Το αναπτυξιακό αδιέξοδο της ελληνικής οικονομίας

Για το βιβλίο «Η Αυταπάτη των Προγραμμάτων Οικονομικής Προσαρμογής της Ελλάδας», εκδ. Παπαζήση

Εννέα έτη από την εφαρμογή του 1ου μνημονίου και η ελληνική οικονομία στενάζει κάτω από το βάρος ενός αδιέξοδου αναπτυξιακού προτύπου. Σε αντίθεση με την κυρίαρχη ρητορεία, τα προβλήματα της εγχώριας οικονομίας δεν εκπορεύονται από το υψηλό δημόσιο χρέος! Το χρέος δεν αποτελεί αιτία, αλλά το αποτέλεσμα μιας μακράς λίστας διαρθρωτικών αδυναμιών του παραγωγικού μας συστήματος. Κατά συνέπεια, τα «κουρέματα» και οι αναδιαρθρώσεις του χρέους, όσο γαλαντόμες κι αν είναι, δεν πρόκειται από μόνες τους να επιλύσουν τις βαθύτερες αιτίες ανατροφοδότησης της ελληνικής κρίσης.
Αυτό, σε γενικές γραμμές, είναι το βασικό πλαίσιο του νέου βιβλίου «Η Αυταπάτη των Προγραμμάτων Οικονομικής Προσαρμογής της Ελλάδας» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παπαζήση. Η ομαδική εργασία των Αργείτη Γ., Κορατζάνη Ν., Παϊταρίδη Δ., Πασσά Κ. και Πιέρρου Χρ. έρχεται να επανατοποθετήσει ορισμένα ουσιαστικά θέματα που παραγνωρίστηκαν ή διαστρεβλώθηκαν κάτω από την πίεση της επικαιρότητας, συμβάλλοντας προς μια νέα οπτική και ώθηση διεξόδου από τον ευτελισμένο δημόσιο διάλογο που σέρνεται πίσω από διεργασίες «κλεισίματος» των αξιολογήσεων και τις εγκρίσεις των περιβόητων «δανειακών δόσεων». Οι συγγραφείς, όλοι τους οικονομολόγοι διαφορετικών τάσεων και θεωρητικών καταβολών, κατορθώνουν να συνομιλήσουν γόνιμα επί των αιτιών της τρέχουσας κρίσης, παράγοντας μια συνεκτική, εμπεριστατωμένη και σπάνια δουλειά, που διαμορφώνει ένα συνεπές, ετερόδοξο και εμπειρικά τεκμηριωμένο αφήγημα της ύφεσης και του μαρασμού της ελληνικής οικονομίας. Με λόγο απλό, προσιτό και με πρόθεση να επικοινωνήσουν με το ευρύ και μη εξειδικευμένο αναγνωστικό κοινό, η κριτική τους ματιά δεν εξαντλείται μόνο στην ανάδειξη των πολύπλευρων αδυναμιών του παραγωγικού μας συστήματος, αλλά προεκτείνεται και στην ανεπάρκεια των Προγραμμάτων Οικονομικής Προσαρμογής (ΠΟΠ) που προτάθηκαν για την ανασύστασή του.

Ρηχός παραγωγικός ιστός

Το κεντρικό επιχείρημα του βιβλίου εκπορεύεται από τη θέση ότι η δημοσιονομική λιτότητα δεν είναι προϋπόθεση της βιωσιμότητας του χρέους. Η τελευταία κατορθώνεται ουσιαστικότερα και πιο διατηρήσιμα μέσω ενός παραγωγικού συστήματος που συμβάλλει στην αντιστάθμιση των ελλειμματικών ισοζυγίων (δημοσιονομικών, εμπορικών). Οι χρόνιες παραγωγικές αδυναμίες στην Ελλάδα υπονομεύουν μια καθαρή έξοδο από τα τιμωρητικά προγράμματα λιτότητας που επιβλήθηκαν σε μια περίοδο παρατεταμένης ύφεσης, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εύθραυστης και επίπλαστης μεταπολιτευτικής ευημερίας. Οι διαρθρωτικές ανεπάρκειες του ρηχού και χαμηλής προστιθέμενης αξίας παραγωγικού μας ιστού, σε συνδυασμό με τον ελλειμματικό χαρακτήρα της μεγεθυντικής επίδοσης, ολοκλήρωσαν τον μεταπολιτευτικό κύκλο τους όταν, στο τέλος του 2009, η Ελλάδα εισέπραξε την άρνηση των διεθνών πιστωτών να συνεχίσουν την κερδοφόρα και αντιπαραγωγική πρακτική τους.
Παράλληλα, η ανεπάρκεια δημοσίων εσόδων και η ταυτόχρονη αδυναμία αναχρηματόδοτησης του δημοσίου χρέους φανέρωσε την πολυσήμαντη ένδεια της εξαρτημένης από υψηλό επίπεδο εισαγωγών παραγωγικής μας δραστηριότητας. Σε επιχειρηματικό επίπεδο, η κρίση ανέδειξε την αδιέξοδη, κρατικοδίαιτη, κυνική, διαπλεκόμενη και ευκαιριακή επιχειρηματικότητα, που προωθούταν χωρίς ίχνος οραματισμού. Ως γενική διαπίστωση θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι στη διαμόρφωση αυτής της τάξης μυωπικών επιχειρηματιών στην Ελλάδα, συνέβαλλε και μια συνεκτική, αλλά θνησιγενής, πελατειακή σχέση που παρασιτούσε επί των αλληλένδετων δεσμών που δημιουργήθηκαν μεταξύ πολιτικού και επιχειρηματικού κόσμου.

