Τι λέει για «εκεί που ζούμε» η λογοτεχνία και η Ιστορία

Έξι προτάσεις βιβλίων για να γνωρίσουμε καλύτερα το περιβάλλον μας πριν «αποδράσουμε», λόγω θέρους, απ’ αυτό

Χρίστος Κυθρεώτης «Εκεί που ζούμε», εκδ. Πατάκη, σελ. 440

Ενα μυθιστόρημα που είναι καλογραμμένο και μπορεί ταυτόχρονα να διαβαστεί και σε κλίμα καλοκαιρινό, γιατί ρέει αβίαστα και διαβάζεται με μια ανάσα, είναι το «Εκεί που ζούμε» του Χρίστου Κυθρεώτη. Ο Χρίστος Κυθρεώτης είναι από τη νέα γενιά της ελληνικής πεζογραφίας, σαραντάρης, με δύο βιβλία στο ενεργητικό του. Το πρώτο κυκλοφόρησε το 2014 και έχει τίτλο «Μια χαρά». Πρόκειται για συλλογή διηγημάτων που κέρδισε εξ ημισείας (μαζί με τη Μαρία Φίλη) Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα, ενώ είχε βρεθεί και στις βραχείες λίστες δύο ακόμη βραβείων.
Το δεύτερο βιβλίο του που εκδόθηκε πριν από δύο μήνες είναι και το πρώτο του μυθιστόρημα. Διαδραματίζεται όλο σε μία μόνο μέρα, την Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014. Πρωταγωνιστής είναι ένας τριανταπεντάρης δικηγόρος – αυτό είναι αυτοβιογραφικό στοιχείο, δεδομένου ότι ο Χρ. Κυθρεώτης τελείωσε Νομική και δικηγόρησε για ένα διάστημα – που έχει αποφασίσει να μεταναστεύσει, όχι τόσο για να αντιμετωπίσει τα οικονομικά του προβλήματα, όσο για να βρει τον εαυτό του. Έχει δεχθεί μια θέση μεταφραστή στο Λουξεμβούργο που, κατ’ ευφημισμό, για να μην αισθανθούν μειονεκτικά οι δικηγόροι υποψήφιοι για το πόστο, φέρει τον τίτλο του lawyer linguist.
Πριν όμως φύγει, θα πρέπει εκείνη τη μέρα του Ιουνίου, να κάνει τρία πράγματα. Να πάει στο δικαστήριο το πρωί για μια δύσκολα υπερασπίσιμη υπόθεση που είχε αναλάβει, να δει μια κοπέλα με την οποία είχε για αρκετό καιρό δεσμό και η οποία θέλει κάτι να του εκμυστηρευτεί και, τρίτον, να συνοδεύσει τον πατέρα του στην τελευταία του εργασιακή αποστολή πριν την οριστική του συνταξιοδότηση, συνταξιοδότηση με την οποία δεν ήθελε έως τότε να συμβιβαστεί. Ο πατέρας του πρωταγωνιστή ασχολιόταν σε όλη του τη ζωή με γεωτρύπανα και τώρα πρέπει να οδηγήσει ένα αυτοκινούμενο γεωτρύπανο από την Αυλίδα στον Ορχομενό.
Ένας πρωταγωνιστής λοιπόν στην καρδιά της οικονομικής κρίσης, σε κρίση ταυτότητας ο ίδιος, αλλά με οξύ βλέμμα στα τεκταινόμενα γύρω του, προσφέρει μια ωραία αφήγηση για την Ελλάδα αυτής της περιόδου, χωρίς σε καμιά περίπτωση να γίνεται χρονικογράφος της. Ωραίο, χορταστικό βιβλίο, ενδιαφέρων ήρωας, από έναν συγγραφέα που έχει όλα τα εχέγγυα να εξελιχθεί σε σημαντικό εκπρόσωπο της πεζογραφίας της γενιάς του.

 

Γιώργος Α. Λεονταρίτης«Ιουλιανά 1965.Τα άγνωσταπαρασκήνια», εκδ. Καστανιώτη, σελ. 235

