Το αντίθετο της εξέγερσης των υπηρετών

AΠΟ ΤΗΝ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

 Το αντίθετο της εξέγερσης των υπηρετών

 theatis

Οι «Δούλες» του Ζαν Ζενέ στο Θέατρο Τέχνης

 

Οι Δούλες του Ζαν Ζενέ είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα ερμηνείας και ανάπλασης μιας πραγματικής ιστορίας. Το έργο βασίζεται στην ιστορία των αδελφών Παπέν που συγκλόνισε τη Γαλλία τη δεκαετία του ’30, συγκίνησε διανοούμενους όπως ο Ζαν Πωλ Σαρτρ και ενέπνευσε στον Ζακ Λακάν ένα σημαντικό άρθρο στο σουρεαλιστικό περιοδικό «Minotaure» για την παρανοϊκή ψύχωση, ενώ αποτέλεσε υλικό για πολλά μυθιστορήματα και ταινίες, μεταξύ των οποίων η αριστουργηματική «Τελετή» (1995) του Κλωντ Σαμπρόλ αλλά και η ενδιαφέρουσα «Άβυσοι» του Νίκου Παπατάκη (1963). Οι αδελφές Λέα και Κριστίν Παπέν, είχαν πολύ άσχημη παιδική ηλικία –φτώχια, απόρριψη, αιμομεικτικός βιασμός, εγκατάλειψη. Ανέπτυξαν μια ιδιόμορφη εξαρτησιακή σχέση. Ο Λακάν εξηγεί πως υπήρξαν παράδειγμα αυτού που ονομάζει «σιαμαίες ψυχές», ανάμεσα στις οποίες δεν υπήρχε χώρος για τίποτε και κανέναν άλλον. Η σχέση είχε ερωτικό αιμομεικτικό υπόβαθρο, η μεγαλύτερη θεωρούσε πως σε μια άλλη ζωή ήταν ο σύζυγος της αδελφής της. Υπηρέτριες σε ένα μεσοαστικό σπίτι, ανέπτυξαν συναισθήματα μίσους και εκδικητικότητας για την οικογένεια των εργοδοτών τους. Το ταξικό μπλέχτηκε με το ψυχολογικό και δημιούργησε ένα εκρηκτικό μείγμα, που οδήγησε τις δύο αδερφές να δολοφονήσουν με βάναυσο τρόπο την κυρία του σπιτιού και την κόρη της.

 

Ο Ζενέ έγραψε τις Δούλες το 1947. Όπως και στο υπόλοιπο έργο του, έτσι κι εδώ ο συγγραφέας δημιουργεί πολύπλοκες σχέσεις που αγγίζουν κάποτε το σαδο-μαζοχισμό και έχουν ως πλαίσιο την ταξική εκμετάλλευση. Οι δύο γυναίκες έχουν μια σχέση λατρείας-φθόνου-μίσους με την Κυρία τους. Κάθε βράδυ στήνουν μια ολόκληρη παράσταση, όπου η μια την υποδύεται ενώ η άλλη, παραμένοντας πάντα η υπηρέτρια, προσπαθεί να την σκοτώσει αφού πρώτα φανερώσει όλα εκείνα που την πνίγουν. Μαστορικά, χωρίς ρητορισμούς και άσκοπες εντάσεις, ο συγγραφέας ανατέμνει την ψυχή των δύο γυναικών, βλέπει το σκληρό έμπλεο βίας αποτύπωμα της κοινωνική θέσης στον ψυχικό τους κόσμο, στην αρρώστια της ψυχής τους, που θα τις οδηγήσει, μέσα από μια διαδικασία ταύτισης με την Κυρία, η μια να πιεί το φαρμάκι που της προόριζαν και η άλλη να αποδεχτεί την επερχόμενη σκληρή τιμωρία για το φονικό.

