Το διπλό βιβλίο

«Δυο πρί­γκι­πες
στην Ελλη­νι­κή Επα­νά­στα­ση»
«Επι­στο­λές αυ­τό­πτη μάρ­τυ­ρα
και έ­να υ­πό­μνη­μα του πρί­γκι­πα
Γεωρ­γίου Κα­ντα­κου­ζη­νού
για την Ελλη­νι­κή Επα­νά­στα­ση»
Χάλ­λη της Σα­ξο­νία 1824
Με­τά­φρα­ση: Χρί­στος Μ. Οι­κο­νό­μου
Ει­σα­γω­γή – σχό­λια – ε­πι­μέ­λεια
Βα­σί­λης Πα­να­γιω­τό­που­λος
Ινστι­τού­το Ιστο­ρι­κών Ερευ­νώ­ν
Εκδ. Ασί­νη, 2015

Ορι­σμέ­νοι δί­νουν ι­διαί­τε­ρο βά­ρος στις συ­μπτώ­σεις, προ πά­ντων ε­κεί­νες που κα­θο­ρί­ζουν ευαί­σθη­τες κα­τα­στά­σεις ή ο­δη­γούν σε μεί­ζο­νος ση­μα­σίας συμ­βά­ντα. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι, βε­βαίως, τις προ­σπερ­νούν, χω­ρίς να δια­βλέ­πουν σε αυ­τές τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τον τυ­χαίο χα­ρα­κτή­ρα τους. Να ό­μως, δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, που μία, προ δε­κα­ε­τιών, σύ­μπτω­ση δια­μορ­φώ­νει, κα­τά τα φαι­νό­με­να, το ε­πι­κρα­τέ­στε­ρο σή­με­ρα ι­στο­ριο­γρα­φι­κό πρί­σμα για την Ελλη­νι­κή Επα­νά­στα­ση. Στο πρώ­το ή­μι­συ της δε­κα­ε­τίας του ’30, γεν­νή­θη­καν τέσ­σε­ρις χα­ρι­σμα­τι­κοί άν­θρω­ποι που ε­πέ­λε­ξαν το ί­διο α­ντι­κεί­με­νο σπου­δών και ε­πι­στη­μο­νι­κής ε­να­σχό­λη­σης, την Ιστο­ρία και α­κο­λού­θη­σαν, εν πολ­λοίς,  συ­μπί­πτου­σες βιο­γρα­φι­κές τρο­χιές. Ένας κα­τ’ έ­τος, γεν­νή­θη­καν οι τέσ­σε­ρις ι­στο­ρι­κοί που θα πρω­το­στα­τού­σαν στην μο­ντέρ­να ε­πα­να­ξιο­λό­γη­ση ή κα­τ’ ο­ρι­σμέ­νους, με­τα­μο­ντέρ­να α­ξιο­λό­γη­ση, προς κα­θαρ­μό α­πό τους ε­θνι­κο­θρη­σκευ­τι­κούς μύ­θους. Κα­τά χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά: 1931 Φί­λιπ­πος Ηλιού, 1932 Βα­σί­λης Πα­να­γιω­τό­που­λος, 1933 Σπύ­ρος Ασδρα­χάς, 1935 Βα­σί­λης Κρεμ­μυ­δάς.
