Το κράτος που μας έλειπε

Οταν ο άνθρωπος, που η ίδια η κυβέρνηση όρισε πρόεδρο της Επιτροπής για τη Διερεύνηση της Αστυνομικής Βίας, καταγγέλλει δημόσια την «αύξηση των περιστατικών αυθαίρετης αστυνομικής βίας» και επισημαίνει ότι «δεν μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη ως άλλοθι για τέτοιου είδους απαράδεκτες συμπεριφορές», τότε σίγουρα κάτι δεν πάει καλά στο πεδίο της κυβερνητικής πολιτικής που αφορά την (κατ΄ ευφημισμό;) Προστασία του Πολίτη.
Και αυτό το «κάτι» γίνεται ακόμα πιο σοβαρό, όταν, αφενός, ο πρόεδρος που προβαίνει στην καταγγελία είναι ένας κατά κοινή ομολογία έγκυρος συνταγματολόγος εγνωσμένων δημοκρατικών πεποιθήσεων, αφετέρου, ο αρμόδιος υπουργός Προστασίας του Πολίτη τού απαντά με μια απαράδεκτη «κατηγορηματική διαβεβαίωση» ότι «δεν υπήρξαν πράξεις αστυνομικής βίας», αλλά, παρ΄ όλα αυτά, «θα γίνει διερεύνηση»… Μια διερεύνηση, για την οποία το συμπέρασμα έχει ήδη προκαταβληθεί! Με ποια στοιχεία; Με τα… δελτία τύπου του υπουργείου και της Αστυνομίας, που ο κύριος υπουργός φροντίζει να αποστείλει στον διαμαρτυρόμενο πρόεδρο.
Θα ήταν τραγέλαφος, αν δεν ήταν πολύ σοβαρή εκδήλωση μιας κατάστασης, που επιχειρεί η κυβέρνηση της ΝΔ να επιβάλει. Μιας κατάστασης που δεν απέχει από τη δημιουργία ενός αστυνομικού κράτους με πρόσχημα την επιβολή του νόμου και της τάξης για το καλό των πολιτών, για την ασφάλειά τους.

Η δικαιολόγηση της βίας

Όσοι σπεύσουν να σκεφτούν ότι πρόκειται για τις συνήθεις αντιπολιτευτικές υπερβολές, ας λάβουν υπόψη τις ακόλουθες επισημάνσεις.
Το επικίνδυνο στην περίπτωση που συζητάμε, δεν είναι μόνο ότι ασκείται συστηματικά αυθαίρετη βία από τα όργανα καταστολής· είναι κυρίως ότι αυτή δικαιολογείται ως φυσιολογική, θεσμική, νόμιμη και αναμενόμενη πρώτα πρώτα από την κυβέρνηση. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός, ο φιλελεύθερος κ. Μητσοτάκης, μιλώντας στη Βουλή για τον Προϋπολογισμό, είπε πως η ΝΔ είχε ξεκάθαρη θέση προεκλογικά, είχε προειδοποιήσει ότι έτσι θα κυβερνήσει, θα φτιάξει κράτος, και, από τη στιγμή που την ψήφισε το 40% του εκλογικού σώματος, δικαιούται να εφαρμόσει την πολιτική της. Δεν είναι απλώς νόμιμες οι ενέργειές της, δεν είναι απλώς δικαιολογημένες, είναι κατ΄ εξουσιοδότηση των υπό προστασία πολιτών.
Δεν υπάρχει άλλη άποψη, δεν υπάρχει «μειοψηφία» (τουλάχιστον του 50%, σημειωτέον), δεν υπάρχει αξιωματική και άλλη αντιπολίτευση. Όλοι αυτοί –δηλαδή οι πιο πολλοί– οφείλουν να σιωπήσουν. Και να αφήσουν την Αστυνομία «να κάνει τη δουλειά της». Έχει δει ποτέ κανείς στη μεταπολιτευτική ιστορία πληρέστερη αποτύπωση και αντίληψη περί αστυνομικού κράτους; Μπροστά σε μια τέτοια επιχειρηματολογία, η φράση του μακαρίτη πρωθυπουργού της δεξιάς προς τους αστυνομικούς «το κράτος είστε εσείς» μοιάζει με πταίσμα.

