Το δάσος αύριο

Το καθεστώς που (δεν) προστάτεψε τα δάση  και οι ρωγμές ελπίδας που απειλούνται από το παρόν περιβαλλοντικό ν/σ

Μια από τις πιο γλυκόπικρες όψεις της εμπειρίας της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ είναι οι τεράστιες επιτυχίες που ποτέ δεν καταφέραμε να αποτυπωθούν στο συλλογικό φαντασιακό της ελληνικής κοινωνίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας περίπτωσης είναι η ανάρτηση των δασικών χαρτών. Η ιστορία είναι λίγο πολύ γνωστή. Η προηγούμενη κυβέρνηση παρέλαβε μια υποχρέωση που εκκρεμούσε από το Σύνταγμα του ’75, το νόμο περί προστασίας των δασών του ’79, και το νόμο προστασίας του περιβάλλοντος του ’86, δηλαδή, το σαφή χωρικό προσδιορισμό της έκτασης των ελληνικών δασών. Οι συνταγματικές μέριμνες προστασίας των δασικών οικοσυστημάτων παραβιάζονταν για πάνω από 40 χρόνια μέσα από την αμέλεια, εκ μέρους της πολιτείας, να προσδιορίσει την έκταση τους στη χώρα.

Η χρόνια αυτή παραμέληση όχι μόνο αποτελούσε ανάχωμα για την ολοκλήρωση του χωροταξικού σχεδιασμού, αλλά ταυτόχρονα συντηρούσε ένα σύστημα μεσαίας διαπλοκής πέριξ των δασικών υπηρεσιών. Απουσία μιας νομικά κατοχυρωμένης χαρτογραφικής απεικόνισης, «δάσος» ήταν ότι προσδιόριζε ο εκάστοτε υπάλληλος του τοπικού δασαρχείου στη βάση της ατομικής επιστημονικής του ευθύνης. Το γεγονός αυτό, εν ευθέτω χρόνο, καλλιέργησε ένα παγιωμένο κλίμα διαπλοκής μεταξύ τοπικών πολιτικών παραγόντων και μεμονωμένων δασαρχών που μπορούσαν να χαρακτηρίζουν ή να αποχαρακτηρίζουν εκτάσεις στη βάση της πολιτικής εύνοιας ή του κοινού χρηματισμού.
Μισός αιώνας είναι πολύς χρόνος ως γνωστόν και ως εκ τούτου η συνθήκη αυτή παρήγαγε τις δικές της κοινωνικές πραγματικότητες. Σε συνέχεια της οικοπεδομανίας της δεκαετίας του ’60, στη μεταπολίτευση το δάσος αποτέλεσε πεδίο διαδοχικών κρίσεων, οι οποίες εκδηλώνονταν γύρω από τα μεμονωμένα συμβάντα φυσικών καταστροφών και πυρκαγιών που παρήγαγαν γκρίζες ζώνες, οιωνοί οικιστικής επέκτασης. Παράλληλα, η παγιωμένη πρακτική της αυθαίρετης δόμησης και η ad hoc κρίση του τι είναι και τι δεν είναι δάσος, καθιστούσαν τα δασικά οικοσυστήματα πεδίο έντονης άτυπης «πολεοδόμησης». Οι παράνομες κατασκευές σε περιοχές, που σύμφωνα με τους χάρτες της δεκαετίας του ’40 αποτελούσαν τα ελληνικά δάση, υπολογίζονται σήμερα σε πάνω από μισό εκατομμύριο.