Δυο α­πό αυ­τούς, συ­μπτω­μα­τι­κά οι μέ­χρι σή­με­ρα πρω­το­στα­τού­ντες, δεν εί­ναι μό­νο Πε­λο­πον­νή­σιοι αλ­λά και α­πό την ί­δια πό­λη, την Μεσ­σή­νη της Μεσ­ση­νίας: ο Πα­να­γιω­τό­που­λος κι ο Κρεμ­μυ­δάς. Η υ­πό­λοι­πη η­πει­ρω­τι­κή χώ­ρα δεν εκ­προ­σω­πεί­ται, ε­νώ οι δυο νη­σιώ­τες α­πο­χώ­ρη­σαν νω­ρίς α­πό το ε­ρευ­νη­τι­κό πε­δίο, ό­ταν άρ­χι­σε να μορ­φο­ποιεί­ται η ση­με­ρι­νή ε­πα­νε­κτί­μη­ση. Το 2004, ο Ηλιού α­πε­βίω­σε, και την ί­δια ε­πο­χή, ο Ασδρα­χάς α­πο­σύρ­θη­κε α­πό την ε­νερ­γό έ­ρευ­να. Εφέ­τος, την 25η Μαρ­τίου 2016, που θεω­ρή­θη­κε πως μπαί­νου­με “στην τε­λι­κή ευ­θεία για τον ε­ορ­τα­σμό της δεύ­τε­ρης ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δας α­πό την Ελλη­νι­κή Επα­νά­στα­ση”, στις σε­λί­δες και τα έν­θε­τα βι­βλίου των ε­φη­με­ρί­δων έ­γι­νε λό­γος για “σει­ρά νέων βι­βλίω­ν”, που α­ντι­κα­το­πτρί­ζουν τις α­πό­ψεις της πα­νε­πι­στη­μια­κής κοι­νό­τη­τας των ι­στο­ρι­κών, η ο­ποία ο­μο­νο­εί ως προς τις α­ξιο­λο­γή­σεις της. Πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για μια ο­μά­δα νεό­τε­ρων ι­στο­ρι­κών, που, λί­γο πο­λύ, συ­μπα­ρα­τά­χθη­καν ε­ξαρ­χής με τους εν λό­γω πρε­σβύ­τε­ρους. Πι­θα­νώς και για­τί, ή­δη α­πό τα πα­νε­πι­στη­μια­κά έ­δρα­να, ε­ντά­χθη­καν στα ε­ρευ­νη­τι­κά προ­γράμ­μα­τα ε­κεί­νων. Αυ­τό εί­χε ως α­πο­τέ­λε­σμα να δη­μιουρ­γη­θεί μία αρ­ρα­γής ο­μά­δα, της ο­ποίας οι θέ­σεις και οι α­πό­ψεις χαί­ρουν με­γα­λύ­τε­ρης α­πή­χη­σης α­πό ε­κεί­νης των υ­πο­λοί­πων, με­μο­νω­μέ­νων ε­ρευ­νη­τών. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα συ­νι­στά η σχέ­ση Πα­να­γιω­τό­που­λου και Δημ. Δη­μη­τρό­που­λου, ό­πως δια­φαί­νε­ται μέ­σα α­πό την έκ­δο­ση ε­νός α­πό “τα νέα βι­βλία” της ε­φε­τι­νής 25ης Μαρ­τίου.
Εφέ­τος, ε­αν ε­ξαι­ρέ­σου­με δυο τρεις ι­στο­ρι­κούς, που προ­βλή­θη­καν στον Τύ­πο, χά­ρις στις διοι­κη­τι­κής φύ­σεως θέ­σεις, που α­πέ­κτη­σαν στην τρέ­χου­σα πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση, και οι ο­ποίοι φρό­ντι­σαν να προω­θή­σουν “τα νέα βι­βλία” συγ­γε­νών και μα­θη­τών, κα­τά τα άλ­λα, το δη­μο­σιο­γρα­φι­κό εν­δια­φέ­ρον ε­πι­κε­ντρώ­θη­κε “στα νέα βι­βλία” των δύο Μεσ­σή­νιων. Αμφό­τε­ροι, ε­πω­φε­λού­με­νοι α­πό το κύ­ρος του “ο­μό­τι­μου” που α­πο­λαμ­βά­νουν, πρω­το­τύ­πη­σαν, α­πο­τυ­πώ­νο­ντας στα βι­βλία τους τα πο­ρί­σμα­τα και τους προ­βλη­μα­τι­σμούς   τρέ­χου­σας ε­ρευ­νη­τι­κής ερ­γα­σίας. Από τον Πα­να­γιω­τό­που­λο, α­να­με­νό­ταν, ό­πως του ζη­τή­θη­κε, ο σχο­λια­σμός ε­νός ε­πι­στο­λι­κού ντο­κου­μέ­ντου. Συ­γκε­κρι­μέ­να, ε­νός βι­βλίου σε αρ­χαϊζου­σα γερ­μα­νι­κή και γοτ­θι­κή γρα­φή, που εκ­δό­θη­κε το 1824 στη Χάλ­λη της Σα­ξο­νίας. Και ε­κεί­νος, α­ντί να προσ­διο­ρί­σει την κά­πως αι­νιγ­μα­τι­κή ταυ­τό­τη­τα του βι­βλίου και πρω­τί­στως, να α­να­ζη­τή­σει τον ε­πι­στο­λο­γρά­φο, δη­λα­δή τον “αυ­τό­πτη μάρ­τυ­ρα” των ε­πι­στο­λών, ι­σχυ­ρί­ζε­ται “α­φο­ρι­στι­κά και δογ­μα­τι­κά”, πως δεν πρό­κει­ται για πραγ­μα­τι­κές ε­πι­στο­λές, αλ­λά πε­ρί ε­νός ε­πι­στο­λι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος.
