Το άγγιγμα του Μανόλη Αναγνωστάκη

Κοντά μια δεκαετία πίσω (23 Ιουνίου 2005), ο Μανόλης Αναγνωστάκης έφυγε από τη ζωή. Είναι παρήγορο πως ολοένα και πιο νέοι άνθρωποι ασχολούνται με το ποιητικό του έργο. Ένα σώμα στίχων εν κινήσει. Ένας de facto πολιτικός διανοούμενος, που δεν καπέλωσε το έργο του με ρετσέτες στενά μηχανιστικές ή και κομματικές. Άπλωσε την ποίηση του στις πολύπαθες πλευρές της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας, στις αναζητήσεις της Αριστεράς και κυρίως στις μύχιες εξομολογήσεις του καθημερινού ανθρώπου που έπρεπε να υπερβεί εαυτόν, για να εκφραστούν οι κρυμμένοι πόθοι του. Πότε ερωτικός, πότε σαρκαστικός, πότε κοινωνικός, πότε επαναστατημένος, πότε οξυδερκής παρατηρητής, ο Μανόλης Αναγνωστάκης παρακίνησε μια εποχή (που εκκινεί από την Εμφύλιο και έπειτα), να γίνει ποιητικό γεγονός.

Μέσα στην δεκαετία και κάτι από τον θάνατο του, έχουν μεσολαβήσει πολλά. Ο χρόνος συμπτύχθηκε άνευ προηγουμένου  (προσωπικός και κοινωνικός), η ανάγκη για επιβίωση μεγιστοποιήθηκε, ενώ αποσπάσματα της ποίησης του μετετράπησαν σε τσιτάτα. Αρκετός κόσμος εισήλθε βίαια σε μια πολωμένη αντιπαράθεση, που ως κύριο χαρακτηριστικό είχε και έχει την αποσπασματικότητα. Ένας ορυμαγδός «επικαιροποίησης» στίχων, ήχων και λόγων που μαντεύουν υποτίθεται την σημερινή κατάσταση. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης και άλλοι βέβαια, απέφευγαν τις μαντεψιές. Έξυναν το σκληρό περίβλημα της υποκρισίας και της διχόνοιας, αγγίζοντας με παρησσία στην κακοφορμισμένη σάρκα. Εξάλλου πέρα από μικρά διαστήματα ανάπαυλας ή συννενοήσεως, η ελληνική Ιστορία βρίθει αναταράξεων. Άρα όλα κάπου μοιάζουν, αλλά και όχι τελικά. Η αντιληπτική ικανότητα είναι το ζητούμενο λοιπόν και όχι οι στατιστικές.

Όπως έλεγε συχνά ο Μανόλης Αναγνωστάκης, «ο κόρφος του τόπου δεν είναι ποτέ ίδιος. Εξαρτάται από που θα τον δεις». Πάντως μπορούμε να ομολογήσουμε με βεβαιότητα πως ο Αναγνωστάκης «επέζησε» της κρίσης. Και αυτό διότι έδενε από τα πρώτα του βήματα, την πολιτική ταυτότητα μέσα στο ρευστό πολιτισμικό γίγνεσθαι. Όποτε χρειάστηκε συγκρούστηκε και όποτε επίσης έκρινε πως οι δολοχοδρομίες επικρατούσαν, παραχαράσσοντας αρχές και αξίες, έφευγε. Ο Αναγωνστάκης επέζησε τελικά διότι στο νου των νέων ανθρώπων, δεν υπήρξε επαγγελματίας πολιτικάντης. Δεν νόθευσε, όσο μπορούσε, το βλέμμα του. Η ποίηση του απέχει παρασάγγας από το απαξιωτικό απόφθεγμα: «η ποίηση της ήττας». Ήταν πολιτικά τουλάχιστον, καθότι ο Αναγνωστάκης ήταν και μέγας ερωτικός, η ποίηση της κριτικής ματιάς. Κάποιοι το είπαν ήττα. Έμπλεοι σιγουριάς δεν άντεχαν καμία φωνή αμφισβήτησης, προφανώς λόγω απόλυτης βεβαιότητας για τα πεπραγμένα.

Από τα χρόνια της ΕΠΟΝ και το περίφημο περιοδικό «Ξεκίνημα» ο Μανόλης Αναγνωστάκης, θα λέγαμε πως είναι χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Ο αγωνιώδης μόχθος για την γλώσσα, τις κοινωνικές εξελίξεις, το νόημα της ύπαρξης, ήταν οι άξονες της προβληματικής του. Ένας διανοούμενος με αισθητική συνείδηση. Κάτι εξαιρετικά σπάνιο στις μέρες μας. «Η ποίηση, έλεγε ο Αναγνωστάκης, δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, αλλά ο καλύτερος τοίχος για να κρύψουμε το πρόσωπο μας». Πράγματι ήταν ο ποιητής που ήξερε να αναχωρεί αφήνοντας το χνάρι του. Που ήταν πάντα εκεί, δίπλα. Αρωγός σε όσους σκέφτονται ελεύθερα. Που δεν δεχόταν μικροπρέπειες στο παιχνίδι της μοίρας. Ύφαινε υπομονετικά τις αδύναμες κλωστές των ανθρώπων που σκόρπισαν.  Μετείχε ενεργά στον σπαραγμό του πνεύματος. Ας τον θυμηθούμε πάλι και πάλι, χωρίς τυμπανοκρουσίες. Με περίσκεψη και ευαισθησία.

Νίκος Κουρμουλής

Πηγή: stokokkino.gr