Τι βραβεία θέλουμε, ποια βραβεία φοβόμαστε;

Τι Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας θέλουμε; Βραβεία γενικής αποδοχής με εξασφαλισμένη την επιδοκιμασία της κριτικής ή βραβεία ριζοσπαστικά που προτείνουν νέες προσεγγίσεις στα πράγματα, και θα προκαλέσουν συζητήσεις και ενδεχομένως αντιδράσεις; Βραβεία που προσβλέπουν σε ένα ευρύτερο κοινό ή βραβεία που συνομιλούν με τη λογοτεχνική ελίτ; Βραβεία που καταξιώνουν τη λογοτεχνικότητα ενός βιβλίου ή την επιτελεστικότητά του, την παρεμβατική του δύναμη; Ας μην κρυβόμαστε. Το προφίλ των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας είναι ζήτημα πολιτικό. Και γι’ αυτό ακριβώς απαιτεί ευρεία εποπτεία του τοπίου των γραμμάτων.
Ωστόσο, ακόμα και να απαντήσουμε σε αυτά ή παρόμοια διλήμματα, πάλι το ζήτημα μένει ανοιχτό. Διότι έχει κομβική σημασία τι Βραβεία βιβλίου μπορεί τελικά να υποστηρίξει μια πολιτεία. Τι βραβεία αντέχει να «σηκώσει». Τι βραβεία δεν θέλει να δώσει. Ο Κώστας Ταχτσής του οποίου το Τρίτο στεφάνι είναι σταθμός στη νεοελληνική λογοτεχνία, δεν πήρε ποτέ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος ως το 1988 που δολοφονήθηκε. Ο Φάνης Μούλιος πήρε Βραβείο το 1989 για τους Κληρονόμους, που όμως δεν έγραψαν ιστορία…

ην περασμένη Κυριακή ανακοινώθηκαν από το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2019 για εκδόσεις του 2018. Το κορυφαίο βραβείο της χρονιάς, το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων απονεμήθηκε στην Μάρω Δούκα, «για το σύνολο του λογοτεχνικού έργου της». Έργο ζωντανό, στιβαρό, γοητευτικό, που έχει κερδίσει ένα μεγάλο κοινό συνειδητών αναγνωστών και που το ενδιαφέρον του ξεπερνά τον κόσμο του βιβλίου. Πρόκειται για μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων, κείμενα αυτοβιογραφικά που έχουν αποτυπώσει το στίγμα της Μεταπολίτευσης και της κρίσης και έχουν κτιστεί συστηματικά από μια συγγραφέα που δεν είναι περιχαρακωμένη στα γράμματα αλλά αντιλαμβάνεται και υπηρετεί τον κοινωνικό της ρόλο.
Η Δούκα τιμήθηκε με αυτήν την κορυφαία διάκριση χάρη σε μια θαρραλέα απόφαση της κριτικής επιτροπής. Μια απόφαση που δεν ήταν καθόλου εύκολη, από τη στιγμή που είναι συγγραφέας με ξεκάθαρη αριστερή (αλλά όχι κομματική) ταυτότητα, την οποία υποστηρίζει με ξεκάθαρο τρόπο στη δημόσια σφαίρα. Το πολιτικό παράδοξο είναι ότι θα πάρει το Μεγάλο Βραβείο από τα χέρια μιας υπουργού που έχει υπηρετήσει –και συνεχίζει–τις πιο αντιδραστικές θέσεις… Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι τη βράβευσή της δεν της την ανακοίνωσε πρώτη, όπως είθισται, η υπουργός Πολιτισμού αλλά η πρόεδρος της επιτροπής, που μάλιστα είχε υποστηρίξει αρχικά άλλη πρόταση, όπως φανερώνουν και τα Πρακτικά των Κρατικών Βραβείων.
Το όνομα της Μάρως Δούκα είχε προταθεί και για το 2017 αλλά τότε η (ίδια) επιτροπή ήταν επιφυλακτική, καθώς το τοπίο ήταν κανιβαλικό. Έτσι πρυτάνευσε μια αμυντική στάση, οπότε η ουσιαστική σημασία του λογοτεχνικού έργου της Μάρως Δούκα βγήκε από τη ζυγαριά για να μην «καεί» και η συμβολική του σημασία κρύφτηκε κάτω από το χαλί.
Όχι, λοιπόν, δεν είναι τόσο εύκολο να έχουμε τα Κρατικά Βραβεία που θέλουμε. Αλλά μάλλον ήρθε η ώρα να τα (ξανα)διεκδικήσουμε. Η συζήτηση είχε ξεκινήσει με προτάσεις της Ομάδας Βιβλίου που συστάθηκε επί Αριστείδη Μπαλτά, οι οποίες μάλιστα τέθηκαν σε διαβούλευση αλλά τελικά έμειναν στα χαρτιά.