Εμπνεό­με­νος, μά­λι­στα, α­πό την διείσ­δυ­ση της λο­γο­τε­χνίας στην Ιστο­ρία, που τό­σο εν­θου­σιά­ζει τους ι­στο­ρι­κούς, ό­χι μό­νο προ­τεί­νει συ­γκε­κρι­μέ­νο συγ­γρα­φέα, αλ­λά α­πο­τι­μά και το εν λό­γω έρ­γο του ως “μέ­τριο” και “πρώι­μο ση­μά­δι του ελ­λη­νι­κού Ρο­μα­ντι­σμού”, υ­πο­δει­κνύο­ντας σαν πι­θα­νό πρό­τυ­πο το νε­α­νι­κό του Ού­γου Φώ­σκο­λου «Τε­λευ­ταίες ε­πι­στο­λές του Γιά­κο­πο Όρτις». Όσο για τον τυ­χό­ντα “φι­λο­λο­γι­κό ή ι­στο­ριο­δι­φι­κό” φω­τι­σμό, που ή­θε­λε προ­κύ­ψει α­πό άλ­λους ε­ρευ­νη­τές, τον θεω­ρεί ευ­πρόσ­δε­κτο μεν, αλ­λά, εκ προοι­μίου, α­διά­φο­ρο ό­σο α­φο­ρά την ι­σχύ των δι­κών του πο­ρι­σμά­των. Πά­λι κα­λά, που, με­τά τη λέ­ξη δογ­μα­τι­κά, ε­ντός πα­ρεν­θέ­σεως, βά­ζει θαυ­μα­στι­κό. Αυ­τό δεί­χνει, πως, πι­θα­νώς, να έ­χει ε­πί­γνω­ση, ό­τι ρέ­πει και ο ί­διος προς την μυ­θο­πλα­σία, πα­ρό­λο που η μέ­χρι σή­με­ρα ι­στο­ριο­γρα­φία του δεν προϊδέ­α­ζε για πα­ρό­μοιο α­ντι­συμ­βα­τι­κό χει­ρι­σμό.
