Το δεύτερο κύμα

Αν πιστέψουμε την προπαγάνδα των αντικυβερνητικών μέσων παραπληροφόρησης, η συζήτηση που άνοιξε μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και όμορων προοδευτικών δυνάμεων, έχει περιοριστεί σ΄ έναν στενό και ασήμαντο ουσιαστικά κύκλο «προθύμων» (όπως απαξιωτικά τους αποκαλεί). Στην πραγματικότητα, η συζήτηση έχει πάρει όχι μόνο έκταση και βάθος –τόσο που να ανησυχεί σοβαρά όσους δεν τη βλέπουν με καλό μάτι– αλλά αγγίζει πια και περιοχές και πρόσωπα, που δεν θα πίστευε κανείς ότι διατίθενται να πάρουν μέρος σ΄ έναν τέτοιο διάλογο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σκίτσο του Χρήστου Πικριδά

 

Χωρίς την ασφάλεια του φανατισμού

Χαρακτηριστικό –και σημαντικό– δείγμα, η συνέντευξη του καθηγητή Ν. Αλιβιζάτου στο LIFO, από την οποία η επιφανειακή δημοσιογραφία ανέδειξε μόνο τα «πιασάρικα» καλά λόγια του για τον Αλέξη Τσίπρα. Υπάρχουν, ωστόσο, σ΄ αυτή τη συνέντευξη αρκετές εκτιμήσεις, παρατηρήσεις και παραδοχές, που δείχνουν ότι η πολιτική προσωπικότητα στην οποία το Κίνημα Αλλαγής είχε αναθέσει την ευθύνη για τις διαδικασίες συγκρότησής του, δεν νιώθει την υποχρέωση να το ακολουθήσει στη φανατική αντιπαράθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ.
Διατυπώσεις όπως οι ακόλουθες, υποθέτουμε ότι δεν ακούστηκαν ευχάριστα στ΄ αφτιά όσων τον θεωρούν αποδιοπομπαίο: «Για μερικούς ανθρώπους υπέρ πάντων αγώνας είναι να φύγει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και δεν μπορούν να αναγνωρίσουν ότι κάνει και κάτι σωστό».
«Κρίσιμη καμπή για μένα ήταν η φιλευρωπαϊκή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ [αν και] δεν έχω πειστεί πως έπαιξε το ενδεχόμενο να πάμε προς τα εκεί» [δηλ. στην έξοδο από ευρώ ή και ΕΕ].
«Αυτή τη στιγμή φοβάμαι ότι τον χώρο [μεταξύ κέντρου και αριστεράς] τείνει να τον καλύψει ο ΣΥΡΙΖΑ και οι προοπτικές δεν είναι ευχάριστες. Δεν έχει επιτευχθεί καν το να υπηρετήσουμε την ενότητα με ένα μήνιμουμ κοινό πρόγραμμα».
«Ακόμα και σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της Συμφωνίας των Πρεσπών, έχω την εντύπωση ότι έχουμε ξεπεράσει τη φάση του διχασμού».
Δεν πρόκειται να ακολουθήσει συνωμοσιολογικού τύπου δημοσιογραφική αποκάλυψη μυστικού διαύλου μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Αλιβιζάτου. Δεν πρόκειται περί αυτού. Πρόκειται για μια ισχυρή ένδειξη της ανάγκης που υπάρχει διάχυτη να συζητηθούν δημόσια μερικά κρίσιμα για πολλούς ζητήματα, που αφορούν τον προσανατολισμό και το μέλλον του τόπου, την ώρα που βρίσκεται σ΄ ένα σταυροδρόμι, χωρίς την ασφάλεια του φανατισμού και την ευκολία των αφορισμών. Πράγμα που δεν μπορεί να ανεχθεί η σημερινή ηγεσία του ΚΙΝΑΛ.