Η μεγάλη ήττα

Με δεδομένη την αδιαφορία της σημερινής υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη για το χώρο του βιβλίου, των γραμμάτων και των ιδεών –κάτι που επιβεβαιώθηκε και από το διορισμό του στελέχους των Εκπαιδευτηρίων Δούκα, Νίκου Κούκη στη θέση του Κωνσταντίνου Τσουκαλά στο Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού–, η πολιτική των Βραβείων θα εξαρτάται από την εκάστοτε κριτική επιτροπή που θα τα απονείμει. Τουλάχιστον μέχρι να αλλάξει ο νόμος που τα διέπει και που έχει αποδειχτεί προβληματικός.
Η επιτροπή που τίμησε με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων τον Διονύση Καψάλη (2017), την Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου (2018) και την Μάρω Δούκα (2019) συγκροτήθηκε επί κυβέρνησης της Αριστεράς και ήταν από τις καλύτερες, παρότι ετερόκλιτη, αλλά η θητεία της λήγει σε λίγες ημέρες. Με πρόεδρο την Μαριλίζα Μητσού, αντιπρόεδρο την Μαίρη Λεοντσίνη και μέλη τους: Μιχάλη Χρυσανθόπουλο, Κλαίρη Μιτσοτάκη, Παυλίνα Παμπούδη, Κάλλια Παπαδάκη, Έλενα Χουζούρη (αντικατέστησε την Ελενα Μαρούτσου για το 2018), Άννα Αφεντουλίδου και Κώστα Καραβίδα, ήταν η πρώτη που έθεσε, εξαρχής και γραπτώς, συγκεκριμένα κριτήρια για κάθε κατηγορία Βραβείων. Δούλεψε σκληρά και συστηματικά, για να καλύψει τις τεράστιες καθυστερήσεις των προηγούμενων επιτροπών, και αξιολόγησε με αναλαμπές τόλμης και χωρίς πολλούς συμβιβασμούς τις λογοτεχνικές σοδειές του 2016, 2017, 2018. Ωστόσο, χρεώνεται μια μεγάλη ήττα που είναι πρωτίστως ήττα της ηγεσίας του ΥΠΠΟΑ. Εξαιτίας ακριβώς του γερασμένου νόμου που περιορίζει τα Βραβεία Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα σε πρόσωπα μέχρι και 35 χρονών, δεν απένειμε ούτε για το 2017 ούτε για το 2018 κανένα βραβείο.
Κι όμως είχε έγκαιρα σημάνει συναγερμό και είχε συζητήσει το πρόβλημα με τον γγ Σύγχρονου Πολιτισμού, Νικόλα Γιατρομανωλάκη.
Το συμβολικό κόστος αυτής της ήττας είναι πολλαπλάσιο από το πραγματικό. Όταν δεν τιμώνται οι πρωτοεμφανιζόμενοι/ες απαξιώνεται το νέο αίμα στα γράμματα και η ίδια η ανανέωση και η προοπτική της εγχώριας λογοτεχνίας. Και το σπουδαιότερο: η μη-βράβευση περνά το μήνυμα πως είναι κλειστοί οι δρόμοι της αμφισβήτησης, της κριτικής, της αποκαθήλωσης του status quo, όσο και του διαλόγου του παλιού με το καινούργιο.
Το πόσο σημαντική είναι η ανάδειξη των νέων φωνών φάνηκε από το φρέσκο αέρα που φύσηξε στη λογοτεχνική ζωή, όταν το περιοδικό «Διαβάζω» εισήγαγε το 2007 τα Βραβεία σε Πρωτοεμφανιζόμενους (έως 45 χρονών). Η πολιτεία τα καθιέρωσε με καθυστέρηση, το 2011, οι κριτικές επιτροπές της τα υπονόμευσαν με κατάχρηση των «εξ ημισείας» βραβεύσεων και, τώρα μετά από επτά χρόνια, η Λίνα Μενδώνη τα άφησε να σβήσουν. Ωστόσο το ζητούμενο ήταν απλό: να απαλειφθεί το ηλικιακό κριτήριο. Να μπορεί να βραβευτεί ένας Ρεμπό και ένας Λαμπεντούζα! Έλειπε όμως η πολιτική βούληση.