Πέντε κεφάλαια, πέντε παθογένειες

Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια, καθένα εκ των οποίων συνοψίζει και μία από τις ουσιαστικές παθογένειες της ελληνικής οικονομίας και καταρρίπτει τους μύθους πρόκλησης της κρίσης στην Ελλάδα. Στο πρώτο κεφάλαιο αξιολογείται ο ρόλος, το μέγεθος και η επίδραση της δημοσιονομικής λιτότητας που ασκήθηκε με στόχο την εύρεση πόρων για την αποπληρωμή των απαιτήσεων των διεθνών πιστωτών και που κατέληξε σε κρίση φερεγγυότητας. Τα ζητήματα του χρέους προσεγγίζονται έμμεσα καθώς «η δυναμική και η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους προσδιορίζονται από τις μακροοικονομικές και χρηματοπιστωτικές επιδόσεις της οικονομίας και τις επιδράσεις της ασκούμενης πολιτικής». Κατά τους συγγραφείς, η ασκούμενη οικονομική πολιτική που εστίαζε σ᾽ ένα μείγμα υπερφορολόγησης και περικοπής δαπανών συνέβαλλε, μέσω της υφεσιακής επίδρασής του τόσο στη διόγκωση του συνολικού δημόσιου χρέους όσο και στην υπονόμευση των δυνατοτήτων αποπληρωμής του.
Το δεύτερο κεφάλαιο αντικρούει την ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι το έλλειμμα του εμπορικού μας ισοζυγίου οφείλεται κυρίως στο υψηλό μισθολογικό και μη μισθολογικό κόστος της εργασίας. Οι συγγραφείς παρέχουν μια σειρά εμπειρικών δεδομένων και εξετάζουν τους λόγους για τους οποίους η ραγδαία εσωτερική υποτίμηση δεν τόνωσε τα επίπεδα επένδυσης, ούτε και συνέβαλλε στην ανάπτυξη της οικονομικής δραστηριότητας. Αντιθέτως, οι οριζόντιες περικοπές διεύρυναν την έννοια των εργαζόμενων φτωχών και επιδείνωσαν τη διανομή εισοδήματος μεταξύ μισθών και κερδών, ως συνδυαστικό αποτέλεσμα της πτώσης του μέσου μισθού καθώς και της έκρηξης του ποσοστού ανεργίας.
Στο τρίτο κεφάλαιο και σε συνέχεια της αποδόμησης του δόγματος της ανταγωνιστικότητας, οι συγγραφείς διερευνούν το εάν η κρίση οφείλεται σε ανεύθυνα υψηλούς μισθούς. Και εδώ, τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι η μη ανταγωνιστική θέση της ελληνικής οικονομίας προκαλείται κυρίως από τα χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητας έναντι της γερμανικής οικονομίας, καθώς και της ευρωζώνης (ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ανάλυση παρουσιάζουν και τα δεδομένα για την Ιταλία).
Στο τέταρτο κεφάλαιο καθίσταται σαφές ότι η επιδεινούμενη τάση του επιπέδου παραγωγικότητας στην Ελλάδα κρούει των κώδωνα του κινδύνου και καλεί σε μια επιτακτική συζήτηση επί της αναγκαιότητας του τεχνολογικού μετασχηματισμού της. Στο σημείο αυτό οι συγγραφείς σημειώνουν ότι παρά το γεγονός ότι στα κείμενα του μνημονίου η ανασύσταση του μεταποιητικού τομέα παραγωγής εμπορευμάτων έχει τεθεί ως στόχος, «ο αντιαναπτυξιακός σχεδιασμός των ΠΟΠ (προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής) και η εμμονής τους στη μείωση των μισθών και στην απορρύθμιση της αγοράς εργασίας προκάλεσε ένα ισχυρό σοκ αποεπένδυσης που υπονόμευσε τον τεχνολογικό και διαρθρωτικό μετασχηματισμό».
Τέλος, στο πέμπτο κεφάλαιο παρέχεται ένα ιδιαιτέρως καινοτόμο πλαίσιο αξιολόγησης των διασυνδέσεων μεταξύ δημοσιονομικού και εμπορικού ισοζυγίου, που ανατρέπει τις ιδεοληψίες περί ανεξαρτησίας των οικονομικών ροών. Οι συγγραφείς επιμένουν «ότι η δημοσιονομική λιτότητα και η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης δημιουργούν εύθραυστα πλεονάσματα στο δημοσιονομικό και στο εμπορικό ισοζύγιο σε βάρος του ισοζυγίου των νοικοκυριών». Επί παραδείγματι, η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος προκάλεσε την αδυναμία πληρωμής δανείων προς τις εμπορικές τράπεζες και η διόγκωση των «κόκκινων δανείων» υποσκάπτει τη δυνατότητα των τραπεζών να αυξήσουν τις πιστώσεις προς τους ιδιώτες. Κατ᾽ αυτό τον τρόπο διαφαίνεται η συνεχής και αλληλένδετη σχέση εναλλασσόμενης αιτιότητας και πολυπλοκότητας με την οποία λειτουργεί η οικονομία. Το μέλλον της χώρας μας πρέπει να στηρίζεται σε μια «αναπτυξιακή αναδόμηση» με έμφαση στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα. Ο μετασχηματισμός του παραγωγικού μας προτύπου αποτελεί τη μόνη ουσιαστική διέξοδο από την ύφεση και την εντεινόμενη απαξίωση.

Βλάσης Μισσός
Μεταδιδακτορικός ερευνητής τμήματος Οικονομικών Επιστημών, ΕΚΠΑ