 

Σύγχρονη τραγωδία

 

Έργο βαθύτατα πολιτικό (όπως πολιτικός είναι γενικά ο Ζενέ), μιλά για τις σχέσεις υποταγής και εκμετάλλευσης, για τις σχέσεις εξουσίας. Για την τρέλα ως αποτέλεσμα κοινωνικών διεργασιών καταπίεσης, φόβου και σύνθλιψης της προσωπικότητας. Ο συγγραφέας δεν μιλά για την εξέγερση των υπηρετών, αλλά ακριβώς για το αντίθετο: για το πού οδηγεί η καταπιεσμένη οργή, όταν δεν βρίσκει διέξοδο στο σχεδιασμό και την πάλη για μια κοινωνία χωρίς ιεραρχήσεις. Οι Δούλες μπορεί να διαβαστούν ως σύγχρονη τραγωδία: μόνες, εγκλωβισμένες στο αποπνικτικό καμαράκι τους, μακριά από άλλες ανθρώπινες σχέσεις, εμμονικές, καταθλιπτικές, σχεδιάζουν όχι την ανατροπή του λόγου που τις οδήγησε στη μέγιστη οδύνη αλλά το γκρέμισμα του ειδώλου τους, τη νίκη τους επί της θεάς τους, αλλά ξέρουν και αποδέχονται ότι ο κόσμος της θεάς τους θα τις νικήσει, η θεά θα είναι πάντοτε παρούσα και θα τις εξουσιάζει μέσα από το φόνο της και κυρίως μέσα από την τάξη του κόσμου της, το νόμο και την τιμωρία.

 

Θέατρο εν θεάτρω

 

Η παράσταση που σκηνοθέτησε η Μαριάννα Κάλμπαρη είχε πριν απ’ όλα την πρόθεση να «εκμοντερνίσει» το έργο χωρίς να το προδώσει. Εξ ου και μια νέα μετάφραση που έκανε η ίδια που πίεσε το κείμενο να ωσμωθεί με τα σύγχρονα ελληνικά (η γλώσσα του Ζενέ είναι δύσκολη στην απόδοσή της, διαθέτει υπόγειους ρυθμούς, σκιές, ποιητικότητα και ταυτόχρονα μια καταλυτική κυριολεξία). Οι ρυθμοί ήταν γρήγοροι, ο σκηνικός χώρος -με τους λαμπτήρες στο πίσω μέρος της σκηνής, τα μεταλλικά ελάσματα, το τραπέζι, τα ψεύτικα λουλούδια- και κυρίως με την ιδιαίτερη συμβολή των φωτισμών (σχεδιασμός φωτισμού Στέλλα Κάλτσου) θύμιζε πως κυρίαρχη πρόθεση ήταν να αναδειχτεί το «θέατρο εν θεάτρω». Το πολιτικό στοιχείο του έργου απορροφήθηκε από την ψυχολογική διάσταση, που για την ανάδειξή της επιστρατεύτηκαν τόσο ιδιαίτεροι επιτονισμοί όσο και μια κινησιολογία που κάποτε θύμιζε μαριονέτα ή κλόουν.

Η Κωνσταντίνα Τακάλου δημιούργησε μια Κλερ ρέουσα, που ξεκινά ως μια αδύναμη, τρυφερή, δειλή γυναίκα που παρασύρεται από τη δυναμική παρουσία της αδελφής της, αλλά σιγά-σιγά αρχίζει να κυριαρχεί. Την κρίσιμη ώρα βρίσκει το θάρρος να ολοκληρώσει το παιχνίδι της, να τελειώσει την παράσταση. Αντίθετα, η Κάτια Γέρου απέδωσε την Σολάνζ ως ένα πλάσμα νευρικό, με εντάσεις και ξεσπάσματα, με έκδηλη αγωνία για την αδερφή της, με μια απαιτητική, δύστροπη αγάπη προς αυτήν. Βρήκε το δρόμο για να δείξει την ακατέργαστη ψυχή αυτής της γυναίκας που το μόνο που μπορεί να ονειρευτεί είναι να γίνει, για λίγο, η Κυρία. Που νιώθει ελεύθερη εξαιτίας της ψευδαίσθησης πως κινεί τα νήματα. Η ερμηνεία της ήταν ακριβώς οι ψευδαισθήσεις της Σολάνζ και ο αγχωμένος τρόμος της αλήθειας που είναι εκεί αλλά ούτε θέλει ούτε μπορεί να δει. Η Μαριάννα Κάλμπαρη είδε τον τρομαγμένο ναρκισσισμό της Κυρίας. Η μουσική του Νέστορα Κοψιδά χρειαζόταν περισσότερο ψάξιμο.

