μια λέξη που χρειάζεται να επαναφέρουμε και να υποστηρίξουμε ιδεολογικά– δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της ποιότητας των επενδύσεων. Ως αριστεροί και αριστερές πρέπει να λέμε και κάτι παραπάνω, ότι δεν μπορεί αυτός ο προγραμματισμός να μην είναι κατάκτηση ολόκληρης της κοινωνίας. Χρειαζόμαστε σοφή διαχείριση της γνώσης για τα ζητήματα της ανάπτυξης. Αυτή η γνώση ποτέ δεν θα βρεθεί σε μία κυβέρνηση ή σε ένα επιτελείο, είναι πάντα διάχυτη σε συνδικάτα, σε κινήματα, σε επιστήμονες.
Η τρίτη είναι το τρίπτυχο δημοκρατία – δικαιώματα – μετανάστες. Πριν μερικές μέρες ήμουν στο Παλέρμο όπου συνάντησα τον δήμαρχο Λεολούκα Παλέρμο, ο οποίος είναι γνωστός, μεταξύ άλλων, για τον πόλεμο που έχει κάνει ενάντια στο νόμο του Σαλβίνι, έναν πόλεμο με πυγμή και επιχειρήματα. Αυτή η μάχη κερδίζεται και με ιδεολογικά επιχειρήματα αλλά και με πυγμή για τις ανθρωπιστικές αξίες.
Αυτές οι τρεις διαχωριστικές μπορεί να είναι ηγεμονικές και λόγω της συγκυρίας, αλλά και γιατί ανταποκρίνονται σε υπαρκτά προβλήματα του καπιταλισμού σε αυτή τη φάση. Μπορεί όμως να μας βοηθήσουν και με τα ζητήματα διεύρυνσης. Πρώτα αποφασίζεις τι θες να κάνεις και μετά καλείς τον κόσμο. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με κάποιον που αυτοχαρακτηρίζεται κεντροαριστερός να έρθει στον ΣΥΡΙΖΑ. Χρειάζεται όμως να δεχτεί ότι υπάρχει αξιακός, προγραμματικός κορμός.

 

Δημήτρης Βίτσας:
Τι χρειάζεται να κάνουμε μέχρι το Συνέδριο;

Σίγουρα, χρειαζόμαστε έναν απολογισμό δεκαετίας. Να δούμε γιατί κερδίσαμε το 2015, τι κάναμε για να κερδίσουμε, τι στόχους βάλαμε ως κυβέρνηση και ως κόμμα, γιατί χάσαμε το 2019, ποια είναι τα κέρδη της ήττας κ.λπ.
Πιστεύω ότι κάνουμε ένα παγκόσμιο πείραμα που αυτή τη στιγμή βρίσκεται εν εξελίξει. Τολμήσαμε το 2011 και ας ήμασταν τότε στο 4%, να βάλουμε ως στόχο την κυβέρνηση της Αριστεράς. Ανεβήκαμε στο κύμα της αμφισβήτησης και με σωστή ανάγνωση της κατάστασης, με κοινό όραμα και έμπνευση, με συλλογικότητα και άξια ηγεσία του Τσίπρα τα καταφέραμε. Καταφέραμε πολλά, με λάθη και παραλείψεις, βέβαια.
Σε αυτό τον απολογισμό αλλά και σ’ αυτόν που αφορά τη διακυβέρνηση της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ, βεβαίως και μπορούν να πάρουν μέρος και οι σύντροφοι από την Προοδευτική συμμαχία. Και αυτό γιατί οι σύντροφοι αυτοί έχουν μια δική τους οπτική η οποία μπορεί να μας βοηθήσει. Συγχρόνως, χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε τον πολιτικό μας στόχο και το πρόγραμμα. Ας μην είμαστε αφελείς, κανένας δεν γίνεται μέλος κόμματος, μιλάμε για τον ΣΥΡΙΖΑ, επειδή θα του το πει κάποιος ή επειδή φτιάξαμε τον i-syriza. Μέλος κόμματος γίνεται κάποιος όταν κάτι τον εμπνέει. Όταν μας δίνεται ένας στόχος. Και αυτός ο πολιτικός στόχος θα πρέπει να συνοδεύεται και με την απάντηση στο ερώτημα : «Γιατί να πετύχουμε το στόχο; Τι πρόκειται να κάνουμε αν, για παράδειγμα, πάρουμε την κυβέρνηση;». Υπάρχει η επιτροπή προγράμματος, όμως η διαμόρφωση του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να είναι προϊόν συλλογικής δουλειάς. Η διαμόρφωση της θέσης μας για σοβαρά ζητήματα θέλει ανάγνωση της πραγματικότητας, θέλει επιστήμη, δεν μπορεί να είναι μόνο τεχνοκρατική, ούτε όμως και τοπική ή συντεχνιακή. Το πολιτικό μας πρόγραμμα θα πρέπει να έχει ως στοιχεία του την αντίσταση, τη συμβολή στην ανάπτυξη του μαζικού κινήματος, την κοινοβουλευτική δράση και την αντιπολίτευση. Η αντιπολίτευση πρέπει να είναι και προγραμματική αλλά και δομική, στην αξιακή κατεύθυνση.
Η προγραμματική μας πρόταση πρέπει να συνδέεται, και αυτό να λέγεται με ειλικρίνεια, με το σοσιαλιστικό μας στόχο. Προκύπτει λοιπόν ευλόγως το ερώτημα: θα έχουμε μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ ανθρώπους που δεν θα είναι σοσιαλιστές; Φυσικά και θα έχουμε. Θα έχουμε και ανθρώπους οι οποίοι, σε αυτή τη φάση, θα θέλουν να χτυπηθεί η Δεξιά και να γίνουμε κυβέρνηση.
Για το κόμμα χρειάζεται να αναπτύξουμε τις κομματικές μας δυνάμεις σε ποιότητα και σε ποσότητα. Οι πόρτες του ΣΥΡΙΖΑ να είναι ανοιχτές σε κοινωνικά-πολιτικά στελέχη, σε ενεργούς πολίτες, σε όποιον θέλει να βοηθήσει. Το ζήτημα τι είναι μέλος του κόμματος και τι κάνει είναι υπό συζήτηση. Για παράδειγμα, οι διαδικτυακές κοινότητες των νέων θα πρέπει να μας δημιουργήσουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Κάτι αντίστοιχο με τις οικολογικές κοινότητες, το συνδικαλισμό κ.λπ. Χρειαζόμαστε επίσης στη λειτουργία του κάτι που εγώ ονομάζω συλλογική ιεραρχία. Οι αποφάσεις, δηλαδή να παίρνονται συλλογικά και να μην είναι αποφάσεις μονοπρόσωπες. Μπορεί να έχουμε μονοπρόσωπες εκπροσωπήσεις αλλά όχι μονοπρόσωπες αποφάσεις.