Τι πάμε να κάνουμε;

servetas

Ο επικεφαλής του κόμματος της Αριστεράς, Γιούνας Σέστεντ, στην προεκλογική συνάντηση

Του Άγγελου Γεωργακόπουλου

Ο πανικός που κυριάρχησε τις τελευταίες 15 μέρες, όταν οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι το ακροδεξιό κόμμα «Σουηδοί Δημοκράτες» μπορεί να ξεπεράσει το 20% από 12,8% που έχει σήμερα, φαίνεται ότι έκανε πολλούς στη Σουηδία να ξαναδούν τα πράγματα από την αρχή. Σύμφωνα με τις τελευταίες, πριν τις εκλογές, δημοσκοπήσεις, το ποσοστό των ακροδεξιών θα κυμανθεί γύρω στο 18%, ενώ ταυτόχρονα οι Σοσιαλδημοκράτες δεν θα πέσουν κάτω από το 25%, που τους έδιναν πριν από δύο εβδομάδες. Σε κάθε περίπτωση πάντως το μεγαλύτερο κόμμα της χώρας, που κάποτε δημιούργησε μία χώρα-πρότυπο για όλο τον κόσμο, θα καταγράψει τα χειρότερα εκλογικά ποσοστά στην ιστορία του.
Ιστορικό θα είναι και το ποσοστό που αναμένεται να καταγράψει η «Αριστερά», που απ’ ό,τι φαίνεται θα ξεπεράσει το 10% (σήμερα έχει 5,7%). Αν οι Σοσιαλδημοκράτες αποφασίσουν να ξανασυνεργαστούν μαζί της, όπως έκαναν όλα τα χρόνια της ευημερίας, υπάρχει περίπτωση να αναχαιτιστεί το νεοφιλελεύθερο ρεύμα που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια στη χώρα και γκρεμίζει ό,τι χτίστηκε επί δεκαετίες.
Μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση κυβερνητικών συσχετισμών θα παίξουν τα τέσσερα μικρά κεντροδεξιά κόμματα. Από το πόσα απ’ αυτά θα καταφέρουν να πιάσουν το όριο του 4% και να μπουν στη βουλή και κατόπιν ποια εξ αυτών θα συνεργαστούν είτε με τους Σοσιαλδημοκράτες είτε με τους Μετριοπαθείς στο σχηματισμό κυβέρνησης. Οι Μετριοπαθείς που κυβέρνησαν τη χώρα επί δύο συνεχείς τετραετίες, 2006 έως 2014, αναμένεται να καταγράψουν και αυτοί το χειρότερο ποσοστό στην ιστορία τους, που θα κυμανθεί γύρω στο 17,5%, από 23,5% που έχουν σήμερα, υπάρχει πιθανότητα να διεκδικήσουν την κυβέρνηση μόνο αν τα τέσσερα μικρά κόμματα πάρουν μεγάλα ποσοστά, κάτι που θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο.

Πρωτόγνωρη κατάσταση

Γεγονός είναι ότι στη σουηδική πολιτική σκηνή επικρατούσε, λίγες ώρες πριν ανοίξουν οι κάλπες, μία πρωτόγνωρη κατάσταση. Ειδικά προγράμματα στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, καθώς και αφιερώματα στον Τύπο ενημερώνουν τους πολίτες για τις διαδικασίες που προβλέπονται για το σχηματισμό κυβέρνησης. Η ξεκάθαρη έως τώρα σχέση των δύο μπλοκ, «σοσιαλιστικό» με τους σοσιαλδημοκράτες και την αριστερά και «αστικό» με τα υπόλοιπα κόμματα, δεν υπάρχει πλέον. Η είσοδο στη βουλή των ακροδεξιών και η μόνιμη άρνηση των Οικολόγων να διαλέξουν στρατόπεδο δυσκόλεψε τους συσχετισμούς. Πάντως τα σενάρια που ήθελαν να σχηματίζουν κυβέρνηση τύπου Γερμανίας με το μεγάλο συνασπισμό, Σοσιαλδημοκράτες με Μετριοπαθείς, έχουν πλέον ατονήσει.
Επίσης, απίθανο θεωρείται κάποιο από τα μεγάλα κόμματα να συνεργαστεί ή να ενταχθεί σε κυβέρνηση συνεργασίας στην οποία θα συμμετέχουν και οι ακροδεξιοί. Στελέχη όλων των κομμάτων απέκλεισαν τέτοιο ενδεχόμενο, ξέροντας καλά ότι αν γίνει, η χώρα τους θα χάσει το μεγαλύτερο της εμπορικό ατού: να θεωρείται ακόμα, παγκοσμίως, ως χώρα- πρότυπο για το κοινωνικό της κράτος. Ακόμα και επί δεξιών κυβερνήσεων αυτός ο μύθος, σήμερα, εξακολουθούσε να καλλιεργείται, καθώς θεωρείται ως ο καλύτερος πρέσβης της χώρας στο εξωτερικό.

