Το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα συνεργάζεται με την ακροδεξιά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Του Δημήτρη Ραπίδη

Οι ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου δεν είναι καθόλου χαλαρές. Αντίθετα, είναι οι πιο σημαντικές των τελευταίων δεκαετιών, καθώς σε αυτές δοκιμάζεται το μέλλον της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αλλά και συνολικά η πορεία θα ακολουθήσει η ΕΕ τα επόμενα χρόνια.
Βρισκόμαστε μπροστά σε μια κρίσιμη συγκυρία, σε μια επείγουσα κατάσταση και για τη χώρα μας και για την ΕΕ. Η μετατόπιση της Χριστιανοδημοκρατίας προς τα δεξιότερα του πολιτικού φάσματος και η υιοθέτηση μιας ακροδεξιάς ρητορικής σε μια σειρά από πολιτικές, διαμορφώνει ένα νέο υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και ακροδεξιάς με ισχυρά διαλυτικά χαρακτηριστικά.

Εις βάρος

Η μετατόπιση αυτή έχει εδώ και καιρό παρατηρηθεί σε αρκετά κράτη-μέλη, όπως η Αυστρία του Κουρτς, η Ιταλία του Σαλβίνι και η Ουγγαρία του Όρμπαν, όπου ακροδεξιές ηγεσίες εφαρμόζουν πολιτικές του πιο σκληρού νεοφιλελευθερισμού εις βάρος του κοινωνικού κράτους, εις βάρος των δικαιωμάτων και των ελευθεριών, εις βάρος της εργασίας. Όλες αυτές οι ηγεσίες κατασκευάζουν έναν εχθρό, είτε αυτός είναι ο πρόσφυγας και ο μετανάστης, είτε αυτός είναι ο ομοφυλόφιλος, είτε αυτές είναι συλλογικότητες που διεκδικούν πλουραλισμό και διασφάλιση της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, ώστε να αναπτύξουν χωρίς έλεγχο τις περιοριστικές πολιτικές τους στον κοινωνικό πεδίο, και τις πολιτικές λιτότητας στο οικονομικό πεδίο.
Επί της ουσίας, βλέπουμε ότι τα δεξιά κόμματα αναπτύσσουν πολιτικές διακρίσεων εις βάρος των ασθενέστερων, εις βάρος της δημοκρατίας, της περιφερειακής και εισοδηματικής συνοχής.

Εγγύτερα στην ακροδεξιά

Το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, επιλέγοντας να προτείνει τον Μάνφρεντ Βέμπερ για την προεδρία της Κομισιόν, επιλέγει να εγκαταλείψει το χώρο της παραδοσιακής κεντροδεξιάς και να κινηθεί εγγύτερα στην ακροδεξιά. Σε επίπεδο πολιτικών, αυτό σημάνει ότι σε περίπτωση επικράτησης του Βέμπερ, θα αναμένουμε έναν νέο προϋπολογισμό της ΕΕ με μειωμένες δαπάνες για την κοινωνική συνοχή, τις νεότερες γενιές, τη μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα, και αντίθετα αύξηση των κονδυλίων για εξοπλιστικά προγράμματα και την πολιτική άμυνας. Μεγαλύτερα εμπόδια στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, καταχρηστική πολιτική στο ζήτημα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ευρεία στρατιωτικοποίηση της ΕΕ, ουδέτερες ζώνες με προσφυγικά καμπ όπου δεν εφαρμόζεται πλήρως το κοινοτικό δίκαιο.
Επικράτηση του Βέμπερ σημαίνει, επίσης, στήριξη των πολιτικών λιτότητας που οδήγησαν την ΕΕ στα σημερινά αδιέξοδα, αναβολή των θεσμικών μεταρρυθμίσεων, συντήρηση της ανομοιογένειας των φορολογικών συστημάτων και αδυναμία καταπολέμησης της φοροδιαφυγής. Επίσης, είναι βέβαιο ότι θα αναμένουμε αποδυνάμωση του πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων και αναποτελεσματικές πολιτικές για την βιώσιμη ανάπτυξη. Με λίγα λόγια, η εκλογή Βέμπερ θα σήμαινε αναπαραγωγή του ίδιου χρεοκοπημένου μοντέλου πολιτικής που εφαρμόστηκε αυτά τα χρόνια σε ΕΕ και Ευρωζώνη.

Επιφυλάξεις για την επιλογή Βέμπερ

Ωστόσο τις τελευταίες εβδομάδες, έχουν διατυπωθεί επιφυλάξεις από στελέχη του ΕΛΚ, μεταξύ των οποίων και ο Γιούνκερ, για το κατά πόσο η επιλογή Βέμπερ μπορεί να φέρει τη νίκη στο ΕΛΚ, ή αντίθετα ότι είναι επιλογή ήττας που θα ενίσχυε την ακροδεξιά σε όλη την ΕΕ. Αρκετοί είναι εκείνοι που θα προέκριναν μια νέα υποψηφιότητα, όπως του Μπαρνιέ ή της Βεστάγκερ, με ευρύτερη στήριξη κι από άλλες πολιτικές ομάδες, ωστόσο μένει να δούμε κατά πόσο ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε πράγματι να προχωρήσει.
Το βέβαιο είναι ότι οι πολιτικοί συσχετισμοί αναμένεται να αναδιαμορφωθούν στην επόμενη σύσταση του ευρωκοινοβουλίου, με την ακροδεξιά να βρίσκεται διασπαρμένη σε διαφορετικές πολιτικές ομάδες. Εάν οι αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις δεν αναπτύξουν μια ενιαία πολιτική στρατηγική μετά τις ευρωεκλογές, διαμορφώνοντας έναν ισχυρό δημοκρατικό πόλο, το ευρωκοινοβούλιο της περιόδου 2019-2024 θα είναι από τα πλέον ευρωσκεπτικιστικά, με νέες πλειοψηφίες που θα ρέπουν προς τον εθνικισμό και την ακροδεξιά οπισθοδρόμηση.