Το δομημένο περιβάλλον

Αναδρομή στους νόμους περί αυθαιρέτων

 

Το 2011 είναι η χρονιά – σταθμός που το ελληνικό κράτος επέλεξε να θέσει ένα τέρμα στη μάστιγα της αυθαίρετης δόμησης στη χώρα και να μην ανεχθεί στο εξής την ανέγερση νέων παράνομων κατασκευών. Σε αυτό το πλαίσιο ψηφίστηκε ο νόμος 4014, ο πρώτος επί σειρά ετών που αντιμετωπίζει συνολικά την αυθαίρετη δόμηση και αποσκοπεί να διατηρήσει το σύνολο σχεδόν των αυθαιρέτων κατασκευών της χώρας. Ο τίτλος του νόμου 4014 προέβλεπε ανάμεσα στα άλλα «[…] ρύθμιση αυθαιρέτων σε συνάρτηση με τη δημιουργία περιβαλλοντικού ισοζυγίου […]». Παρότι – θεωρητικά τουλάχιστον – ο στόχος των νόμων περί αυθαιρέτων είναι η προστασία του (φυσικού και δομημένου) περιβάλλοντος, η πραγματικότητα δείχνει ότι ο λόγος ύπαρξης τους είναι κυρίως εισπρακτικός.

Ενα έτος νωρίτερα, το 2010, είχε προηγηθεί ο νόμος 3843, περισσότερο γνωστός ως «νόμος των ημιυπαίθριων», ο οποίος έναντι αρκετά υψηλών προστίμων επέτρεψε τη διατήρηση για 40 έτη αυθαίρετων αλλαγών χρήσης χώρων ευρισκόμενων αποκλειστικά εντός του νόμιμου όγκου των κτιρίων, αποκλείοντας άλλες κατασκευές και παραβάσεις εκτός αυτού.
Πάντως, στο νόμο 4014 μπορούσε να υπαχθεί οποιαδήποτε αυθαίρετη κατασκευή αρκεί κατ’ αρχήν να μη βρίσκεται σε ρέμα, δημόσιο χώρο, δάσος, παραλία, αρχαιολογικό τόπο, ζώνες ασφαλείας υπεραστικών οδών και σε παραδοσιακό οικισμό ή διατηρητέο κτίριο, με τα τρία τελευταία υπό προϋποθέσεις. Όσοι αυθαιρετούχοι δεν εμπίπτουν στους χώρους αυτούς, δηλαδή η συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, λαμβάνουν εξαίρεση από κατεδάφιση είτε για πάντα, είτε για 30 χρόνια, σε περίπτωση πολύ μεγάλων παραβάσεων. Αντίστοιχος νόμος που να αντιμετωπίζει συνολικά την αυθαίρετη δόμηση ήταν ο Ν.1337/1983 ή αλλιώς ο περίφημος «νόμος Τρίτση» με τις λοιπές κατά καιρούς τροποποιήσεις που υπέστη μέσα στις επόμενες δεκαετίες.
Τα πρόστιμα που όρισε ο νόμος 4014 καθορίζονταν από αλγόριθμο με περίπου 10 παραμέτρους και ήταν αρκετά τσουχτερά, ειδικά για τις νεότερες αυθαίρετες κατασκευές, τις εκτός σχεδίου, τις ευρισκόμενες σε υψηλές τιμές ζώνης, και τις πιο «ογκώδεις» –όσον αφορά τις υπερβάσεις σε σχέση με τα επιτρεπόμενα πολεοδομικά μεγέθη της κάθε περιοχής, έδινε όμως τη φαινομενικά τελευταία ευκαιρία στους ιδιοκτήτες αυθαιρέτων να σώσουν τις περιουσίες τους. Το κρατικό σχέδιο προσέλκυσης των αυθαιρετούχων υποστηρίχθηκε τότε και από σχετικό τηλεοπτικό σποτ.
Ο νόμος 4014 είχε, όχι άδικα, προκαλέσει την αντίδραση ορισμένων ομάδων ιδιοκτητών ακινήτων, που μέχρι τότε είχαν επιλέξει να ακολουθήσουν την αργή, γραφειοκρατικά επώδυνη και συντηρητική οδό της νομιμότητας μέσω των πολεοδομικών γραφείων και κρίθηκε εν τέλει αντισυνταγματικός. Έτσι, το έτος 2013, προέκυψε ο επόμενος περί αυθαιρέτων νόμος, ο 4178, στο ίδιο πνεύμα με σχετικά λίγες αλλαγές σε σύγκριση με τον αντισυνταγματικό 4014.
Οι νόμοι 4014 και 4178 αποδείχθηκαν στην πράξη αρκετά ανεπαρκείς στο να προβλέψουν όλες τις περιπτώσεις των πολεοδομικών παραβάσεων που διέπουν τα ακίνητα, οπότε κατά τη διάρκεια ισχύος τους εκδόθηκαν εκατοντάδες οδηγίες, εγκύκλιοι, διευκρινίσεις και ερωταπαντήσεις από τους αρμόδιους κρατικούς φορείς για να κατευθύνουν τους μηχανικούς που είχαν επωμιστεί το βάρος της διεκπεραίωσης της σχετικής διαδικασίας ρύθμισης. Το θετικό, ωστόσο, της όλης υπόθεσης ήταν ότι η ρύθμιση γίνεται στην πλειοψηφία των περιπτώσεων εξ ολοκλήρου μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας, χωρίς τη μεσολάβηση του πολεοδομικού γραφείου, καθότι είναι ακόμα νωπές οι μνήμες από το χάος με τις ατελείωτες ουρές που επικρατούσε στα πολεοδομικά γραφεία κατά τη διάρκεια ισχύος του «νόμου των ημιυπαιθρίων» (3843).
Και ερχόμαστε στο σήμερα. Ο τελευταίος περί αυθαιρέτων νόμος, για όσους δεν πρόλαβαν ή αμέλησαν να ενταχθούν στους προηγούμενους, ο 4495 που ψηφίστηκε το 2017, παρότι είναι παραπλήσιος των προηγούμενων νόμων τουλάχιστον στα κεφάλαια που αφορούν τη ρύθμιση αυθαιρέτων, ακόμα και με τα ίδια ορθογραφικά λάθη copy-paste από το σώμα του 4178 και τις λοιπές συμπληρώσεις του, έχει προσαρμοστεί καλύτερα στα δυσμενή οικονομικά δεδομένα των ημερών μειώνοντας τα πρόστιμα, τουλάχιστον για τις πιο «αθώες» πολεοδομικές παραβάσεις, και δίνει την τελευταία ευκαιρία στους εναπομείναντες αυθαιρετούχους να κατοχυρώσουν τα ακίνητα τους, πληρώνοντας αναδρομικά και έντοκα ό,τι αναλογούντα δημοτικά τέλη, ΕΝΦΙΑ και λοιπά χαράτσια βαραίνουν τους αυθαίρετους χώρους και δεν έχουν καταβληθεί την τελευταία πενταετία.
Τελειώνοντας, ας ελπίσουμε ότι το κεφάλαιο των αυθαιρέτων θα κλείσει μια για πάντα και ότι από εδώ και πέρα θα μπει σε μια τάξη το «αμαρτωλό» δομημένο περιβάλλον της χώρας.

Μ. Π., αρχιτέκτονας μηχανικός