Είμαστε στο μήνα Ιούλιο και δεν μπορεί παρά να θυμηθούμε και τα Ιουλιανά. Ένα ακόμα βιβλίο προστίθεται στους τόνους μελάνης που έχουν χυθεί για το ζήτημα, είναι του βετεράνου δημοσιογράφου Γιώργου Α. Λεονταρίτη, που έζησε τα γεγονότα του 1965 έχοντας μόλις μπει στο επάγγελμα. Η αλήθεια είναι ότι κάθε τόσο προστίθενται νέα ντοκουμέντα και ο συγγραφέας του βιβλίου «Ιουλιανά 1965. Τα άγνωστα παρασκήνια» έχει μάλλον δίκιο να λέει ότι «η Ιστορία του καυτού Ιούλη του 1965 πρέπει να ξαναγραφτεί». Ο ίδιος γνώρισε πολλούς από τους πρωταγωνιστές και, επειδή το θέμα τον απασχόλησε πολύ και επί πολλά χρόνια, συνάντησε και αργότερα αρκετούς από εκείνους που γνώριζαν πολλά, κάποια από τα οποία του τα είπαν. Από τον Τζον Σωσσίδη μέχρι τον Ναύαρχο Τούμπα και από τον υπουργό του Ηλ. Τσιριμώκου, Στέλιο Αλλαμανή μέχρι τον Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα. Βέβαια ούτε ο ίδιος ο συγγραφέας έχει την αντικειμενικότητα ιστορικού (τον οποίο καλεί να ξαναγράψει την ιστορία αυτή) αφού διαφαίνεται καθαρά και η δική του διαμορφωμένη – όπως άλλωστε έχει δικαίωμα – άποψη. Που είναι ότι την κύρια ευθύνη έχει ο Ανδρέας Παπανδρέου με το επιχείρημα ότι ο Ανδρέας ήθελε την αλλαγή στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας, προκειμένου να προστατευθεί από τις επιθέσεις της Δεξιάς για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ. Ευθύνες φυσικά καταλογίζονται στον Γεώργιο Παπανδρέου αλλά και στον Βασιλιά που είχε αποστείλει τις περίφημες τρεις επιστολές στον τότε πρωθυπουργό για τις οποίες και ο ίδιος δήλωσε αργότερα μετανιωμένος. Από την οπτική της Αριστεράς το κύριο θέμα ήταν όμως το πολιτειακό (όπως αποδείχθηκε και από το γεγονός ότι μετά τη δικτατορία η ίδια η συντηρητική παράταξη το έθεσε με δημοψήφισμα), άρα και ο λεγόμενος ιστορικός του μέλλοντος θα το περιλάβει υποχρεωτικά και αυτό στο ζύγι, ώστε να δώσει τη μεγαλύτερη εικόνα που απαιτείται. Αν βέβαια θεωρηθεί ότι και ο ιστορικός, που δεν είναι ούτε αυτός ποτέ εντελώς αντικειμενικός, θα μπορέσει κάποια στιγμή να βρει τις σωστές λέξεις για να αποτιμήσει μια εποχή πολλαπλών διχασμών, διλημμάτων και βίαιων «λύσεων». Σε κάθε περίπτωση το βιβλίο είναι χρήσιμο γιατί προσθέτει στοιχεία και μαρτυρίες, οπότε μπορεί να διαβαστεί από τον υπέρμαχο της οποιασδήποτε άποψης, από την απόσταση των 54 χρόνων που μας χωρίζουν πια από τα γεγονότα αυτά. Γεγονότα όμως που μοιάζουν να μας ακουμπούν με το καυτό τους άγγιγμα και τώρα εδώ, σαν να μην πέρασε μια μέρα…