Λυμένα χέρια

Αλλά δεν είναι μόνο η κυβέρνηση που δικαιολογεί με αυτό τον απαράδεκτο τρόπο την αστυνομική βία. Είναι και οι εντεταλμένοι συνδικαλιστές που έρχονται να τη συνδράμουν ομολογώντας ότι τώρα νιώθουν να τους έχουν λυθεί τα χέρια! Το καταθέτουν ευθαρσώς και αδιαλείπτως με τις καθημερινές εμφανίσεις τους στα τηλεοπτικά παράθυρα, όπου, αφού μας εξηγήσουν ότι «σ΄ όλο τον κόσμο έτσι γίνεται» και ότι «δεν μπορεί να γίνουν συλλήψεις με τριαντάφυλλα», εξυμνούν την κυβέρνηση –σε αντίθεση με την προηγούμενη του ΣΥΡΙΖΑ– που τους «έλυσε τα χέρια». Γι΄ αυτό τον ισχυρισμό ο κ. Χρυσοχοΐδης δεν βρήκε ούτε μια κουβέντα να πει. Και του δόθηκαν άπειρες ευκαιρίες. Μάλλον θα συμφωνεί.
Δεν είναι, βέβαια, μόνον αυτοί οι απολογητές της αστυνομικής βίας. Είναι και η προπαγανδιστικοί μηχανισμοί, που είναι υποχρεωμένοι να κάνουν κάπως πιο «καλλιεργημένη» δουλειά. Δουλειά τους είναι να ταυτίζουν όποιον αντιδρά, όποιον διαμαρτύρεται, με τους «μπαχαλάκηδες». Το σύνθημα το έδωσε ο καθ΄ ύλην αρμόδιος κ. Βορίδης, που στη Βουλή κατηγόρησε την αξιωματική αντιπολίτευση, τον ΣΥΡΙΖΑ, ότι υποστηρίζει τις καταγγελίες κατά των ΜΑΤ, γιατί έχει ψυχολογική συγγένεια με τους «μπαχαλάκηδες». Όποιος τολμήσει να προβάλει αντίρρηση, πολύ περισσότερο αντίσταση, δεν είναι μόνο… ΣΥΡΙΖΑ, είναι ταυτόχρονα και αυταπόδεικτα οπαδός του μπάχαλου. Άλλο ένα επιχείρημα υπέρ της οικοδόμησης του αστυνομικού κράτους για ιερό σκοπό: για την ασφάλειά μας.
Εδώ, καλό είναι να θυμίσουμε σε όσους έχουν τάσεις ψυχολογικής ερμηνείας των πολιτικών συμπεριφορών, οι οποίοι μας εξηγούν ότι –πράγματι– δεν έχουμε ούτε χούντα ούτε μετεμφυλιακό κράτος και, συνεπώς, δεν πρέπει να πολιτευόμαστε επισείοντας έναν παρελθόντα κίνδυνο, ότι οι κατασταλτικοί μηχανισμοί είναι οι πιο πρόσφοροι από όλους τους κρατικούς μηχανισμούς στη διάβρωση από αντιδημοκρατικές συνωμοσίες και ιδεολογίες και οι πρώτοι που θεωρούνται από αυτές κατάλληλοι για πάσα χρήση. Και η χειρότερη υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει κάποιος στους υπαλλήλους των μηχανισμών αυτών, είναι η καλλιέργεια του αισθήματος ότι βρίσκονται στο απυρόβλητο, είναι ανεξέλεγκτοι και εκ των προτέρων δικαιωμένοι έναντι των άλλων πολιτών. Αντί να καταθέσουν στο λογαριασμό τους, σαν πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο, την ενίσχυση του δημοκρατικού φρονήματος και της ιδέας της εξυπηρέτησης του λαού.

Η δεξιά δεν ξεχνά τη σημαίνει δεξιά

Την κατασκευή της εικόνας μιας τεχνητής ομοψυχίας, από την οποία αποκλείονται απλώς οι βέβηλοι ψυχολογικά συγγενείς με τους «μπαχαλάκηδες», ήρθε να χαλάσει η επιστολή Αλιβιζάτου. Πιστεύω ότι δεν ήταν μόνο η συγκρότησή του ως έγκυρου νομικού που τον οδήγησε σ΄ αυτό το διάβημα. Ούτε η έγνοια του για προσωπική του αποστασιοποίηση από μια πολιτική ευθύνη, με την οποία άλλοι βαρύνονται. Δεν θα πρέπει να αισθάνεται μόνος. Και δεν εννοώ ότι «άλλαξε στρατόπεδο», άρα προσφέρεται για μικροπολιτική εκμετάλλευση. Άλλους μπορεί να βασανίζουν τέτοιες σκέψεις. Εννοώ ότι εκφράζει έναν κόσμο υπαρκτό, που είναι διατεθειμένος να ανιχνεύσει και να δοκιμάσει τις καλές προθέσεις ακόμη και του κ. Μητσοτάκη, όχι όμως και «να λειτουργήσει ως άλλοθι» για μια λαθραναβίωση της παλιάς γνωστής δεξιάς. Αυτό δηλώνει, άλλωστε, και εκείνο το «προς το παρόν» της επικρεμάμενης παραίτησής του στην επιστολή του προς τον υπουργό.
Αν έχει ένα νόημα η επιμονή αυτή στην ερμηνεία μιας προσωπικής στάσης, είναι ακριβώς γιατί, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι προσωπική. Αποτελεί σηματοδότη που μας προϊδεάζει για επανατοποθετήσεις γενικότερες στο χώρο μεταξύ δεξιάς και αριστεράς, καθώς η άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας από τη ΝΔ θα αναδεικνύει τα δεξιά, συντηρητικά και αντιδραστικά συχνά γενετικά χαρακτηριστικά της σε βάρος των επίκτητων κεντροδεξιών στοιχείων, που έδιναν άλλες υποσχέσεις.

Χ. Γεωργούλας