Αντι­θέ­τως, α­πό τον Κρεμ­μυ­δά, με­τά α­πό τρία τέσ­σε­ρα πα­ρα­μύ­θια, έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, που ε­ξέ­δω­σε ψευ­δω­νύ­μως, και σει­ρά  ι­στο­ρι­κών συγ­γραμ­μά­των για α­γω­νι­στές και πο­λι­τι­κούς ά­ντρες του Ει­κο­σιέ­να, ό­πως ο Σπυ­ρο­μί­λιος και ο Κω­λέτ­της, ό­που, ό­μως, χω­ρά­νε και Αρκά­δες το­κο­γλύ­φοι και “τρα­πε­ζί­τες”, πε­ρί­με­νε κα­νείς εκ­πλή­ξεις. Τε­λι­κά, πα­ρα­μέ­νο­ντας πι­στός στην ε­ρευ­νη­τι­κή του δια­δρο­μή, που, ή­δη α­πό τις αρ­χι­κές δια­τρι­βές του για δι­δα­κτο­ρι­κό και υ­φη­γε­σία, εί­χε  ως στα­θε­ρό ση­μείο, την “προ­ε­πα­να­στα­τι­κή Πε­λο­πόν­νη­σο και τις οι­κο­νο­μι­κές της συ­ναλ­λα­γές”, δια­τεί­νε­ται πως γρά­φει το “α­φή­γη­μα της Ελλη­νι­κής Επα­νά­στα­σης”, ε­στιά­ζο­ντας, ό­πως και ο Πα­να­γιω­τό­που­λος, στους θρη­σκευ­τι­κούς και το­πι­κι­στι­κούς μύ­θους. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, η Επα­νά­στα­ση στη Μεσ­ση­νία ξε­κί­νη­σε δυο μέ­ρες νω­ρί­τε­ρα α­πό την φη­μο­λο­γού­με­νη ημερομηνία στην Αγία Λαύ­ρα. Το πρωί της 23ης Μαρ­τίου, ο Αγάς πα­ρέ­δω­σε την Κα­λα­μά­τα στους ε­πα­να­στά­τες. Ωστό­σο, αν οι δυο ι­στο­ρι­κοί ζη­τού­σαν να αλ­λά­ξει η η­μέ­ρα του ε­ορ­τα­σμού, προ­φα­νώς δεν θα τους πα­ρα­κι­νού­σαν το­πι­κι­στι­κοί λό­γοι. Στό­χος γε­νι­κό­τε­ρος εί­ναι η μη σύ­μπτω­ση του ε­ορ­τα­σμού της Επα­νά­στα­σης με ε­κεί­νον του Ευαγ­γε­λι­σμού της Θε­ο­τό­κου. Το Λά­βα­ρο της Επα­νά­στα­σης να θριαμ­βεύει ως ε­θνι­κό σύμ­βο­λο και ό­χι ως Λά­βα­ρο της Αγίας Λαύ­ρας, με τις ευ­λο­γίες του Πα­λαιών Πα­τρών Γερ­μα­νού.
Ξε­κι­νά­με α­πό το βι­βλίο του πρε­σβύ­τε­ρου Μεσ­σή­νιου. Το βι­βλίο του Πα­να­γιω­τό­που­λου θα μπο­ρού­σε να α­πο­κλη­θεί, «Δι­πλό βι­βλίο», κα­θώς έ­χει δυο τίτ­λους και ου­σια­στι­κά, δυο συγ­γρα­φείς, αν το δά­νειο α­πό τον Δη­μή­τρη Χατ­ζή ως τίτ­λο δεν τον εί­χε χρη­σι­μο­ποιή­σει, το 2003, η Τα­σού­λα Βερ­βε­νιώ­τη, συ­στε­γά­ζο­ντας έ­να ντο­κου­μέ­ντο, “την α­φή­γη­ση της Στα­μα­τίας Μπαρ­μπά­τση”, με τη δι­κή της “ι­στο­ρι­κή α­νά­γνω­ση”. Πα­ρα­τη­ρού­με, μά­λι­στα, πως η α­ντι­με­τώ­πι­ση α­πό τον Τύ­πο, τό­τε και τώ­ρα, εί­ναι πα­ρα­πλή­σια. Στην πα­ρου­σία­ση του βι­βλίου του Πα­να­γιω­τό­που­λου, πα­ρα­κά­μπτε­ται