Το 1968. Τόσο μακριά – τόσο κοντά

giatzoglou-1

 

Του Δημήτρη Γιατζόγλου

 

Μισός αιώνας από τότε. Από τη χρονιά με τα κατακλυσμικά γεγονότα, που επιτάχυναν τις τάσεις πολυδιάσπασης του κομμουνιστικού κινήματος: η εισβολή του τεθωρακισμένου σταλινισμού στην Τσεχοσλοβακία, για να καταπνιγούν στη γένεσή τους τα δημοκρατικά σκιρτήματα στο κόμμα και στην κοινωνία· η φοιτητική εξέγερση στη Γαλλία, που διευρύνει και ριζοσπαστικοποιεί την κλασική αντικαπιταλιστική προβληματική με αιτήματα και πρακτικές που υπερβαίνουν τον αμήχανο κομφορμισμό του ΚΚΓ. Μια διπλή πρόκληση, η οποία επιτείνει την αποστασιοποίηση των ΚΚ της Δυτικής Ευρώπης από το «παράδειγμα» του υπαρκτού σοσιαλισμού· και την αμφισβήτηση της σοβιετικής επικυριαρχίας σε μια ενότητα του κινήματος με όρους «στρατοπέδου».

Και που, ταυτόχρονα, γονιμοποιεί και ανανεώνει θεωρητικές και προγραμματικές αναζητήσεις. Για τον σοσιαλισμό, όχι ως αποτέλεσμα ιστορικής νομοτέλειας, αλλά ως ιστορικής δυνατότητας, που πραγματώνεται μέσα από ένα σύνθετο «πόλεμο θέσεων» των υποτελών κοινωνικών τάξεων για τη διεύρυνση του δημοκρατικού πεδίου στο κράτος και την κοινωνία. Για μια νέα στρατηγική μετάβασης στο σοσιαλισμό σε συνθήκες αναπτυγμένου καπιταλισμού, με την κατηγορηματική εγκατάλειψη της λογικής του «επαναστατικού άλματος» κατά το υπόδειγμα της εφόδου στα όποια «χειμερινά ανάκτορα». Για τα νέα ζητήματα που πρέπει να ενσωματωθούν στην προγραμματική ατζέντα της Αριστεράς και που δεν θα επιλυθούν αυτομάτως μέσα από την οικονομική μεγέθυνση, και για πολλά άλλα που, έστω και σε εμβρυακή μορφή, δείχνουν τα όρια του οικονομισμού και της «θεωρίας των σταδίων». Για την ταυτότητα τελικά του ευρωκομμουνισμού.

 

Μια χρόνια, έρπουσα κρίση

 

Σ’ αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, και το δικό μας ’68, μέσα στο ζόφο της δικτατορίας, που με βάση τη μετεμφυλιακή συνθήκη και τη συγκεκριμένη χρονικότητα εκφράζεται με μια δραματική τομή: Η 12η πλατιά ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ να οριστικοποιεί τη ρήξη στο επίπεδο της ηγεσίας, αποκαλύπτοντας μια χρόνια, έρπουσα κρίση. Η διάσπαση και η μεταφορά της σε ολόκληρο το σώμα της Αριστεράς, μέσα από σκληρές αντιπαραθέσεις παντού –στους τόπους εξορίας, στις φυλακές, στην παρανομία. Η παλινδρόμηση μεταξύ της απόφασης για μια απελευθερωτική ρήξη και της λαχτάρας για ενότητα, δηλαδή η διάσπαση ως τραύμα, αλλά και ως ελπίδα. Και, ταυτόχρονα, ο συγκλονισμός των συνειδήσεων και η συνειδητοποίηση των αδιεξόδων του κινήματος και η ψηλάφηση μιας άλλης προοπτικής, με αιχμές αρχικά το αίτημα της εσωκομματικής δημοκρατίας και της χειραφέτησης από τα δόγματα μιας αποστεωμένης ιδεολογίας. Μια αφύπνιση, που συντελείται βασανιστικά και αντιφατικά, με ταλαντεύσεις και ασυνέχειες, σε συνθήκες που απέκλειαν την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών και το συλλογικό διάλογο, και που πολλές φορές έπαιρνε τον χαρακτήρα μιας βίαιης και ισοπεδωτικής απόρριψης του μαρξισμού, αλλά που με όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, αποτέλεσε την αφετηρία για τη συγκρότηση ενός νέου πολιτικού υποκειμένου και ενός αστερισμού που το περιβάλλει εξ αρχής ως χώρος αναπνοής και συνομιλίας: του ΚΚΕ εσωτερικού και του δημόσιου χώρου της Ανανεωτικής Αριστεράς.