Ο ελέφαντας μέσα στο δωμάτιο

Η προηγούμενη κυβέρνηση τόλμησε, με τεράστιο πολιτικό κόστος, να προσπαθήσει να λύσει το πρόβλημα. Αναρτώντας τους παλαιότερους υπαρκτούς καθολικούς χάρτες, επέλεξε να ξεκινήσει τον ιστορικό χρόνο των ελληνικών δασών από το μηδέν. Οι πολίτες που θεωρούσαν ότι θίγονταν τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα είχαν δικαίωμα να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη, και αυτό έκαναν σε μαζική κλίμακα, αλλά στο εξής, για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού κράτους, θα μπορούσε να εντοπιστεί κάθε μελλοντική καταπάτηση.
Η όλη διαδικασία προφανώς κολλούσε σε ένα σκόπελο που αποτελούσε τον ελέφαντα μέσα στο δωμάτιο: Τα αυθαίρετα. Οι αυθαίρετες κατασκευές στο δάσος είναι τόσο εκτεταμένες στην Ελλάδα, ώστε η κατεδάφιση τους να ήταν επί της ουσίας δημοσιονομικά ανέφικτη. Παράλληλα, το ίδιο το διοικητικό σύστημα κατεδαφίσεων που είχε υφανθεί γύρω από τις αποκεντρωμένες διοικήσεις, έκανε το εγχείρημα κατ’ ουσίαν αδύνατο.
Η λύση που επέλεξε η προηγούμενη κυβέρνηση σε αυτό το ζήτημα ήταν η κατασκευή του νομικού όρου των «οικιστικών πυκνώσεων». Με τον όρο αυτό ο νόμος 4389/2016 αναγνώριζε τις περιοχές με έντονη δόμηση ως φέρουσες μια διακριτή υπόσταση. Το κράτος μπορούσε να εξαιρέσει από την ανάρτηση, σε πρώτη φάση, τις περιοχές αυτές, χωρίς όμως να τους αφαιρέσει την ιδιότητα του δάσους και των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που εκπορεύονταν από αυτό. Με αυτό τον τρόπο προσπαθούσε να προστατέψει το δάσος αύριο. Το δάσος που ακόμα δεν καταπατήθηκε αλλά και το δάσος που δεν οικοδομήθηκε. Οι Δήμοι θα έπρεπε να προσδιορίσουν την έκταση των «οικιστικών πυκνώσεων» εντός συγκεκριμένων χρονοδιαγραμμάτων, ενώ η πολιτεία θα έπρεπε να νομοθετήσει για τον τρόπο με τον οποίο θα διαχειρίζονταν τις προσδιορισμένες πλέον εκτάσεις που είχαν τύχει αντικείμενο παράνομης και άτυπης «πολεοδόμησης».
Ο νόμος 4389/2016 αποτέλεσε αντικείμενο ακραίας κριτικής και αντίθεσης. Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις το εχθρεύονταν θεωρώντας ότι αποτελούσε ακραία υποχώρηση απέναντι στα συμφέροντα των καταπατητών. Οι κτηνοτρόφοι το πολεμούσαν καθώς έβλεπαν τα πρώην βοσκοτόπια τους να χαρακτηρίζονταν ως δάση και χιλιάδες οικιστές έσπευδαν στις επιτροπές αντιρρήσεων με έγγραφα από δασάρχες που βεβαίωναν ότι η ιδιοκτησία τους είχε κτιστεί νομίμως. Αναπόφευκτα οι αντιθέσεις αυτές, παρά τις σημαντικές βελτιώσεις του αρχικού νόμου με τον 4489/2017, ακολούθησαν τη δικαστική οδό μέσα από προσφυγές στο ΣτΕ.

Καταπατητές και υπό τακτοποίηση αυθαίρετα

Με την απόφαση αρ. 685/2019 της Ολομέλειας του το ΣτΕ έκρινε τις οικιστικές πυκνώσεις με περισσότερη σοφία από όσο συνήθως του αναγνωρίζουμε. Έκρινε, δηλαδή, ότι ο νόμος είναι αντισυνταγματικός ως προς την εξαίρεση των οικιστικών πυκνώσεων από την υποχρέωση ανάρτησης τους, όχι όμως ως προς την υποχρεωτικά διαφορετική διοικητική αντιμετώπιση τους. Η απόφαση του ΣτΕ, για τυπικούς λόγους, δεν έπληξε την έννοια των οικιστικών πυκνώσεων, παρότι μια αυστηρή ερμηνεία του συντάγματος έδινε αυτό το περιθώριο. Υποχρέωσε την πολιτεία να κινηθεί πιο επιθετικά απέναντι στους καταπατητές αδιαφορώντας για τα διοικητικά και δημοσιονομικά προβλήματα τα οποία, αντικειμενικά, θα αντιμετώπιζε για τη διαχείριση του ζητήματος, και παράλληλα, διατηρώντας τη νομική εγκυρότητα της ανάρτησης των δασικών χαρτών που είχε ήδη συντελεστεί. Έτσι το ΣτΕ, μέσα από το θεσμικό του ρόλο και τους περιορισμούς του, ταυτίστηκε και αυτό με την αναγκαιότητα να υπερασπιστούμε το δάσος αύριο.
Το υπουργείο Περιβάλλοντος και ο αρμόδιος αναπληρωτής υπουργός είχαν, την παραμονή των εκλογών του Ιουλίου του 2019, ετοιμάσει το σχέδιο νόμου που θα ενσωμάτωνε το πνεύμα των αποφάσεων του ΣτΕ και θα προσδιόριζε τη διαχείριση των αυθαίρετων που βρίσκονται εντός δασών. Βασική αρχή αυτού ήταν να αποφευχθεί με κάθε τρόπο η νομική ταύτιση των καταπατητών με τους, υπό τακτοποίηση, ιδιοκτήτες αυθαίρετων ακινήτων που είχαν υπαχθεί στους διαδοχικούς νόμους «περί αυθαιρέτων» στη χώρα μας. Το σχέδιο νόμου κατατέθηκε στη Βουλή, η προκήρυξη των εκλογών, όμως, πρόλαβε τους εμπνευστές του και τα υπόλοιπα είναι πλέον ιστορία.