η ε­σω­τε­ρι­κή σε­λί­δα τίτ­λου, ό­που προ­τάσ­σο­νται τα στοι­χεία του ντο­κου­μέ­ντου, με α­να­φο­ρά στον με­τα­φρα­στή α­πό την γερ­μα­νι­κή, και μό­νο στο κά­τω μέ­ρος της σε­λί­δας μνη­μό­νευ­ση του ε­πι­με­λη­τή και συ­ντά­κτη ει­σα­γω­γής και σχο­λίων. Αντ’ αυ­τών, η θέ­ση του συγ­γρα­φέα πα­ρα­χω­ρεί­ται στον ε­πι­με­λη­τή, ε­νώ τίτ­λος του ντο­κου­μέ­ντου και με­τα­φρα­στής α­πα­λεί­φο­νται α­πό την ταυ­τό­τη­τα του βι­βλίου. Τον τίτ­λο του βι­βλίου τον δί­νει ο ε­πι­με­λη­τής. Έτσι συ­νέ­βη και στην πε­ρί­πτω­ση της Βερ­βε­νιώ­τη, στην ο­ποία, ως ε­πι­με­λή­τρια και σχο­λια­στής της μαρ­τυ­ρίας της Μπαρ­μπά­τση, α­πο­νε­μή­θη­κε το Βρα­βείο Χρο­νι­κού-Μαρ­τυ­ρία. Επαι­νέ­θη­κε, μά­λι­στα, η χει­ρο­νο­μία της να μοι­ρα­στεί το χρη­μα­τι­κό έ­πα­θλο με την νο­ση­λευό­με­νη τό­τε συγ­γρα­φέα της μαρ­τυ­ρίας.
Ένας πα­ρό­μοιος τίτ­λος, ό­μως, θα α­δι­κού­σε τη συγ­γρα­φι­κή σύλ­λη­ψη του Πα­να­γιω­τό­που­λου. Για­τί μάλ­λον πρό­κει­ται για έ­να βι­βλίο δι­κής του έ­μπνευ­σης, πα­ρά τον ι­σχυ­ρι­σμό, στον «Πρό­λο­γο του ε­πι­με­λη­τή», πως πρό­θυ­μα δέ­χτη­κε την πρό­τα­ση του Δη­μη­τρό­που­λου για μια σχο­λια­σμέ­νη έκ­δο­ση του εν λό­γω ντο­κου­μέ­ντου. Μπο­ρεί σή­με­ρα ο Δη­μη­τρό­που­λος να κα­τέ­χει τη θέ­ση του “διευ­θυ­ντή” και ο Πα­να­γιω­τό­που­λος του “ο­μό­τι­μου διευ­θυ­ντή”, η σχέ­ση, ό­μως, δά­σκα­λου και μα­θη­τή πα­ρα­μέ­νει. Από­φοι­τος του Ιστο­ρι­κού Τμή­μα­τος της Φι­λο­σο­φι­κής Αθη­νών ο δεύ­τε­ρος, τριά­ντα έ­τη με­τά τον Δά­σκα­λο, συ­μπί­πτει να ξε­κι­νά­ει τις με­τα­πτυ­χια­κές του σπου­δές, ό­ταν ε­κεί­νος ε­πα­νέρ­χε­ται α­πό το Πα­ρί­σι και α­να­λαμ­βά­νει ε­πι­κε­φα­λής του Ινστι­τού­του Νε­ο­ελ­λη­νι­κών Ερευ­νών. Ως στε­νός συ­νερ­γά­της, συμ­με­τέ­χει και στα τρία μεί­ζο­να ε­ρευ­νη­τι­κά προ­γράμ­μα­τα του Πα­να­γιω­τό­που­λου: «Ιστο­ρία των Οι­κι­σμών της Ελλά­δος 15ος-20ος αι.», ό­που ε­ντάσ­σε­ται και η δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του, το συλ­λο­γι­κό έρ­γο «Ιστο­ρία του Νέ­ου Ελλη­νι­σμού 1770-2000», με την συ­νο­δευ­τι­κή σει­ρά βιο­γρα­φιών προ­σώ­πων του Αγώ­να, ό­που ε­κεί­νος α­να­λαμ­βά­νει τον Κο­λο­κο­τρώ­νη, και πρό­σφα­τα, την έκ­δο­ση του Αρχείου του Αλή Πα­σά.
