Τι κάνουν τα κόμματα όταν γεράσουν;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Είδα ξανά, από το διαδίκτυο αυτή τη φορά, ένα κινηματογραφικό αριστούργημα του, σπαρακτική εικόνα της Αμερικής της Μεγάλης Κρίσης του ’30, ιδωμένη μέσα από το δράμα δυο ανθρωπίνων υπάρξεων σε έναν μαραθώνιο διαγωνισμό χορού μέχρι τελικής πτώσεως. Αναζητήστε την, κι ας την έχετε ξαναδεί.*
Για τους τριγμούς που διαπερνούν το κομματικό σύστημα αναδιατάσσοντάς το, η συμφωνία των Πρεσπών δεν είναι η αιτία αλλά ο καταλύτης. Η κρίση χρέους δεν θα μπορούσε παρά να εξελιχθεί σε κρίση όλων των παραμέτρων, άρα και του συστήματος αντιπροσώπευσης. Όποια από τα κόμματα με κοινωνικές αναφορές και διακριτή ιδεολογική απεύθυνση το αντιλήφθηκαν εγκαίρως κινούμενα αναλόγως, αντέχουν την καταπόνηση. Αποδεικνύεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν το πρώτο —και το μόνο— κόμμα που «διάβασε» τα σημεία των καιρών και επέλεξε την υπέρβαση, με το βλέμμα στραμμένο τον ανοιχτό ορίζοντα του μέλλοντος – και μάλιστα όχι απλώς ως πυρήνας στελεχών (κομματικών και κυβερνητικών), αλλά ως σύνολο μελών, που είναι και το σημαντικότερο.
Δεν θα μπορούσε να ειπωθεί το ίδιο για τα αντανακλαστικά του κόμματος που διεκδικεί την αποκλειστική εκπροσώπηση της Κεντροαριστεράς. Το ΚΙΝΑΛ —ως μετα-παπανδρεϊκό ΠΑΚΟΚ αρχικά, ως ΔΗΣΥ ακολούθως— εμπεριείχε, στην εκκίνησή του, την πρόθεση της υπέρβασης. Δεν είχε το δυναμισμό που θα του επέτρεπε να την πραγματοποιήσει. Δεν διευκρίνισε ποτέ το μέλλον προς το οποίο ήθελε να κινηθεί, επειδή, απλούστατα, δεν είχε όραμα ικανό να πείσει τα κοινωνικά μεγέθη στα οποία απευθύνεται. Οπισθοδρομεί. Η ηγεσία του, επιλέγοντας να συρρικνωθεί στον πυρήνα των πιο συντηρητικών στελεχών της, απομακρύνεται ακάθεκτα από τις καταβολές του κοινωνικού χώρου που υποτίθεται επιδιώκει να εκπροσωπεί, ταυτιζόμενη πολιτικά με τις επιλογές της πιο ακραίας νεοδημοκρατικής δεξιάς.
Αλλά όταν η κ. Γεννηματά, ενδίδοντας σε «τις οίδε» ποια σκοτεινή παρόρμηση, διακηρύσσει ότι υπάρχει πρόβλημα Δημοκρατίας που κινδυνεύει από τον «νεοκομμουνιστή κ. Τσίπρα», τότε περνάμε σε άλλη διάσταση. Δεν είναι απλά ότι η κ. Γεννηματά επαναλαμβάνει, σαν απρόσωπη αντήχηση, τον κ. Μητσοτάκη, που έφτασε να στιγματίζει ως περίπου δημοκρατικά έωλη μια κυβέρνηση η οποία απολαμβάνει της λαϊκής εντολής αλλά και της νωπής ψήφου εμπιστοσύνης της Βουλής. Είναι ότι ολισθήματα αυτού του είδους παραπέμπουν σε δυσάρεστες μνήμες από το προδικτατορικό παρελθόν, όταν το συντηρητικό Κέντρο φρικιούσε στην ιδέα της συμπόρευσης με την Αριστερά.
Γερνούν και τα κόμματα; Και τι κάνουν τα κόμματα όταν γεράσουν; Κοιτάνε και τα κόμματα πίσω για να μην κοιτάξουν μπροστά;
Ας μην βιαστούμε να το αποκλείσουμε. Όχι πριν αντλήσουμε κάποια συμπεράσματα από την συμπτωματολογία του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Όταν το 2010 έπληξε τη χώρα η κρίση, βρήκε το κόμμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή σε κατάσταση ελλιπούς επικοινωνίας με τα στρώματα που εκπροσωπούσε παραδοσιακά, λόγω κόπωσης και αποψίλωσης του στελεχιακού δυναμικού, κυρίως όμως εξαιτίας των αλλαγών στα συνθετικά της κοινωνικής διαστρωμάτωσης για λόγους που είχαν να κάνουν με την δυναμική της ενσωμάτωσης της οικονομίας στα ευρωπαϊκά δεδομένα, αλλά και με την μακροημέρευση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία.