«Σουηδοί Δημοκράτες»

Στην απερχόμενη κυβέρνηση συμμετείχαν οι σοσιαλδημοκράτες και οι οικολόγοι «Πράσινοι». Την τετραετία που πέρασε δεν κατάφεραν να ξαναφτιάξουν αυτά που γκρέμισαν οι συντηρητικοί την προηγούμενη οκταετία αλλά το μεγαλύτερο λάθος τους ήταν που δεν κατάφεραν να αποφύγουν να χορέψουν στον ρυθμό που τους έπαιζαν οι Ακροδεξιοί «Σουηδοί Δημοκράτες». Τη διετία 2014-2015 η χώρα δέχθηκε πάνω από 160.000 πρόσφυγες και μετανάστες οι οποίοι επιθυμούσαν να εγκατασταθούν μόνιμα στη χώρα. Ο αριθμός αυτός είναι πολύ μεγάλος για τις δυνατότητες της Σουηδίας, με δεδομένο ότι δεν υπάρχουν πια οι υποδομές που υπήρχαν τα παλαιότερα χρόνια. Σε ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα δεν μπορεί να εφαρμοστεί το πάγιο σχέδιο των τριών σταδίων «προσαρμογή – ενσωμάτωση – αφομοίωση», με συνέπεια οι «ξένοι» να παραμένουν «ξένοι».
Παράλληλα, η μεταφορά των βιομηχανιών της χώρας στο εξωτερικό, οι μεγάλες ιδιωτικοποιήσεις στο χώρο της υγείας και η ανάθεση σε εργολάβους πολλών υπηρεσιών που προσέφεραν δημόσιοι φορείς, στέρησε τη δυνατότητα προσλήψεων τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα. Απορροφήθηκαν όσοι από τους νεοεισερχόμενους μπορούσαν να προσφέρουν υπηρεσίες στον τριτογενή τομέα και όσοι από τους υπόλοιπους δεν επέστρεψαν στις πατρίδες τους, οικειοθελώς ή με απελάσεις, δεν είχαν από πουθενά βοήθεια. Αποτέλεσμα ήταν στο ήδη μεγάλο ποσοστό ανεργίας να προστεθούν αρκετές χιλιάδες άνεργοι, χωρίς όμως κάλυψη της κοινωνικής πρόνοιας ή των ταμείων ασφάλισης. Στους δρόμους ακόμα και μικρών σουηδικών πόλεων, βλέπει πλέον κάποιος κάτι που έως πριν από μερικά χρόνια ήταν αδιανόητο: ζητιάνους!
Το έδαφος για τον πετυχημένο γιάπι, Τζίμι Όκερσον, τον επικεφαλής του ακροδεξιού κόμματος «Σουηδοί Δημοκράτες», ήταν γόνιμο. Οι «εκσυγχρονιστές σοσιαλδημοκράτες» είχαν καταστρέψει τις παλιές, καλές καλλιέργειες και επί οκτώ χρόνια το όργωναν οι νεοφιλελεύθεροι. Ο δυναμικός και πανέξυπνος Όκερσον, αφού μάζεψε όλες τις μικρές φασιστικές και ακροδεξιές ομάδες σε ένα κόμμα, επέβαλε την πολιτική ατζέντα στο θέμα που ο μέσος Σουηδός έβλεπε μπροστά του, τους ξένους. Με αυτά τα δεδομένα, δεν ήταν πλέον καθόλου δύσκολο να κυριαρχήσει στον προεκλογικό αγώνα και να απαιτεί να κυβερνήσει.

Άνοδος της Αριστεράς

Την εναλλακτική στη διακυβέρνηση δεξιών – ακροδεξιών την δίνει με το παράδειγμά του το κόμμα της Αριστεράς. Αν και δεν συμμετείχε στην κυβέρνηση, και λόγω των πολιτικών ηθών που υπάρχουν ακόμα στη χώρα, κατάφερε να περάσει από τη βουλή νόμους υπέρ των εργαζομένων και οι κατά τόπους συνεργασίες του, σε δήμους και περιφέρειες, να στέφονται από επιτυχία. Συγκρότησε το λόγο του, έβγαλε τα μέλη του από τα γραφεία στους δρόμους και τελικά είδε τις δημοσκοπήσεις να διπλασιάζουν, σχεδόν, τα ποσοστά του και να αυξάνεται εντυπωσιακά ο αριθμός των μελών του. Τους τελευταίους μήνες οργάνωσε το κίνημα «Έξω οι φασίστες από τη βουλή» που κατάφερε αν όχι να ανατρέψει, να σταματήσει το υπέρ των ακροδεξιών κλίμα.
Τώρα δηλώνει έτοιμο να συμμετέχει «σε μία σοσιαλιστική κυβέρνηση», όπως ανέφερε στέλεχός του στην «Εποχή». Το ζητούμενο είναι αν η σημερινή ηγεσία των σοσιαλδημοκρατών θα αντιληφθεί πλέον σε τι κατάσταση έχει φέρει τη χώρα η τακτική της, να προσπαθεί να διαχειριστεί με καλύτερους όρους τα προγράμματα των συντηρητικών, κάθε μορφής, ή αν μετά από περίπου 30 χρόνια θα συνεργαστεί με την Αριστερά σε πρόγραμμα για «να γίνει η Σουηδία ότι λέει πως είναι».