Αλέξανδρος Ψυχούλης «Τα τσίπουρα στον Βόλο. Εγχειρίδιο», εκδ. Νήσος, 2019

Για να ελαφρύνουμε ωστόσο το κλίμα, το καλοκαίρι έχει και το τσίπουρο που αμβλύνει τα πάθη. Τον Αλέξανδρο Ψυχούλη τον ξέρουμε από τις εικαστικές του εκθέσεις, λ.χ. στη Μπιενάλε της Βενετίας όπου εκπροσώπησε την Ελλάδα το 1997, και σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου, τον ξέρουμε από την πανεπιστημιακή του καριέρα ως καθηγητή Τέχνης και Τεχνολογίας στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, τον ξέρουμε και από το κόμικ του «Pit Bull, αδίστακτοι περφόρμερς» (εκδ. Οξύ 2001) όπου φιλοτεχνεί το πορτρέτο (παρότι ο πρωταγωνιστής του φοράει πάντα μάσκα) του άρρωστα φιλόδοξου σύγχρονου εικαστικού καλλιτέχνη.
Τώρα μας αιφνιδιάζει ξανά ευχάριστα με την «ιδιότητα» του Βολιώτη. Ποιο είναι ένα από τα βασικότερα διακριτικά γνωρίσματα της γενέτειρας του Αλέξανδρου Ψυχούλη; Σωστά μαντέψατε, δεν είναι μόνο ο Μπέος, ούτε βέβαια μόνο ο Καρτάλης, για να κάνουμε κάποιου είδους σύνδεση και με το προηγούμενο βιβλίο, είναι οπωσδήποτε και τα τσιπουράδικα. Και ο 53χρονος εικαστικός μάς μεταφέρει αυτή ακριβώς την εικόνα της πόλης του, μας ξεναγεί στον κόσμο του τσίπουρου φτιάχνοντας «έναν ανθρωπολογικό οδηγό ευδαιμονίας με γεωγραφικό προορισμό». Γιατί ο Αλ. Ψυχούλης δεν μας ξεναγεί γενικώς και αορίστως στα τσιπουράδικα της πόλης, δεν κάνει βέβαια καταγραφή και σύγκριση μαγαζιών λογικής γευσιγνωστικού περιοδικού, αλλά μας μυεί στην «τσιπουρική» ως τέχνη. Γιατί είναι τέχνη όχι μόνο να βρεις το σωστό τσιπουράδικο, αλλά να βρεις επίσης τη σωστή παρέα για το τσίπουρο, το σωστό ρυθμό τσιπουροποσίας, το είδος των συζητήσεων που την προάγει αλλά και το σωστό σερβιτόρο, φυσικά και το σωστό μενού. Εκατό χρόνια κρατάει η βολιώτικη παράδοση του τσίπουρου και βρίσκεται σήμερα πραγματικά στα πάνω της. Ως σχετικά κεντροελλαδίτικη, μάλιστα, προσελκύει όλα τα ελληνικά μήκη και πλάτη. Πελάτες τόσο του γλυκάνισου όσο και του χωρίς.

 

Κώστας Κωστής «Ο Πλούτος της Ελλάδας», εκδ. Πατάκη, σελ. 654

Για να επανέλθουμε στα «μεγάλα» θέματα, πηγαίνουμε στον ιστορικό για τον οποίο μιλούσαμε πριν, για να εξετάσουμε την πρόσφατη ελληνική Ιστορία με ένα ευρυγώνιο φακό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για έναν ειδικό στην οικονομική και την κοινωνική ιστορία με αναμφισβήτητη αφηγηματική ικανότητα (κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο στο χώρο της επιστήμης) και με κατατεθειμένη πολιτική οπτική γωνία, γνωστή και από το πολυδιαβασμένο και πολυσυζητημένο βιβλίο του «Τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας» (Πατάκης 2018). Ο Κώστας Κωστής δημοσιεύει τώρα τον «Πλούτο της Ελλάδας» που εξετάζει την «ελληνική οικονομία από τους Βαλκανικούς Πολέμους μέχρι σήμερα», όπου το σήμερα περιλαμβάνει και την περίοδο των μνημονίων. Η αφετηρία δε της αφήγησής του δικαιολογείται από το γεγονός ότι μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους η Ελλάδα αποκτά περίπου το σημερινό της μέγεθος.
Ο Κώστας Κωστής θεωρεί αφελή, πάντως, τη σύγκριση της κρίσης του 1929 με αυτή του 2008, τουλάχιστον για την Ελλάδα, αφού συγκρίνονται δύο τελείως διαφορετικές οικονομίες: μία οικονομία αγροτική με μία οικονομία υπηρεσιών. Ο συγγραφέας αναλύει διεξοδικά όλες τις περιπέτειες που πέρασε η χώρα, με εκρηκτικά βήματα μπροστά και σοβαρές οπισθοδρομήσεις, καταφέρνοντας πάντως να μετατραπεί από φτωχή αγροτική χώρα σε αναπτυγμένη δυτική οικονομία και να αφήσει πίσω της, έστω και με όσα σηματοδότησε η σημερινή κρίση, τις μεγάλες στερήσεις του – μακρινού πια – παρελθόντος. Θεωρεί ότι από το 1974 και μετά κατάφερε να εναρμονιστεί εντυπωσιακά στην παγκοσμιοποίηση στον τομέα της πολιτικής, με μεγάλα βήματα στο πεδίο του εκδημοκρατισμού, προσαρμοζόμενη στη λεγόμενη democratic globalization, στον τομέα όμως της οικονομικής παγκοσμιοποίησης αντιστάθηκε ποικιλοτρόπως και σθεναρά «κάνοντας ό,τι μπορούσε για να αποφύγει την πραγματικότητα». Θέτει μάλιστα ως παράδειγμα την παράλληλη οικονομική της πορεία με τη Νότια Κορέα (να και μια φορά που υπεισέρχεται αυτή στο δημόσιο λόγο και όχι η… Βόρεια) από τη δεκαετία και τη μετέπειτα απόκλιση της ανάπτυξής τους θεωρώντας ότι η Νότια Κορέα προσαρμόστηκε καλύτερα στα νέα δεδομένα και αναπτύχθηκε πολύ περισσότερο. Εδώ κάπου αρχίζει να υπεισέρχεται εντονότερα η πολιτική άποψη καθώς ο συγγραφέας καταλήγει δηλώνοντας απαισιόδοξος, λέγοντας πως παρά την εντυπωσιακή δημοσιονομική προσαρμογή στα χρόνια της κρίσης και τις εκατοντάδες μεταρρυθμίσεις που επιβλήθηκαν, δεν έγινε μεταβολή παραγωγικού μοντέλου ούτε εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, του συστήματος απονομής δικαιοσύνης κ.λπ., λόγω της αδυναμίας του πολιτικού συστήματος συνολικά, όπως λέει, να ανταπεξέλθει σε κάτι τέτοιο αλλά και παράλληλων ευθυνών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο χρόνος θα δείξει…

