Τι χρειάζεται ν’ αλλάξει στον ΣΥΡΙΖΑ

Από την πρώτη κιόλας μετεκλογική συνεδρίαση της πολιτικής γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ έχει τεθεί το ζήτημα της αντιστοίχισης του κόμματος με την εκλογική επιρροή του. Υπάρχει, ωστόσο, ένα ερώτημα που προηγείται: η ηγεσία αυτού του κόμματος, το οποίο κατόρθωσε να διευρύνει την εκλογική επιρροή του σε τέτοιο βαθμό, υπήρξε και είναι αντιστοιχημένη με τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του, που αναδείχθηκαν στη διάρκεια της διεύρυνσης της εκλογικής επιρροής του;
Να εξηγήσουμε γιατί. Το μέγεθος και η σταθερότητα της εκλογικής επιρροής ενός κόμματος εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την ικανότητά του να συλλαμβάνει και να εκφράζει τις απαιτήσεις και τις προσδοκίες μεγάλων τμημάτων του εκλογικού σώματος. Ένα κόμμα που έχει κατορθώσει από το επίπεδο του μονοψήφιου εκλογικού ποσοστού να φτάσει να διεκδικεί και να εξασφαλίζει σε αντίξοες συνθήκες την προτίμηση του ενός τρίτου του εκλογικού σώματος, κατά τεκμήριο έχει κάνει κατά βάση ορθές στρατηγικές και τακτικές επιλογές. Δηλαδή, έχει αντιστοιχηθεί με τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της σχετικής, τουλάχιστον, πλειονότητας των εκλογέων. Συνεπώς, έχει στην πράξη απαντήσει στο αρχικό ζήτημα. Και δεν έχει απλώς το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση να αντιστρέψει το ερώτημα και να απευθυνθεί στην ηγεσία του: εκείνη, βρίσκεται σε αντιστοίχιση με τα καθήκοντα που από καιρό της έχει θέσει η αυξανόμενη και εδραιούμενη εκλογική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ;

Κόμμα με προϊστορία

Το κόμμα, ως συλλογικός πολιτικός οργανισμός μελών και στελεχών, έχει επανειλημμένα και σε κρίσιμες στιγμές αποδείξει ότι υπερβαίνει εαυτόν και προσπαθεί να βρίσκεται σε αντιστοιχία με τις ανάγκες που αναδεικνύει η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα: από ένα κόμμα που αγωνιούσε αν θα μπει στη Βουλή (Συνασπισμός), μεταβλήθηκε, όχι διά μαγείας αλλά με ορθές και συνεπείς επιλογές, σε ενωτικό κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς, που μπορεί να θέτει με αξιώσεις ως στόχο τη διεκδίκηση της κυβέρνησης (ΣΥΡΙΖΑ). Και όλα αυτά που συνήθως λέγονται ελαφρά τη καρδία περί «κόμματος διαμαρτυρίας», που ευτυχώς άλλαξε χαρακτήρα, δείχνουν μάλλον άγνοια: αυτή η αριστερά που υπηρετούμε μισό αιώνα, δεν υπήρξε ποτέ «κόμμα διαμαρτυρίας», από το αντίθετο σύνδρομο κινδύνεψε ορισμένες φορές. ΚΚΕ Εσωτερικού, ΣΥΝ, ΑΚΟΑ, ακόμα και το ΚΚΕ της εποχής, στην πράξη δεν αδιαφόρησαν ποτέ για το ζήτημα της κυβέρνησης, παρότι τα οράματά τους ήταν οράματα αριστεράς και ο ορίζοντάς τους δεν περιοριζόταν στα όρια της συγκυρίας.
Αυτός ο πολιτικός οργανισμός αποδείχθηκε ικανός να ασκήσει και κυβερνητικά καθήκοντα σε καθεστώς μνημονιακού καταναγκασμού, χωρίς να διαλύσει την εκλογική επιρροή του, αντίθετα σταθεροποιώντας τη. Κι αυτό συνέβη παρά τις λανθασμένες τακτικές, επικοινωνιακές και άλλες επιλογές της ηγεσίας του, παρά τις άστοχες εκτιμήσεις της, που έθεσαν σε σοβαρό κίνδυνο τα έως τότε θετικά βήματα, όπως φάνηκε στις ευρωεκλογές. Το ακριβώς αντίθετο, λοιπόν, μπορεί να ισχυριστεί κάποιος: παρότι αυτό το κόμμα επιχειρεί και μέχρι τώρα το καταφέρνει να αντιστοιχείται, με δυσκολία έστω, στις αυξημένες απαιτήσεις της διευρυνόμενης εκλογικής επιρροής του, η ηγεσία του δεν έχει κάνει κάτι σημαντικό και ουσιαστικό (όχι μόνο στην τετραετία που την απορρόφησαν τα κυβερνητικά καθήκοντα), ώστε η ίδια να αντιστοιχηθεί με τις ανάγκες αυτού του κόμματος, που υπολειτουργεί, δεν αναπτύσσεται, δεν μπορεί να μετατρέψει τους προβληματισμούς των μελών του σε ιδεολογική, πνευματική και πολιτική τελικά καλλιέργεια και παραγωγή, δεν βοηθιέται να μετατραπεί σε κόμμα που μετασχηματίζει την εκλογική επιρροή του σε στέρεη, διαρκή και αναπτυσσόμενη σχέση με τα κοινωνικά στρώματα που προσβλέπουν σ’ αυτό.
Αυτό το κομματικό σώμα έχει αποδείξει ότι είναι σε θέση να αναλάβει έναν τέτοιο ρόλο, εάν και εφόσον η ηγεσία του αντιληφθεί και αναλάβει τις δικές της υποχρεώσεις. Εάν αναλύσει την πραγματική κατάσταση και δεν αναλωθεί σε ευρήματα και τακτικισμούς μιας χρήσης, που υποκαθιστούν με το χειρότερο τρόπο την ανάγκη να καλυφθεί ένα πραγματικό κενό, δηλαδή με τη συντήρηση μιας ακόμα κρισιμότερης απουσίας: της απουσίας ηγεσίας που νοιάζεται για την οικοδόμηση κόμματος όχι απλώς αντίστοιχου με την εκλογική επιρροή του (πράγμα τόσο αυτονόητο που καταντάει κοινοτοπία), αλλά και ικανού να τη μετατρέπει σε στρατηγική ενίσχυσης και αναβάθμισης του δεσμού με τα κοινωνικά στρώματα που θέλει να εκφράσει πολιτικά και εκλογικά.