40 χρόνια πελατειακών σχέσεων

Η σημερινή ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος εκκίνησε το έργο της με τα πεπραγμένα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ως κεκτημένο. Με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς να επιχαίρουν για την τεράστια πρόοδο στους δασικούς χάρτες, το ΣτΕ να αφήνει περιθώρια ελιγμών στον κοινό νομοθέτη και την αξιωματική αντιπολίτευση προφανώς να στηρίζει την κυβέρνηση σε κάθε «δύσκολη» επιλογή που θα έκανε στο μέτωπο αυτό. Εξάλλου, για τους δασικούς χάρτες και το κτηματολόγιο, ο θεατρικά μειλίχιος κ. Κ. Χατζηδάκης εκθείασε τα πεπραγμένα της προηγούμενης κυβέρνησης κατά την τελετή παράδοσης-παραλαβής το καλοκαίρι που μας πέρασε. Ο κ. Χατζηδάκης, όμως, ανέλαβε το έργο του και με παρακαταθήκη τα 40 χρόνια πελατειακών σχέσεων μέσα από τις οποίες προσδιορίζονταν η αξία της περιουσίας χιλιάδων συμπολιτών μας στις τοπικές κοινωνίες που καθιστούσαν την αποφασιστικότητά του στο ζήτημα αυτό κάτι παραπάνω από αμφίβολη.
Τι κάνει, λοιπόν, τελικά με τα δάση ο υπουργός του Περιβάλλοντος; Το σχέδιο νόμου που βρίσκεται αυτές τις μέρες στη Βουλή προβλέπει ότι ο προσδιορισμός των οικιστικών πυκνώσεων αφαιρείται από την τοπική αυτοδιοίκηση και εναπόκειται σε κάποιες επιστημονικές μελέτες, που δεν ξέρουμε ποιος θα τις συντάξει και πότε, ώστε να μάθουμε ποιοι καταπατητές θα προσδιοριστούν νομικά ως υπό τακτοποίηση αυθαιρετούχοι και ποιοι όχι. Εν τω μεταξύ όμως οι πολίτες καλούνται να υποβάλουν την αίτηση τους για να τακτοποιήσουν το αυθαίρετο τους και όταν θα βγουν οι «μελέτες» ίδωμεν… Με αυτό τον τρόπο, ο υπουργός κατοχυρώνει πολεοδομικά τους καταπατητές και τους εξοπλίζει απέναντι σε κάθε μελλοντική δικαστική διένεξη με το κράτος, αφήνοντας παράλληλα ανοικτό το ενδεχόμενο της μελλοντικής νομιμοποίησης τους.
Ωστόσο, την ώρα που συντελείται το έγκλημα, αναρωτιέται κανείς εάν τελικά άξιζε το κόπο η όλη προσπάθεια. Αν δηλαδή, υπήρχε λόγος για την προσπάθεια ευθυγράμμισης της διοικητικής τάξης με τη συνταγματική τάξη, που αποπειράθηκε η προηγούμενη κυβέρνηση, ή αν όλα χάθηκαν στις 7 Ιουλίου όταν έχασε τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ. Και αν το δάσος, το ζωντανό δάσος των επόμενων γενεών, αυτό που απέμεινε μετά τόσες δεκαετίες καταστροφής, είναι σήμερα καλύτερα νομικά, θεσμικά και διοικητικά προφυλαγμένο από ό,τι ήταν χθες. Και σε αυτό το ερώτημα η απάντηση πιστεύω είναι, με απόλυτο τρόπο, καταφατική. Η ανάρτηση των δασικών χαρτών έχει δημιουργήσει σήμερα ένα νομικό προηγούμενο που, κατά πάσα πιθανότητα, μπορεί να ανατραπεί μόνο μέσα από την τροποποίηση του Συντάγματος. Για το δάσος του αύριο, αν θα υπάρχει, θα έχει βάλει και η Αριστερά το λιθαράκι της…

Μιχάλης Νικολακάκης,
δρ Κοινωνιολογίας, διδάσκων στο ΕΚΠΑ και μέλος ΣΕΠ του ΕΑΠ