 

Κριτική με ενεργητική νοσταλγία

giatzoglou-2

Να σκεφτούμε, λοιπόν, το ’68 μέσα από τη διαδρομή ενός ιστορικού εγχειρήματος, 50 χρόνια από την αφετηρία του και 32 χρόνια μετά το κλείσιμο του κύκλου του το 1986. Όχι μ’ ένα είδος παθητικής αναπόλησης, που εξωραΐζει ή μηδενίζει, κατά περίπτωση, αλλά μέσα από μια κριτική, «ενεργητική νοσταλγία» που θέλει να διαπιστώσει τι επιζεί, τι έκλεισε τον κύκλο του, τι αξίζει να διασωθεί και να επικαιροποιηθεί· που επιχειρεί να ανασυστήσει δεσμούς του τότε με το τώρα, να εντοπίσει αιτήματα, προτάγματα και προσδοκίες εκείνης της περιόδου, τα οποία παρά τη διάψευσή τους παραμένουν ανοιχτές αποθέσεις, από τη σκοπιά της εξόδου από τις δουλείες του καπιταλισμού. Να σκεφτούμε, ας πούμε, γιατί εκείνη η υπόθεση του «δημοκρατικού σοσιαλισμού», που υποκίνησε ριζοσπαστικές θεωρητικές επεξεργασίες και στηρίχθηκε τότε από το πάθος χιλιάδων ανθρώπων, αποτελώντας το επίκεντρο του ιδεολογικού τους ορίζοντα, κατέληξε μια απλή ρητορική υπενθύμιση (σπανίως και αυτή) που δεν γονιμοποιεί πια τον προγραμματικό λόγο της Αριστεράς, υποκατεστημένη από τη φιλοδοξία της συμβολής της για έναν εξανθρωπισμένο καπιταλισμό, απαλλαγμένο από τις ακρότητες της αγοράς.

Να ανακαλέσουμε, δηλαδή, ένα καταγωγικό πολιτικό παρελθόν μας ως μια ισχυρή «μνημονική στιγμή» εναντίον της λήθης και υπέρ της ιστορικής ολότητας των αγώνων των καταπιεσμένων και της Αριστεράς, η οποία μπορεί να ενσωματωθεί στο Πολιτικό Σχέδιο για τη δραστική αμφισβήτηση του καπιταλισμού.

Ξέρουμε βέβαια ότι αυτή η ανάκληση δεν αποσκοπεί στην ανεύρεση μιας κρυμμένης «αντικειμενικότητας», ότι είναι συναρτημένη με τις ιδιαίτερες ιδεολογικές και πολιτικές σταθερές του καθενός μας και με διαφορετικές στρατηγικές επιλογές, ότι δηλαδή αυτή η ανάκληση είναι ένα πολιτικό διακύβευμα στο παρόν. Δεν υπάρχουν συνεπώς αποκλειστικοί κληρονόμοι και αυθεντικοί εκφραστές των ιδεών που το ΚΚΕ εσωτερικού και η Ανανεωτική Αριστερά προσκόμισαν στις αντιπαραθέσεις της περιόδου από το 1968 έως το 1986. Αυτή η παραδοχή είναι το μοναδικό όριο μιας κατά τα άλλα αυτονόητης ιδιοτέλειας.