Σχέση καλής γειτονίας με το κέντρο

Από τη στιγμή, όμως, που θα προφέρουμε τη λέξη «στρατηγική», θα πρέπει να αφήσουμε τα παιχνίδια με τις λέξεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ, και πρώτα απ’ όλα η ηγεσία του, οφείλει να εντάξει όλες τις σχετικές κινήσεις του σε μια στρατηγική μακράς πνοής και όχι ευκαιρίας. Ως κυβέρνηση έχει νομοθετήσει την απλή αναλογική. Πώς θα αντιστοιχίσει αυτή τη σαφή επιλογή του με την πρακτική του ως κόμμα που επιδιώκει την ανάδειξή του στην κυβέρνηση; Μπορεί να υπηρετηθεί αυτή η αξιακή επιλογή με την επιδίωξη της αφομοίωσης των όμορων πολιτικών δυνάμεων ; Και όσοι δεν αφομοιωθούν, είναι αδιάφορο τι θα απογίνουν, ποιον θα προσεγγίσουν; Η επιλογή της απλής αναλογικής κάνει ακόμα πιο απαραίτητη την επεξεργασία και εφαρμογή μιας στρατηγικής συμμαχιών σε άμεση συνάφεια με το ρόλο και το χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ. Εδώ εντοπίζεται μια πολύ σοβαρότερη αναντιστοιχία που απαιτείται να αρθεί.
Ειδικότερα, χρειάζεται μια επαρκέστερη ανάλυση για το ρόλο των κομμάτων του κέντρου, για το ρόλο των μεσοστρωμάτων, για τον χαρακτήρα των μικροαστικών πολιτικών συμπεριφορών και προσδοκιών, για την ιδεολογία που τις στηρίζει, για τις ιδιαιτερότητες των μερίδων που τα αποτελούν. Δεν αρκεί το σύνθημα της – αναγκαίας – φορολογικής ελάφρυνσής τους. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θεωρεί τα κόμματα αυτά τεχνητά εμπόδια μιας αυτοδυναμίας, αλλά πιθανούς συμμάχους σε μια προγραμματική σύγκλιση, οφείλει να αποκτήσει αντίστοιχη στρατηγική. Στις συνθήκες που διαμορφώνονται με κυβέρνηση ΝΔ και με αναμφισβήτητα προέχουσα πια τη θέση του ΣΥΡΙΖΑ στη δημοκρατική αντιπολίτευση, είναι πιο πιθανό να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για σχέσεις καλής γειτονίας με τις δυνάμεις του κέντρου στην κεντρική πολιτική σκηνή, αλλά και στα κινήματα. Ένα κόμμα που φιλοδοξεί να παίξει ηγεμονικό ρόλο στον εντεύθεν της δεξιάς πολιτικό χώρο, δεν μπορεί να μη θέτει αυτά τα ερωτήματα και να μην αναζητά απαντήσεις. Χωρίς απαντήσεις, χωρίς καν να τεθούν τέτοιου είδους ερωτήματα, η πιο πιθανή κατάληξη για το αίτημα της αντιστοίχισης του ΣΥΡΙΖΑ με την εκλογική επιρροή του, είναι η πλήρης ταύτισή του μ’ αυτή την επιρροή και η απουσία κόμματος, η απουσία στρατηγικής, η απουσία πολιτικής, η απουσία οργανικής σχέσης με την κοινωνία. Υπάρχει έστω και ένας, και αστικός ακόμα, πολιτικός σχηματισμός που να έχει επιχειρήσει κάτι τέτοιο; Αυτός που μας νίκησε, πάντως, στις πρόσφατες εκλογές, ήταν πάντοτε ένα κόμμα καλά οργανωμένο και ιδεολογικά συγκροτημένο, ανεξάρτητα από τη συγκυριακή αύξηση ή μείωση της εκλογικής επιρροής του.

Χ. Γεωργούλας