Το μεγάλο στοίχημα

Πολλά λέγονται για τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας, που καθιερώθηκαν το 1956 και έχουν φάει μερικά γερά χαστούκια στην πορεία τους. Το σίγουρο είναι πως πρόκειται για ένα δυσκίνητο κρατικό θεσμό. Είναι χαρακτηριστικό το πώς φανέρωσαν την ατολμία τους το 2001, όταν ο ναός του συντηρητισμού, η Ακαδημία Αθηνών, απένειμε το σημαντικό Βραβείο Ουράνη στον αριστερό Μανόλη Αναγνωστάκη. Οπότε ακολούθησαν καταϊδρωμένα και τα Κρατικά, απονέμοντάς του το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων το 2002 αλλά αποδυναμωμένο, ως τιμητικό παράσημο αποστρατείας. Στα 82 του. Δέκα χρόνια μετά από το Υ.Γ.
Ευτυχώς δεν έγινε το ίδιο με την Μάρω Δούκα, την Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου και τον Διονύση Καψάλη. Είναι βραβεύσεις σε προσωπικότητες με δυναμική παρουσία, ενεργές, με πολυσύνθετο έργο που εξελίσσεται. Ωστόσο, το μήνυμα που μεταφέρουν ως σύνολο αυτές οι βραβεύσεις είναι συγκεχυμένο, απότοκο κάθε κριτικής επιτροπής με μέλη που έχουν διαφορετικές αντιλήψεις, διαφορετικές προτεραιότητες, διαφορετική προσέγγιση και διαφορετική εποπτεία, σε ένα πεδίο όπως τα γράμματα όπου επιπλέον δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια.
Το στοίχημα, λοιπόν, της αναζωογόνησης και της ριζικής αναδιάρθρωσης των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας –ή Βιβλίου, καλύτερα– είναι η επιλογή του προφίλ τους. Από εκεί και πέρα τα ποικίλα προβλήματά τους, μεταξύ τους πολλά πρακτικά, θα λυθούν (ή θα οξυνθούν) με τη συγκρότηση εμπνευσμένων (ή διεκπεραιωτικών) κριτικών επιτροπών. Όπως έχει φανεί, το «κλειδί» τους και το ζητούμενο είναι η εποπτεία της βιβλιοπαραγωγής και η ομοψυχία μεταξύ των μελών. Κάτι που σίγουρα δεν διασφαλίζεται με το σύστημα των ποσοστώσεων (τρεις πανεπιστημιακοί, τρεις κριτικοί, τρεις συγγραφείς) με βάση το οποίο συγκροτούνται σήμερα.
Το 1997, πάντως, όταν ο Μένης Κουμανταρέας είχε τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, είχε δηλώσει ότι περίμενε από την πολιτεία «να αξιοποιήσει τα λογοτεχνικά βραβεία με έναν ευρύτερα λαϊκό τρόπο». Αυτό, μαζί με πολλά άλλα, παραμένει ζητούμενο: να καταφέρουν τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας να απελευθερώσουν τη λογοτεχνία από τον περιφερειακό ρόλο της.

Μικέλα Χαρτουλάρη