Σε αυ­τές τις βιο­γρα­φι­κές διευ­κρι­νί­σεις, στη­ρί­ζου­με την ει­κα­σία, πως τα τρία τέ­ταρ­τα του βι­βλίου, δη­λα­δή το βι­βλίο του Πα­να­γιω­τό­που­λου, ως “α­φή­γη­μα” α­πο­σπα­σμα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα, ε­πι­κε­ντρω­μέ­νου σε ε­πι­μέ­ρους θε­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες, χω­ρίς να κα­τα­λή­γει σε κά­ποιο ερ­μη­νευ­τι­κό μο­ντέ­λο, θα πρέ­πει να προϋπήρ­ξε του ε­ναύ­σμα­τος της έκ­δο­σης, που στά­θη­κε το ντο­κου­μέ­ντο και το ο­ποίο ε­πέ­βα­λε την αλ­λα­γή της δο­μής του συ­γκε­ντρω­μέ­νου ε­ρευ­νη­τι­κού υ­λι­κού. Αντί ε­νός “δι­πλού βι­βλίου”, το ντο­κου­μέ­ντο, δη­λα­δή το βι­βλίο του 1824, με τίτ­λο, «Επι­στο­λές αυ­τό­πτη μάρ­τυ­ρα και έ­να υ­πό­μνη­μα…» α­πο­τε­λεί το Μέ­ρος Β΄, ε­νώ  δυο ει­σα­γω­γές, α­ντί­στοι­χες προς τον δι­με­ρή χα­ρα­κτή­ρα του, α­πο­τε­λούν το Μέ­ρος Α΄ και δυο ε­νό­τη­τες σχο­λίων, το Μέ­ρος Γ΄. Ανα­λαμ­βά­νο­ντας ο Πα­να­γιω­τό­που­λος να συγ­γρά­ψει τα δυο Μέ­ρη, συν τις σε­λί­δες που α­ντι­στοι­χούν στον ε­πι­με­λη­τή, δη­λα­δή α­πό τις 414 του τό­μου τις 290, μέ­νουν μό­λις 124 σε­λί­δες, α­ραιής τυ­πο­γρα­φι­κής μορ­φής, για το ντο­κου­μέ­ντο.
Με αυ­τήν τη διευ­θέ­τη­ση, τό­σο το “α­φή­γη­μα”, που, έ­στω και η­μι­τε­λές, πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον, ό­σο και το ντο­κου­μέ­ντο, ό­χι μό­νο α­δι­κού­νται, αλ­λά, σε ο­ρι­σμέ­να ση­μεία, η συ­στέ­γα­σή τους δη­μιουρ­γεί σύγ­χυ­ση. Πα­ρά­δειγ­μα, οι συ­νε­χείς α­να­φο­ρές του ε­πι­με­λη­τή στον μυ­θο­πλα­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα του ντο­κου­μέ­ντου, που μέ­νουν α­στή­ρι­κτες. Κά­πο­τε, μέ­χρι και λαν­θα­σμέ­νες, ό­πως η δια­βε­βαίω­ση, ή­δη στον «Πρό­λο­γο του ε­πι­με­λη­τή», πως δεν α­να­φέ­ρε­ται εκ­δό­της του ντο­κου­μέ­ντου. Κι ό­μως, α­κό­μη κι αν α­γνοή­σου­με, ως μυ­θο­πλα­στι­κό τέ­χνα­σμα, τον «Πρό­λο­γο του εκ­δό­τη» στο Μέ­ρος Β΄, υ­πάρ­χει το ε­ξώ­φυλ­λο ε­κεί­νου του βι­βλίου, του ο­ποίου η φω­το­γρα­φι­κή α­να­τύ­πω­ση πα­ρα­τί­θε­ται ει­σα­γω­γι­κά, ό­που κα­τα­λη­κτι­κά α­να­φέ­ρε­ται ο εκ­δο­τι­κός οί­κος, “die Rengerschen Verlagsbuchhandlung”. Μέ­χρι τον κα­τά­λο­γο των βι­βλίων, που ο εν λό­γω εκ­δο­τι­κός οί­κος ε­ξέ­δω­σε το 1824, γνω­ρί­ζου­με. Στοι­χείο βο­η­θη­τι­κό στην έ­ρευ­να για την ταυ­τό­τη­τα του βι­βλίου.