 

«Ελληνικά εγκλήματα 5», εκδ. Καστανιώτη, επιμέλεια: Δημήτρης Ποσάντζης, σελ. 344

Το πώς βλέπει πάντως κανείς τη σύγχρονη Ελλάδα είναι και κατ’ εξοχήν θέμα της λογοτεχνίας και δη της αστυνομικής. Με ικανοποίηση είδαμε στα βιβλιοπωλεία να κυκλοφορεί ένας πέμπτος τόμος της σειράς «Ελληνικά εγκλήματα». Η σειρά είχε ξεκινήσει από τον αείμνηστο Ανταίο Χρυσοστομίδη, ο οποίος κυκλοφόρησε κατ’ αρχάς από τον Καστανιώτη το 2006 τη μετάφραση ενός ιταλικού βιβλίου με τίτλο «Εγκλήματα» το οποίο περιλάμβανε αστυνομικά διηγήματα γνωστών Ιταλών μαστόρων του είδους, ανάμεσά τους ήταν και ο πριν από λίγες μέρες δραπέτης του κόσμου τούτου, Αντρέα Καμιλέρι.
Αυτό του έδωσε την ιδέα να δημιουργήσει και μια ελληνική τέτοια σειρά που την ονόμασε «Ελληνικά εγκλήματα». Ο πρώτος τόμος εκδόθηκε το 2007 και εκεί έγραφαν οι Αποστολίδης, Δανέλλη, Κακούρη, Κυριακόπουλος, Μαμαλούκας, Μάρκαρης, Μαρτινίδης, Μπράμος, Πολιτοπούλου και Φιλίππου. Ακολούθησαν τρεις ακόμη τόμοι, το 2008, το 2009 και το 2011. Και τώρα, οκτώ χρόνια μετά, η σειρά αναβιώνει με έναν πέμπτο τόμο και, απόντος του εμπνευστή της, με την επιμέλεια του Δημήτρη Ποσάντζη. Μερικοί από τους πιονέρους του πρώτου τόμου είναι και πάλι παρόντες: Ανδρέας Αποστολίδης, Τιτίνα Δανέλλη, Αθηνά Κακούρη, Πέτρος Μάρκαρης, Μαριλένα Πολιτοπούλου, Φίλιππος Φιλίππου. Και δίπλα τους γράφουν οι Νεοκλής Γαλανόπουλος, Βασίλης Δανέλλης, Θάνος Δραγούμης, Κώστας Καλφόπουλος, Ιερώνυμος Λύκαρης, Τεύκρος Μιχαηλίδης, Κώστας Μουζουράκης, Χίλντα Παπαδημητρίου, Γιάννης Ράγκος. Πρόκειται για βιβλίο χορταστικό. Κοινωνικές συγκρούσεις, μια Πάρνηθα καμένη, επαίτες και άστεγοι της κρίσης, η συναυλία του Μπρους Σπρίνγκστιν στην Αθήνα, το Ινστιτούτο Γκαίτε της Αθήνας γίνονται το φόντο εγκλημάτων εξιχνιασμένων και ανεξιχνίαστων. Και μαζί παράφοροι έρωτες, ταξίμετρα, ιδιωτικοί ντετέκτιβ, ποδοσφαιριστές, τροχαία, μεγαλοδικηγόροι αλλά και «πατριάρχες» της λογοτεχνίας. Ακόμη και ο γιουγκοσλαβικός εμφύλιος έχει τη θέση του στο βιβλίο, όπως και η Ολυμπιάδα του 2004, όπως και το Βαλπαραΐζο της Χιλής.
Ας πάρουμε μια ελάχιστη γεύση από το διήγημα «Ψυγείο» του Κώστα Μουζουράκη: «Η κοπέλα σπάει με τα δάχτυλα το ψωμί της σε μικρά κομμάτια. “Για τις ρεμούλες και για τις κομπίνες του δεν είπανε τίποτα, φαντάζομαι”. Ο κυνηγός σκύβει στο πιάτο του και αρχίζει να τρώει πάλι. “Όχι, δεν είπανε”, λέει. “Ούτε για τους εκβιασμούς και τις καταπατήσεις”. “Ούτε”. “Ούτε ότι ήτανε βασανιστής στη Χούντα”. Ο κυνηγός ακουμπάει την πλάτη του πίσω στην καρέκλα, κοιτάει κατά το παράθυρο και ξεφυσάει δύσθυμα. “Όχι, Χριστίνα”, λέει. “Δεν λένε τέτοια πράγματα στις κηδείες”».