 

Το ζήτημα της κομμουνιστικής ταυτότητας

 

Το εγχείρημα κράτησε 18 χρόνια. Ο βίος του σημαδεύτηκε από δυσκολίες, από εκλογικές καταγραφές μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, από τραυματικές διασπάσεις που άφηναν πίσω τους απώλειες, με κορυφαία εκείνη του 1986 που έκλεισε και τον κύκλο, στο όνομα της «φυγής προς τα εμπρός» για τη δημιουργία ενός νέου, μη κομμουνιστικού φορέα –της ΕΑΡ, ενός βραχύβιου πολιτικού υβριδίου, που απλώς διευκόλυνε τη συνάντηση με το ΚΚΕ για τη συγκρότηση του Συνασπισμού.

Ωστόσο, οι εντάσεις που οδήγησαν στις δύο μείζονες ρήξεις στο εσωτερικό του, αυτή που μόλις προαναφέρθηκε και εκείνη στους κόλπους του «Ρήγα», η οποία κατέληξε στην αποχώρηση της Β’ Πανελλαδικής, δεν προέκυψαν από διαφωνία επί της πολιτικής γραμμής ή ακόμα και επί της στρατηγικής. Προέκυψαν από τις διαφωνίες επί του κομμουνιστικού ή μη χαρακτήρα του, δηλαδή επί της ταυτότητας. Πολιτικές διαφωνίες ανέκυπταν βεβαίως σε διάφορες στιγμές της πορείας, περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές, αλλά οι συσπειρώσεις που σχηματίζονταν υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης μεταβάλλονταν και από την άποψη της σύνθεσης και ως προς τους εκφραστές τους στο επίπεδο των προσώπων. Η αντίληψη που επιχειρεί να ερμηνεύσει την ιστορική διαδρομή του κόμματος με όρους μιας αέναης πάλης δύο διακριτών και ασυμφιλίωτων γραμμών, συγκροτημένων σε δύο συμπαγείς πτέρυγες (μια «δεξιά» και μια «αριστερή») με σταθερούς εκφραστές, είναι μια απλουστευτική αντίληψη.

Αξίζει να θυμηθούμε ότι στην πρώτη φάση, αμέσως μετά το ’74, εκεί που κατά τη γνώμη μου κρίθηκε το στοίχημα να αποκτήσει το πολιτικό μας υποκείμενο την οντότητα ενός ισχυρού λαϊκού ρεύματος, η πλειοψηφία που στήριξε τους δύο πυλώνες της κεντρικής πολιτικής του πρότασης υπήρξε συντριπτική: «Οι στόχοι του έθνους», ως μεσοπρόθεσμη στρατηγική πρόταση ηγεμονίας και η πολιτική γραμμή της ΕΑΔΕ, ως πρόταση ανακατανομής των συσχετισμών και συσπείρωσης κοινωνικών δυνάμεων γύρω μας, αμφισβητήθηκαν ελάχιστα, τόσο στο επίπεδο της ηγεσίας, όσο και μέσα στην κομματική βάση.

 

Ο δημοκρατικός δρόμος προς το Σοσιαλισμό

 

Το ΚΚΕ εσωτερικού εισήγαγε στην αγορά των ιδεών και στο στίβο των πολιτικών αντιπαραθέσεων μια διακριτή στρατηγική πρόταση –αυτήν του δημοκρατικού δρόμου προς το Σοσιαλισμό. Δεν την έχει εξ αρχής απολύτως επεξεργασμένη. Θέτει ερωτήματα χωρίς να διαθέτει όλες τις απαντήσεις. Επιχειρεί να οριοθετηθεί έναντι του ΠΑΣΟΚικού λαϊκισμού και του σταλινισμού. Μπορεί πολλές φορές το μέτωπο στο λαϊκισμό να καταλήγει σ’ έναν αφ’ υψηλού «αντιλαϊκισμό», που δεν μπορεί να συνομιλήσει με τα λαϊκά στρώματα. Μπορεί το μέτωπο στο ΚΚΕ να υφίσταται κατά καιρούς τις ρωγμές των επικλήσεων για ενότητα και να μη βαθαίνει όσο θα έπρεπε. Μπορεί για πολλούς ο «δρόμος» να κατανοείται ως ένα «μεταρρυθμιστικό συνεχές», αλλά τίποτα δεν αλλάζει τη βαρύτητα και τη σημασία της στρατηγικής πρότασης, που η εμβέλειά της ξεπερνά τις εκλογικές καταγραφές και το στενό πολιτικό μας ακροατήριο. Η εμβέλεια της πρότασης είναι όντως ευρύτερη από την πολιτική μας επιρροή και αυτή είναι μια διατύπωση που δεν προκύπτει από την, έκδηλη πολλές φορές, αυταρέσκειά μας.