Το σοκ που προκλήθηκε από την πρόσκρουση της χώρας στους υφάλους της οικονομικής κρίσης προκάλεσε ρήγμα στη συνέχεια της πολιτικής εκπροσώπησης. Το τμήμα της νεοδημοκρατικής δεξιάς που, υπό τον κ. Σαμαρά, ανέλαβε τα ινία της χώρας, αδιαφόρησε παντελώς για τα πραγματικά αίτια της κρίσης αντιπροσώπευσης. Αρκέστηκε να αποδώσει όλα τα δεινά στην Μεταπολίτευση. Η εμμονή στο ιδεολόγημα ότι η Μεταπολίτευση ήταν μια παρένθεση που παρατράβηξε, μια παρένθεση που θα μπορούσε να κλείσει σχετικά εύκολα, με τη βοήθεια και των «εργαλείων» δημοσιονομικής πολιτικής που πρόσφερε στους κυβερνώντες η ξένη επιτροπεία, έκρινε την πορεία του κόμματος που φιλοδοξεί να κυβερνήσει αύριο.
Η Ν.Δ. του διδύμου Μητσοτάκης-Σαμαράς στερείται τα ιδεολογικά και πολιτικά προσόντα που απαιτούνται για να σχεδιαστεί το μέλλον της χώρας σε έναν ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο. Ούτε οι ίδιοι μπορούν να φανταστούν το είδος της χώρας που θα προκύψει αν εφαρμοστούν οι επιλογές τους – πόσο μάλλον του τρόπου διαχείρισής τους. Οι ερωτοτροπίες με την ακροδεξιά ένα πράγμα προεξοφλούν με βεβαιότητα: η βίαιη καταστολή κάθε διαμαρτυρίας και ο εξοβελισμός κάθε αντίθεσης είναι εγγεγραμμένα στην ατζέντα της Νέας Δημοκρατίας των κ.κ. Μητσοτάκη και Σαμαρά. Η Νέα Δημοκρατία κοιτάζει πίσω. Η Νέα Δημοκρατία έχει γεράσει.
Η δυσάρεστη τροπή που μπορεί να λάβουν τα πράγματα δεν εξορκίζεται με ευχολόγια υπέρ της Δημοκρατίας, με εκκλήσεις για σεβασμό των όρων του νηφάλιου διαλόγου. Δεν αρκούν. Επείγει η σύμπηξη ενός προοδευτικού μετώπου που, με όρους καθαρής αντιπαράθεσης σε ένα γερασμένο κομματικό σύστημα, θα απευθυνθεί συγκροτημένα και σοβαρά στον λαό, προκειμένου αυτός να εμπλακεί επαρκώς ενημερωμένος στην αναμέτρηση.
Ο διάλογος για τη σύμπηξη αυτού του μετώπου πρέπει να επιταχυνθεί. Αν η ημερησία διάταξη του διαλόγου (ορθώς) κρίνεται ότι πρέπει να συμπεριλάβει «τα ζητήματα του νέου κοινωνικού κράτους, της αναπτυξιακής πολιτικής, της αναδιανομής του εισοδήματος, της επαναρύθμισης της αγοράς εργασίας, του ύψους του μισθού, του νέου παραγωγικού μοντέλου, του ρόλου και της φύσης του κράτους», θα πρέπει να αξιολογηθεί έγκαιρα ο βαθμός στον οποίο όλα αυτά τα προαπαιτούμενα επιταχύνουν ή επιβραδύνουν τη σύγκληση δυνάμεων που απαιτούν οι καιροί.
Θα ήταν άδικο η δυναμική που ανέδειξαν οι Πρέσπες να γεράσει κατά το πρότυπο των κομμάτων ενός απαρχαιωμένου συστήματος αντιπροσώπευσης.

Κωστής Γιούργος

*«Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν» (They Shoot Horses, Don’t They?). Το αριστούργημα του Σίντνεϋ Πόλακ γυρισμένο το 1969, με την Τζέην Φόντα συγκλονιστική στον πρώτο γυναικείο ρόλο.
Αναγκαία διευκρίνιση: Ο τίτλος του παρόντος άρθρου («Τι κάνουν τα κόμματα όταν γεράσουν») ουδεμία σχέση θέλει να έχει με τις όποιες υποδηλώσεις υπάρχουν στον τίτλο της ταινίας του Σίντνεϋ Πόλακ.