Νέες συνθήκες

Αν πράγματι υφίσταται η ανάγκη μιας τέτοιας δημόσιας συζήτησης, τότε τίποτα δεν μπορεί να τη σταματήσει. Αντίθετα, οι συνθήκες που διαμορφώνονται μετά την έξοδο από το πρόγραμμα και την ομαλή έξοδο στις αγορές, ευνοούν το άνοιγμά της, τη μεγαλύτερη δυνατή ευρύτητά της. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα υπάρξουν στη διάρκειά της αντιθέσεις και δεν θα αναδειχθούν διαχωριστικές γραμμές.
Όπως έδειξε πρόσφατα και η ήπια σχετικά στάση που κράτησε η ΝΔ στην επιτυχή έκδοση του νέου δεκαετούς ομολόγου, τα περιθώρια της αξιωματικής αντιπολίτευσης για συνέχιση της καταστροφολογικής τακτικής φαίνεται ότι εκτιμάται πως στενεύουν απελπιστικά. Ούτε η στάση των Βρυξελλών, ούτε η εξέλιξη των οικονομικών μεγεθών ευνοεί μια τέτοια επιλογή. Φαίνεται πως οι εκτιμήσεις της ηγεσίας της ΝΔ οδηγούν το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην επιλογή ενός αποδοτικού, κατά τη γνώμη της, πεδίου αντιπαράθεσης: το πεδίο των ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής. Δίνοντάς του τον ιδεολογικά φορτισμένο τίτλο των «εθνικών θεμάτων» και επιλέγοντας την οπισθοδρόμηση στην εθνικιστική ρητορική τής «προδοσίας» ή του «ενδοτισμού», η ΝΔ θεωρεί ότι η στάση της απέναντι στη συμφωνία των Πρεσπών την ωφέλησε, τουλάχιστον δημοσκοπικά. Και φαίνεται ότι δεν θα διστάσει, ελλείψει απόδοσης της τακτικής της καταστροφολογίας στο πεδίο της οικονομίας και των δημοσιονομικών, να συνεχίσει και να εντείνει την εθνικιστική στροφή της.
Υπάρχει έδαφος για την άσκηση μιας τέτοιας πολιτικής εκ μέρους της; Φαίνεται ότι θα αναζητηθεί στο πεδίο των σχέσεων με την Τουρκία αυτή τη φορά.

Συμφωνία ή «προδοσία»

Καθώς η Τουρκία βρίσκεται σήμερα σε δυσχερή θέση μετά τις εξελίξεις στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, που την αφήνουν εκτός ενεργειακών σχεδιασμών με δική της κυρίως υπαιτιότητα, είναι πολύ πιθανό να διεκδικήσει τη συμμετοχή της σε αυτές συμβάλλοντας στην έναρξη εκ νέου των συζητήσεων για την ενίσχυση του Κυπριακού. Η προοπτική τής επίλυσης θα την φέρει, έστω και έμμεσα, δια των τουρκοκυπρίων, αν όχι άμεσα, πιο κοντά στη διαφαινόμενη επιδίωξή της.
Η προοπτική μιας βιώσιμης και στο πλαίσιο του ΟΗΕ επίλυσης του Κυπριακού θα φέρει ξανά στο προσκήνιο την ανάγκη προωθητικών συμβιβασμών. Όπως μας έχει δείξει μέχρι σήμερα, η ΝΔ είναι μάλλον απίθανο να αφήσει την ευκαιρία για εσωτερική εκμετάλλευση. Αρκεί να θυμηθούμε το σχέδιο Ανάν. Το ΚΙΝΑΛ, που στη συμφωνία των Πρεσπών υπερακόντισε σχεδόν τη ΝΔ, τι θα πράξει;

Ρήγματα και προσεγγίσεις

Αν πολιτευτεί με τα ίδια μυαλά, είναι μάλλον βέβαιο ότι θα συμβάλει στη δημιουργία ενός νέου ρήγματος στο χώρο του κέντρου, ή στην εμβάθυνση του ήδη υπάρχοντος. Ανεξάρτητα από το πότε θα υπάρξει αυτό το ενδεχόμενο, πριν ή μετά τις εκλογές, η αριστερά και όσες δυνάμεις έχουν ήδη συσπειρωθεί σε μια αντιεθνικιστική πολιτική στάση, οφείλουν να έχουν προετοιμαστεί γι΄ αυτό από κάθε άποψη. Και κυρίως από ιδεολογική-στρατηγική άποψη και από την άποψη της συγκρότησης των ευρύτερων δυνατών συμμαχιών.

Χωρίς υπερβολή, σε μια τέτοια εξέλιξη θα υπάρξει η δυνατότητα για ένα δεύτερο κύμα προσέγγισης και συμπόρευσης ευρύτερων δυνάμεων με τον ΣΥΡΙΖΑ, εάν αυτός είναι έτοιμος από κάθε άποψη να αναλάβει το ρόλο και τις ευθύνες που ανέλαβε με τη συμφωνία των Πρεσπών. Ένα ρόλο που αυτή τη φορά μπορεί να τον φέρει πιο κοντά και με αριστερές δυνάμεις, που του έχουν ασκήσει σκληρή κριτική.
Τότε θα φανεί ποιους ακριβώς μπορεί να αφορά η παρατήρηση του Ν. Αλιβιζάτου «ακόμα και σε θέματα εξωτερικής πολιτικής έχω την εντύπωση ότι έχουμε ξεπεράσει τη φάση του διχασμού».

Χ. Γεωργούλας