Η πεποίθηση ότι η δημοκρατία δεν είναι απλώς η βασιλική οδός προς το Σοσιαλισμό, αλλά η μόνη· ότι η αναγκαία μεγάλη λαϊκή συναίνεση είναι ο όρος για την πραγματοποίηση ριζοσπαστικών αλλαγών και αυτό πρέπει να εκφράζεται ελεύθερα· ότι οι θεσμοί της αντιπροσώπευσης θα έπρεπε να στηρίζονται και από μορφές άμεσης δημοκρατίας· ότι οι αλλαγές θα πρέπει να εγγράφονται και στο πεδίο του κράτους και να σταθεροποιούνται θεσμικά ως δημοκρατικά κεκτημένα των μαζών, είναι το πιο επαναστατικό στοιχείο που φέρνει στην πολιτική ζωή η Ανανεωτική Αριστερά.

Στο υπόβαθρο της στρατηγικής αυτής πρότασης, υπήρξε εξ αρχής μια απαίτηση: η πολιτική της Αριστεράς πρέπει να εντάσσεται σ’ ένα συνεκτικό αξιακό και θεωρητικό πλαίσιο. Η λαϊκή διαθεσιμότητα πρέπει να διαμεσολαβεί από ιδέες, αξίες και προγράμματα, ώστε να παραχθεί η κατά Γκράμσι «Μεγάλη Πολιτική», που δεν αρκείται στη διαχείριση και στις μικροδιευθετήσεις του υπάρχοντος, αλλά επαναστατικοποιεί συνεχώς τις συνειδήσεις των ανθρώπων και τους συσπειρώνει στην προοπτική της καθολικής χειραφέτησης.

Κι όμως αυτή η στρατηγική σύλληψη –κατά τη στιγμή της μετάβασης σ’ ένα νέο ιστορικό κύκλο το 1974, σε μια κρίσιμη στιγμή κατά την οποία εμφανίζονται οι νέες πολιτικές τάσης που θα μορφοποιηθούν και θα παγιώσουν τον «ιστορικό δικομματισμό», μέχρι την οριστική του αποσάθρωση μετά το 2010 -μεταφράστηκε σε μια μονοδιάστατη πολιτική για τη συγκυρία που αδικούσε τον πλούτο και στένευε τον ορίζοντα του στρατηγικού σχεδίου.

 

Αμυντική πρόταση λανθασμένης ανάγνωσης

 

Αξίζει να σταθούμε εδώ, αν και μια περισσότερη αναλυτική διαπραγμάτευση είναι αδύνατη στα πλαίσια αυτού του κειμένου:

«Οι στόχοι του έθνους» θεωρήθηκαν το μανιφέστο που συμπύκνωνε την πολιτική φιλοσοφία του νέου κόμματος –κείμενο ορόσημο της αυτονομίας και της οριοθέτησής του μέσα στον προοδευτικό χώρο. Η ιερά βίβλος των ιδεών του, που λειτουργούσε επί χρόνια ως ιδεολογικό φετίχ για τη μεγάλη πλειοψηφία του κόμματος. Επιχειρούσε ένα είδος έκκλησης προς όλες τις πολιτικές δυνάμεις για μια εθνική δημοκρατική συνεννόηση απέναντι στον κίνδυνο ενός αντιδραστικού πισωγυρίσματος. Ήταν, όμως, ταυτόχρονα μια χειρονομία διεκδίκησης της ηγεμονίας, μέσα στην Αριστερά και μέσα στην κοινωνία. Η πρακτική και επί της συγκυρίας απόληξη των ιδεών που το κείμενο διατύπωνε, συμπυκνώθηκε στην πολιτική γραμμή της ΕΑΔΕ, την πολιτική της Εθνικής Αντιδικτατορικής Δημοκρατικής Ενότητας. Έτσι, λοιπόν, διαμορφώθηκε μια πολιτική πρόταση συνεκτική για τη συγκυρία και την προοπτική. Μόνο που η συνοχή της προέκυπτε από ένα είδος αυτοαναφορικότητας και από έναν υπέρμετρο βολονταρισμό. Η πρόταση σφράγισε την πορεία του κόμματος και καθόρισε την καθήλωσή του στην κλίμακα των μικρών μεγεθών, οδηγώντας βαθμιαία στην αντίληψη του «κόμματος καταλύτη».

Η πολιτική πρόταση βασίστηκε σε μια λάθος ανάγνωση της τότε πραγματικότητας. Μια πρόταση αμυντική, με το βλέμμα στραμμένο προς τα πίσω, υποτιμώντας όλες τις τάσεις που προδιέγραφαν μια νέα πολιτική δυναμική· με το αστικό μπλοκ να επιλέγει μια νέα, σταθερότερη και μακροβιότερη πολιτική εκπροσώπηση και μ’ ένα νεοπαγές πολιτικό «κίνημα» να εισβάλει στο πολιτικό τοπίο για να διεκδικήσει των εκπροσώπηση των υποτελών, στο όνομα της «Αλλαγής».

Η πολιτική πρόταση μοιάζει να θεωρεί ότι η ταξική διάσταση των πολιτικών αντιπαραθέσεων μπορεί να υπαχθεί στα προτάγματα ενός «εθνικού συμφέροντος». Η ηγεμονία διεκδικείται στο όνομα του έθνους πριν αγκυρωθεί στο έδαφος των «από κάτω» και στον χώρο της Αριστεράς. Η ηγεμονία διεκδικείται ερήμην της ταξικότητας. Η διαλεκτική ηγεμονίας – ταξικότητας καταλήγει μια «αρνητική διαλεκτική» και για τα δύο σκέλη της. Η πολιτική γραμμή της ΕΑΔΕ δεν συνδέεται με το δημοκρατικό ενθουσιασμό εκείνης της συγκυρίας, με την ενεργό κοινωνική ζήτηση για μια δημοκρατική αναθεμελίωση της κοινωνίας, με την αξίωση μεγάλων κοινωνικών ομάδων να εισβάλλουν στο πεδίο της πολιτικής εξουσίας. Όλα αυτά γίνονται λεία μιας νεφελώδους ρητορικής και ενός αυταρχικού λαϊκισμού από τη μία, και ενός δογματικού εργατισμού από την άλλη. Το ΚΚΕ εσωτερικού, ως επίδοξος ηγεμών, προσέρχεται στο υλικό πεδίο των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών χωρίς «στρατό», με τις ιδέες του και με την αφοσιωμένη φρουρά των μελών του και του ευρύτερου χώρου της Ανανεωτικής Αριστεράς. Εκείνη η συγκυρία του ’74 εγκατέστησε στην οντότητά του την α-δυνατότητα μιας νίκης, αλλά οι ιδέες του, τα αισθήματα και τα πάθος και οι εμπειρίες του κόσμου του και η αφοσίωσή του και η πίστη στην απελευθερωτική ουτοπία του Σοσιαλισμού ως δυνατότητας μιας νέας σύνθεσης ισότητας και ελευθερίας, άρδευσαν την ψυχή και το μυαλό των κομμουνιστών και των αριστερών του τόπου. Και αποτελούν ακατάλυτα στοιχεία της ιστορικής μνήμης της Αριστεράς.