 

Μαρώ Τριανταφύλλου

maro33@otenet.gr

 

 

ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΝΕΑ

 

«Βρωμιά» του Ρόμπερτ Σνάιντερ

 

Ο Σαντ είναι τριάντα χρονών. Από μικρός ονειρευόταν να φτάσει στ’ αστέρια. Από μικρός διάβαζε και μελετούσε λογοτεχνία και γερμανική γλώσσα. Ο Σαντ γεννήθηκε στο Ιράκ. Σήμερα ζει στη Γερμανία που τόσο είχε αγαπήσει. Είναι ένας ακόμα μετανάστης. Θα ήθελε να είναι σαν όλους τους άλλους. Θα ήθελε να μπορεί να τους μιλάει. Να μπορεί να μπαίνει στο μετρό. Αλλά είναι ξένος. Ο Σαντ νοιώθει μοναξιά και φόβο. Ζει κλεισμένος στο δωμάτιό του.

Σαντ στ’ αγγλικά σημαίνει λυπημένος. Δεν είναι λυπημένος.

Ο Σαντ είναι ο Άλλος, ο διαφορετικός που «φταίει» για όλα τα κακά και μαύρα της ζωής μας. Είναι ο γείτονάς μας στο Βερολίνο, στη Βιέννη, στα περίχωρα του Παρισιού, στο κέντρο της Αθήνας ή ακόμη πιο κοντά, στη διπλανή πόρτα. Ο Σαντ βρίσκεται ανάμεσά μας. Ή μήπως μέσα μας;

Πρώτη φορά γνωρίσαμε τη «Βρωμιά» το 1997, πριν 20 χρόνια, όταν παίχτηκε μ’ επιτυχία στο Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, με πρωταγωνιστή τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη. Η θεματική επικαιρότητά του έργου τότε, έμοιαζε απόλυτη. Σήμερα, αγγίζει τα όρια της υπερβολής αλλά και της πραγματικότητας. Ο Ρόμπερτ Σνάιντερ δημιούργησε ένα αριστοτεχνικά γραμμένο κείμενο το οποίο διδάσκεται στα Πανεπιστήμια Συγγραφής Θεατρικού Έργου και Σεναρίου.

Τη σκηνοθεσία υπογράφει η Κατερίνα Πολυχρονοπούλου. Στο ρόλο του Σαντ, ο Κωνσταντίνος Φάμης.

Παραστάσεις: μέχρι τις 29 Μαρτίου, κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 9μμ, στο Θέατρο Σταθμός (Βίκτωρος Ουγκώ 55, Μεταξουργείο, τηλ. 211 4036322).

 

 

«Λουκούμι» του Γιάννη Κωνσταντινίδη

 

Ο Μικελής επιστρέφει ως άχνη λουκουμιού για να αφηγηθεί την ασήμαντη ζωή του και τον ακόμα πιο ασήμαντο θάνατό του. Από τη Σύρο στο Γκαζοχώρι πρωτευούσης, ολίγον μούτσος, ολίγον εργάτης στο φωταέριο, ολίγον πολύτεκνος και ολίγον τίποτε, μοιράζεται με το αόρατο κοινό την αόρατη παρουσία του. Ο Μικελής θα ζήσει και μετά θα πεθάνει. Στο ενδιάμεσο θα ξαναζήσει και θα ξαναπεθάνει. Ακόμα κι η “πνευμονοκονίαση μεταλλωρύχου”, η αιτία θανάτου του, (η μόνη λαμπερή ατομικότητα που του χαρίστηκε), θα καταγραφεί ως μαζικός θάνατος εκ λιμού το μαύρο χειμώνα του ’42. Ο Μικελής ήρθε, είδε και απήλθε σαν κοσμική λουκουμόσκονη. Αυτή η άχνη της ιστορίας, ο ασήμαντος κόκκος της ιστορικής σκόνης που περνάει και χάνεται είναι η πρόκληση για την bijoux de kant, που η δουλειά της είναι να συνομιλεί με τους αόρατους…» γράφει ο σκηνοθέτης της παράστασης Γιάννης Σκουρλέτης. Παίζει ο Χαρίλαος Τρουβάς.

Παραστάσεις: τα Σαββατοκύριακα 10 – 11 και 17 – 18 Μαρτίου, στις 8.30μμ, στο χώρο bijoux de kant – Hood (Αθηνάς 10, Μοναστηράκι, 3ος όροφος, κρατήσεις: με μήνυμα στη σελίδα της bijoux de kant: www.facebook.com/bijouxdekantofficial/ ή στο τηλέφωνο: 6944094787)