 

Μαίρη Μικέ «Δοκιμασίες. Όψεις του οικογενειακού πλέγματος στο νεοελληνικό μυθιστόρημα, 1922-1974», εκδ. Gutenberg, σελ. 486

Τα τελευταία χρόνια το θέμα της ελληνικής οικογένειας, η καταπίεση που αυτή επιφέρει στο άτομο, η διάρθρωσή της έγιναν αντικείμενο επιτυχημένης καλλιτεχνικής επεξεργασίας που είχε μάλιστα ακτινοβολία και εκτός συνόρων, όπως έδειξε η πορεία του Λάνθιμου και όχι μόνο. Τα περιέγραψε ωραία αυτά σε περσινό του βιβλίο ο Δημήτρης Παπανικολάου, φέρνοντας πλήθος παραδειγμάτων από την πρόσφατη κινηματογραφική, θεατρική και λογοτεχνική παραγωγή. Τώρα έχουμε ένα άλλο βιβλίο να ασχολείται με την αγία ελληνική οικογένεια και μάλιστα για την αμέσως προηγούμενη περίοδο. Με το βιβλίο δηλαδή της Μαίρης Μικέ «Δοκιμασίες. Όψεις του οικογενειακού πλέγματος στο νεοελληνικό μυθιστόρημα, 1922-1974» (εκδ. Gutenberg»), ο απαιτητικός αναγνώστης μπορεί να συνδυάσει τα βιβλία των δύο πανεπιστημιακών και να αποκτήσει μια αρκετά ολοκληρωμένη και βαθύτερη χρονικά εικόνα για τα δεδομένα του ρόλου της οικογένειας στην ελληνική κοινωνία του 20ού και του 21ου αιώνα και του τρόπου με τον οποίο αυτός αποτυπώνεται στην τέχνη και τη λογοτεχνία.
Το βιβλίο ειδικότερα της Μαίρης Μικέ, προϊόν φανερά επίμοχθης εργασίας και πολυετούς έρευνας, εκκινεί από βιβλία του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, του Θανάση Πετσάλη, του Γιώργου Θεοτοκά (Αργώ), του Άγγελου Τερζάκη, του Μ. Καραγάτση, της Πηνελόπης Δέλτα για να περάσει στον Τάσο Αθανασιάδη και κατόπιν στον Βασίλη Βασιλικό, τη Μαργαρίτα Λυμπεράκη, την Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ, τον Νίκο Μπακόλα, τον Αντρέα Φραγκιά, τον Αλέξανδρο Κοτζιά.
Θυμόμαστε οικογένειες, από τους Νοταράδες μέχρι τους Πανθέους και χαρακτήρες που μας εντυπωσίασαν, όπως ο Γιούγκερμαν σε ένα βιβλίο που αναλύει ήθη, κοινωνικές δομές αλλά και ιδεολογικές πορείες.
Η χρήση του όρου «Δοκιμασίες» στον τίτλο έχει να κάνει με το εξής, όπως το περιγράφει η ίδια η συγγραφέας – καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης: πρόκειται «για μια διπλή δοκιμασία ανάμεσα στα μέλη ενός οικογενειακού πλέγματος: τόσο μια ενδογενή κι εσωτερική που μπορεί να προέρχεται από τους κόλπους της οικογένειας, όσο, και πρωτίστως, για μια εξωγενή δοκιμασία που ξεφεύγει από την επικράτεια του οίκου, αντιμετωπίζει γεγονότα κατά το μάλλον ή ήττον καθοριστικά που υπερβαίνουν τα όρια του ατομικού και του οικογενειακού βιώματος και ως προς τις αιτίες και ως προς τις επιπτώσεις τους».

Μανώλης Πιμπλής