 

Η πολιτική κουλτούρα μιας δημιουργικής έντασης

giatzoglou-3

Οι ιδέες και τα αισθήματα, οι εμπειρίες από τις μάχες που δόθηκαν, οι πολιτικές και αισθητικές αποκρυσταλλώσεις τους, η πολιτική γλώσσα, η ακόρεστη δίψα για την ανανέωση του μαρξισμού, δηλαδή μια μεγάλη πολιτική κουλτούρα που κράτησε όρθιο το φρούριο επί 18 χρόνια, παρά τις εκλογικές ήττες. Και που λειτούργησε ως ένα πλέγμα που σταθεροποιούσε μια ευρύχωρη ταυτότητα και επέτρεπε να συνυπάρχουν οι διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις μέσα από μια δημιουργική ένταση, χωρίς την επικράτηση της μονολιθικότητας.

Οι ιδέες, λοιπόν, ανολοκλήρωτες πολλές φορές: για την εσωκομματική δημοκρατία που προϋποθέτει μια «πολιτικά λειτουργούσα κομματική βάση» και αποστρέφεται το ρόλο του ηγέτη-μεσσία, για την ευρωπαϊκή ενοποίηση ως πεδίο πολιτικών και κοινωνικών αγώνων, προνομιακό για να τεθεί το ζήτημα της σοσιαλιστικής προοπτικής, για τον αναντικατάστατο ρόλο του προγραμματικού ανταγωνισμού των κομμάτων στην υπόθεση της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, για τη σημασία νέων κοινωνικών και πολιτικών υποκειμένων που αναδύονται στο έδαφος των σύγχρονων κοινωνικών αντιθέσεων, μη αναγώγιμων στην ταξικότητα, για το κράτος που δεν είναι ούτε εργαλείο ούτε φρούριο, για, για ……

Όλα αυτά που με αφορμή τη φετινή επέτειο των 50 χρόνων από το ’68 πρέπει να τα ανακαλέσουμε για να τιμήσουμε ένα νικημένο πολιτικό εγχείρημα. Να τα ανακαλέσουμε όχι μόνο ως «πολιτικό μνημόσυνο», αλλά ως δυνατότητα να σκεφτούμε το παρόν και το μέλλον της Αριστεράς και ως την υπενθύμιση ενός νήματος που συνδέει το τότε με το τώρα, για να φέρουμε εκείνο το μακρινό, κοντά μας.

Για να προσυπογράψουμε την αντίληψη του Βάλτερ Μπένγιαμιν, διατυπωμένη με συμπυκνωμένο τρόπο από τον Enzo Traverso:

«Να ανασυστήσουμε το παρελθόν από τη σκοπιά των νικημένων… να αντικαταστήσουμε τη μηχανική σχέση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, που αξιώνει ο θετικισμός, ο οποίος καταλήγει να θεωρεί το παρελθόν μια οριστικά αρχειοθετημένη εμπειρία, με μια διαλεκτική σχέση, στην οποία το Άλλοτε συναντάει το Τώρα… και από τη συνάντηση να αναδυθεί μια θεώρηση της ιστορίας ως ανοιχτής διαδικασίας, στην οποία ένα ανολοκλήρωτο παρελθόν μπορεί σε ορισμένες στιγμές να ενεργοποιηθεί και πάλι, να διασπάσει τη συνέχεια μιας καθαρά χρονολογικής ιστορίας και, με την ξαφνική του εισβολή, να αναμειχθεί με το παρόν».

Στη σημερινή, κρίσιμη για την Αριστερά περίοδο, ίσως μια τέτοια ενεργοποίηση ενός αβέβαιου παρελθόντος και μια διάσπαση της συνέχειας να είναι, από τη σκοπιά του Σοσιαλισμού, αναγκαία όσο ποτέ.

Και τέλος να θυμηθούμε τα πρόσωπα. Όλους όσοι συνέβαλαν για να παραχθεί εκείνο το στωϊκό και επίμονο κύρος με όλες τις αντινομίες του. Σε αυτούς είναι που χρωστάμε τη διαρκή και επίμονη προσήλωση μέσα στην τωρινή αφιλόξενη συγκυρία της σύγχυσης και των ψευδωνύμων.