Όπως και να έ­χει, ο τίτ­λος αυ­τού του “δι­πλού βι­βλίου” α­να­φέ­ρε­ται στους πρω­τα­γω­νι­στές του ντο­κου­μέ­ντου, τους δυο α­δελ­φούς Κα­ντα­κου­ζη­νούς, Αλέ­ξαν­δρο και Γεώρ­γιο. Όπου, κα­τά την εκ­δο­χή του Πα­να­γιω­τό­που­λου, ο πρώ­τος εί­ναι ο συγ­γρα­φέ­ας του ε­πι­στο­λι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ε­νώ ο δεύ­τε­ρος, ως συγ­γρα­φέ­ας του υ­πο­μνή­μα­τος, δεν δη­μιουρ­γεί προ­βλή­μα­τα φι­λο­λο­γι­κά, ό­πως πα­ρα­τη­ρεί, πλην της γλώσ­σας στην ο­ποία γρά­φτη­κε. Για την πλη­ρο­φο­ρία, ό­τι γρά­φτη­κε στα γαλ­λι­κά και πως το γερ­μα­νι­κό κεί­με­νο α­πο­τε­λεί συ­μπυ­κνω­μέ­νη μορ­φή του πρω­τό­τυ­που, πα­ρα­πέ­μπει στις αρ­χεια­κές έ­ρευ­νες του ρώ­σου ι­στο­ρι­κού Γρι­γκό­ρι Αρς. Το τε­λευ­ταίο βι­βλίο του, που εκ­δό­θη­κε στα ελ­λη­νι­κά, «Ο Ιωάν­νης Κα­πο­δί­στριας στη Ρω­σία», με πρό­λο­γο του Πα­να­γιώ­τα­που­λου και α­πό τον ί­διο εκ­δό­τη, συ­γκα­τα­λέ­χτη­κε στα νέα βι­βλία της ε­φε­τι­νής 25ης Μαρ­τίου.
Στο βι­βλίο, πα­ρα­τί­θε­ται ε­κτε­νής βι­βλιο­γρα­φία του Αρς, ό­που α­που­σιά­ζει η α­νέκ­δο­τη αλ­λη­λο­γρα­φία του Αλέξ. Υψη­λά­ντη (1816-1828), έκ­δο­ση του 1999, α­πό κοι­νού με τον Κων. Σβο­λό­που­λο. Επί­σης, δεν μνη­μο­νεύε­ται η α­να­γό­ρευ­ση του Αρς, προ δε­κα­ε­τίας (15/12/2005), σε ε­πί­τι­μο δι­δά­κτο­ρα του Πα­νε­πι­στη­μίου Αθη­νών, στην ο­ποία, το έρ­γο του τι­μώ­με­νου εί­χε πα­ρου­σιά­σει ο Σβο­λό­που­λος. Στον πρό­λο­γό του, ω­στό­σο, α­να­φέ­ρει  “την τε­λευ­ταία ι­σορ­ρο­πη­μέ­νη βιο­γρα­φία του Κα­πο­δί­στρια” α­πό τον Χρ. Λού­κο, στη δι­κή του σει­ρά βιο­γρα­φιών για πρό­σω­πα της Ελλη­νι­κής Επα­νά­στα­σης. Οι τρό­ποι, που πα­νε­πι­στη­μια­κοί, α­κα­δη­μαϊκοί και άλ­λοι ε­ξέ­χο­ντες αλ­λη­λου­πο­νο­μεύο­νται και αλ­λη­λοϋπο­στη­ρί­ζο­νται, θα μπο­ρού­σαν να α­πο­τε­λέ­σουν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό υ­λι­κό.
Θα ε­πα­νέλ­θου­με την ε­πό­με­νη Κυ­ρια­κή.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου