Το «ντιμπέιτ» των δύο προγραμμάτων

Τελικά το ντιμπέιτ των επικεφαλής των κοινοβουλευτικών κομμάτων, πόσω μάλλον των δύο πρώτων κομμάτων, αφού ο Κ. Μητσοτάκης αρνήθηκε πολλάκις, στάθηκε αδύνατον να πραγματοποιηθεί. Φθάνοντας μία μέρα πριν τις κάλπες χωρίς να έχει υπάρξει επίσημη αντιπαράθεση των προτεινόμενων προγραμμάτων, η «Εποχή» επιχειρεί να παρουσιάσει σχολιασμένες τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ σε κάποιους βασικούς τομείς, προκειμένου να διευκολύνει την εξαγωγή συμπερασμάτων των πολιτών.

ΕΡΓΑΣΙΑ

Δικαιώματα εργαζομένων vs εργοδοτικής αυθαιρεσίας

Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για την τετραετία 2019-2023 στον τομέα της εργασίας φαίνεται να αποτελεί επέκταση των ήδη εφαρμοζόμενων πολιτικών του, στοχεύοντας στο σεβασμό των εργασιακών δικαιωμάτων και στην πάταξη της εργοδοτικής αυθαιρεσίας, όπως και στη συνέχεια της μείωσης της ανεργίας και αύξησης του κατώτατου μισθού.
Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά τις θέσεις εργασίας, στόχος είναι η δημιουργία όσων θέσεων χάθηκαν μέσα στην κρίση, δηλαδή 500.000 θέσεις μέχρι το 2023. Δεδομένου ότι μέσα στην τριετία 2015-2018 δημιουργήθηκαν 380.000 νέες θέσεις εργασίας και η ανεργία μειώθηκε κατά 8% και των νέων κατά 13%, εν καιρώ δηλαδή μνημονίου, η πρόταση φαίνεται εφικτή, λαμβάνοντας υπόψη την ανοδική πορεία της οικονομίας.
Σημειώνεται ότι δίνεται έμφαση και στα χαρακτηριστικά των θέσεων αυτών, στοχεύοντας στη μείωση της ανεργίας των νέων και των γυναικών, καθώς για τις αρχές του ΣΥΡΙΖΑ οι ανισότητες δεν είναι ούτε φυσικές ούτε αποδεχτές, όπως είχε επισημάνει ο Κ. Μητσοτάκης. Όπως επίσης, έμφαση δίνεται στο να είναι οι νέες θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης, δίνοντας κίνητρα για το λόγο αυτό, αφού το νεοφιλελεύθερο δόγμα περί αυτορρύθμισης της αγοράς έχει αποδειχθεί περίτρανα απατηλό.
Ταυτόχρονα, τονίζεται στο πρόγραμμα ότι δεν θα υπάρχει «ούτε μία ώρα απλήρωτη εργασία», συνεχίζοντας τους αυστηρούς ελέγχους του ΣΕΠΕ, παρά τις επιθέσεις που μπορεί να δέχονται οι επιθεωρητές από εργοδότες-στελέχη της ΝΔ στη Χίο, για παράδειγμα. Μέχρι σήμερα, από το 2015, η αδήλωτη εργασία έχει μειωθεί στο 9%.
Προβλέπονται ακόμα νέες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, μετά από την αύξηση κατά 11% και κατά 27% για τους νέους που έφερε το προηγούμενο διάστημα. Συγκεκριμένα, γίνεται λόγος για σταδιακή αύξηση 7,5% το 2020 και άλλες 7,5 μονάδες το 2021. Από εκεί και έπειτα, το 2022, προβλέπεται η επαναφορά του εργασιακού κεκτημένου, ο καθορισμός του κατώτατου μισθού να γίνεται μέσω διαπραγματεύσεων των εθνικών κοινωνικών εταίρων.
Τέλος, όσον αφορά τους ανέργους, πέραν των προγραμμάτων που εφαρμόζονται (προγράμματα εργασίας ύψους 2,4 δισ. ευρώ για 240.000 ανέργους, στοχευμένα προγράμματα για νέους επιστήμονες κ.α.), προβλέπεται η αναδιαμόρφωση των κοινωφελών προγραμμάτων εργασίας από 8μηνα σε 12μηνα, με αύξηση των απολαβών, ώστε να αντιστοιχούν στα προσόντα των εργαζομένων.

Η απατηλή «αυτορρύθμιση» της αγοράς

Οι αντιφάσεις στο πρόγραμμα της ΝΔ στο ζήτημα της εργασίας, γίνονται φανερές από την πρώτη στιγμή, καθώς στη θεματική του προγράμματός της με τίτλο «Εργασία και Προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων», δεν γίνεται καθόλου λόγος για επαναφορά των εργασιακών δικαιωμάτων που περικόπηκαν κατά της διακυβέρνησής της, ενώ εστιάζει περισσότερο το λόγο της στους εργοδότες.
Στον πρόλογο της θεματικής που δείχνει τη γενικότερη προσέγγιση του θέματος μιλά για «ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ εργαζόμενων, κράτους και επιχειρήσεων. Ουσία του κοινωνικού αυτού συμβολαίου είναι ότι το κράτος προσφέρει ένα καλό επιχειρηματικό περιβάλλον και χαμηλή φορολογία και οι επιχειρήσεις είναι συνεπείς σε όλες τις υποχρεώσεις τους, αμείβουν καλά τους εργαζομένους τους και τους κάνουν συμμέτοχους στα κέρδη και την ανάπτυξη της επιχείρησης». Το κράτος, λοιπόν, παίρνει ξεκάθαρη θέση στήριξης των εργοδοτών και οι εργαζόμενοι αφήνονται έρμαια της «καλής διάθεσης» των τελευταίων να μοιραστούν τα κέρδη τους μαζί τους (πράγμα αντιφατικό ακόμα και για τη φιλελεύθερη πολιτική σκέψη, που θέλει τους ανθρώπους σαν φύσει εγωιστικά όντα, που δρουν με γνώμονα μόνο το συμφέρον τους).
Συγκεκριμένα, στα μέτρα αναφέρεται γενικά η απαίτηση τήρησης της εργασιακής νομοθεσίας, χωρίς περαιτέρω ανάπτυξη του θέματος. Το βασικό ερώτημα, όμως, που παραλείπεται σκοπίμως να απαντηθεί στο πρόγραμμα, είναι ποια θα είναι αυτή η εργασιακή νομοθεσία σε περίπτωση διακυβέρνησης της ΝΔ. Μην ξεχνάμε τη δήλωση του Κ. Μητσοτάκη στους επιχειρηματίες στην Κω πως «θα σαρώσουμε ως οδοστρωτήρες τα εμπόδια που κρατούν δέσμια την επιχειρηματικότητα» όσον αφορά την 7ημερη εργασία, την οποία είχε ξαναϋπερασπιστεί σε διακαναλική συνέντευξη, όπως και την κατάργηση του 8ωρου. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η τήρηση μιας τέτοιας εργασιακής νομοθεσίας, αλλά η ύπαρξή της.
Η «προστασία των εργοδοτών», όπως θα έπρεπε να μετονομαστεί καλύτερα η θεματική του προγράμματος της ΝΔ, προβλέπει ακόμα την επιβράβευση του αυτονόητου και νόμιμου. «Καθιερώνουμε λευκό μητρώο επιχειρήσεων και επιβραβεύουμε με χαμηλότερες εισφορές τις επιχειρήσεις που είναι ασφαλιστικά συνεπείς και σέβονται την εργατική νομοθεσία». Δεν γίνεται καθόλου λόγος για πρόστιμα και ποινές για τις περιπτώσεις παραβίασης, ούτε για πάταξη της αδήλωτης ή υποδηλωμένης εργασίας.
Επίσης, σε αντίθεση με το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ που μιλά για κίνητρα προώθησης της πλήρους εργασίας, η ΝΔ δεν αναφέρεται καθόλου σε αυτή, ενώ προτείνει «κίνητρα στις επιχειρήσεις για να δίνουν πρόσθετες παροχές στους εργαζομένούς τους είτε με τη μορφή δωρεάν μεταφοράς στην εργασία τους, είτε με επιπλέον ασφαλιστικές παροχές, είτε και με συμμετοχή στα κέρδη, είτε με ειδικά προγράμματα απόκτησης μετοχών», που στην πράξη θα σημαίνει την επαναφορά των κουπονιών αντί καταβολής ολόκληρου του μισθού, πρακτική που καταργήθηκε από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.
Όσον αφορά τη διαμόρφωση του κατώτατου μισθού, κάνει λόγο για θέσπιση της «αύξησης του κατώτατου μισθού σε ποσοστό διπλάσιο από το ποσοστό ανάπτυξης του ΑΕΠ, ώστε ο κατώτατος μισθός να αυξάνεται ακολουθώντας τη πορεία βελτίωσης της οικονομίας». Γεγονός που σημαίνει ότι δεν θα επαναφέρει ποτέ την καθιέρωσή του βάσει συλλογικών διαπραγματεύσεων, όπως ήταν προ κρίσης, αλλά θα συνεχίσει να διαμορφώνεται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Πρακτικά επίσης για το 2019, για παράδειγμα, που η ανάπτυξη υπολογίζεται στο 2,2% του ΑΕΠ, θα σήμαινε πως η αύξηση του κατώτατου θα ήταν κατά 4,4% μόνο, αντί 11%, όπως συνέβη και παρόλ’ αυτά είχε δεχθεί κριτική από την ΝΔ ότι είναι ψίχουλα.
Τέλος, αντί επαναφοράς των συλλογικών συμβάσεων όπως τις ξέραμε, κάνει λόγο για το ολλανδικό μοντέλο, το οποίο δίνει τη δυνατότητα στους εργοδότες να συμφωνήσουν με οποιοδήποτε σωματείο εμφανίζεται ως διαπραγματευτής, αγνοώντας όλα τα υπόλοιπα. Για τα σωματεία που αποκλείονται από τις διαπραγματεύσεις, οι όροι των συμβάσεων που υπογράφονται δεν ισχύουν, ενώ οι συμβάσεις που υπογράφονται, έχουν τον όρο της μη απεργίας. Οι ομοσπονδίες εργαζομένων τυπικά δεν έχουν κανένα λόγο στις διαπραγματεύσεις. Με άλλα λόγια, το πρόγραμμα της ΝΔ μιλά για καθιέρωση μόνο των επιχειρησιακών συμβάσεων εργασίας.

ΠΑΙΔΕΙΑ

Πρότυπη εκπαίδευση για όλους ή για λίγους «άριστους»;

Στον τομέα της Παιδείας, μετά την καθιέρωση της διετούς υποχρεωτικής προσχολικής εκπαίδευσης, την επέκταση του ολοήμερου σχολείου σε όλα τα δημοτικά, την ενίσχυση της ειδικής αγωγής με 40 νέα σχολεία και 570 τμήματα ένταξης, την ένταξη των παιδιών προσφύγων στην εκπαίδευση, τη νέα Γ’ Λυκείου και την καθιέρωση της ελεύθερης πρόσβασης σε κάποια πανεπιστημιακά τμήματα, την ίδρυση του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας, την αναμόρφωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την ανωτατοποίηση των ΤΕΙ, την κατάργηση των διδάκτρων από τα μεταπτυχιακά εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων και την εξασφάλιση της δωρεάν πρόσβασης σε αυτά των οικονομικά ασθενέστερων, το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ προχωρά στην ίδια λογική ενίσχυσης και βελτίωσης της δημόσιας και δωρεάν εκπαίδευσης.
Συγκεκριμένα, δεσμεύεται για «15.000 μόνιμους διορισμούς εκπαιδευτικών σε βάθος τριετίας, με τους πρώτους 4.500 στην Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση εντός του 2019», όπως και για «10.000 θέσεις νέων ερευνητών έως το 2021».
Οι δαπάνες για την παιδεία κατά την τετραετία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ αυξήθηκαν, για πρώτη φορά στη χώρα, στο 1% του ΑΕΠ, παρά και την εφαρμογή του μνημονίου. Στόχος, σύμφωνα με το πρόγραμμα, είναι οι δαπάνες «στο τέλος της τετραετίας να ανέρχονται στο 5% του ΑΕΠ, δηλαδή στον ευρωπαϊκό μέσο όρο».
Πέραν της αύξησης των διαθέσιμων πόρων για την εκπαίδευση, η αναβάθμισή της προτείνεται και μέσω της «επιμόρφωσης όλων των εκπαιδευτικών, των νέων αναλυτικών προγραμμάτων και σχολικών εγχειρίδιων».
Τέλος, η αναμόρφωση της τριτοβάθμιας περνάει τώρα στο στάδιο της ενίσχυσης της φοιτητικής μέριμνας, με «νέες εστίες και αύξηση του στεγαστικού επιδόματος».

Η είσοδος της αγοράς

Όπως ήταν αναμενόμενο, η λογική της ΝΔ για την τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι το «τάξις και αγορά». Κανένας λόγος για προσλήψεις των απαραίτητων εκπαιδευτικών ή για διάθεση μεγαλύτερων δημόσιων δαπανών, ίσα-ίσα εννοείται το αντίθετο.
Έτσι βλέπουμε ως θέσεις το γνωστό: «Καταργούμε πλήρως το πανεπιστημιακό άσυλο για να πάψουν τα ιδρύματα να είναι άσυλα παρανομίας», συνεχίζοντας να δείχνει ότι δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα των πανεπιστημίων (σημειώνεται ότι την εβδομάδα που μας πέρασε, οι Shanghai Rankings 2019 κατατάσσουν το ΕΜΠ στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου).
Και αφού το άρθρο 16 δεν άνοιξε προς συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση και άρα η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, στο πρόγραμμά της η ΝΔ περιορίζεται να μιλά για το πώς θα εισάγει σιγά-σιγά την αγορά στα δημόσια πανεπιστήμια.
Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει πως «επιδιώκουμε την προσέλκυση νέων πόρων για τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά μας Ιδρύματα επιπλέον της κρατικής χρηματοδότησης και μεγαλύτερη διασύνδεση με την αγορά εργασίας». Με άλλα λόγια, περιορισμός των διαθέσιμων πόρων για τα πανεπιστήμια και όποια έχουν τη δυνατότητα να προσελκύσουν κάνοντας δουλειές για επιχειρήσεις καλώς. Τα υπόλοιπα, συνήθως αυτά των ανθρωπιστικών επιστημών, θα περάσουν στο μαρασμό.
Επισημαίνει ακόμα πως «δίνουμε πραγματική αυτονομία στα Ακαδημαϊκά Ιδρύματα, τα οποία θα αξιολογούνται για να γίνουν ανταγωνιστικά, σύγχρονα, εξωστρεφή και να συνδεθούν με την αγορά εργασίας». Η αξιολόγηση, βέβαια, των πανεπιστημιακών σπουδών από την αγορά, κάθε άλλο, προφανώς, παρά αυτονομία σημαίνει, αφού στόχος δεν θα είναι η προαγωγή της γνώσης, αλλά η επιβίωσή τους και η προαγωγή του κέρδους των επιχειρήσεων απ’ τις οποίες θα εξαρτώνται οικονομικά.
Προκειμένου να συμβεί αυτό, χρειάζονται και πρόθυμες διοικήσεις, εξού και η θέση που σκιαγραφεί την επαναφορά των συμβουλίων διοίκησης, χωρίς να το λέει, βέβαια, ξεκάθαρα, αφού όταν είχαν εφαρμοσθεί, στέφθηκαν από αποτυχία και είχαν ξεσηκώσει όλο τον ακαδημαϊκό κόσμο εναντίον τους («εισάγουμε ένα σύγχρονο πλαίσιο λειτουργίας των Ανώτατων Ιδρυμάτων που προβλέπει αποτελεσματικούς θεσμούς διοίκησης και αξιολόγηση σε όλα τα επίπεδα…»).
Προτείνει ακόμα την ίδρυση περισσότερων ξενόγλωσσων προπτυχιακών προγραμμάτων και την ενίσχυση του θεσμού της πρακτικής άσκησης φοιτητών, χωρίς να διευκρινίζει αν θα υπάρξουν δίδακτρα ή πληρωμή αντίστοιχα.
Όσον αφορά τις άλλες δύο βαθμίδες, οι θέσεις της ΝΔ είτε είναι γενικόλογες «βελτιώσεις» μέτρων που ήδη ισχύουν, είτε εισαγωγή της «αριστείας».
Συγκεκριμένα, μιλά για «ουσιαστικό περιεχόμενο στα ολοήμερα σχολεία για να γίνουν πραγματικός χώρος μάθησης και όχι πάρκινγκ μαθητών», χωρίς να εξηγεί ποιο θα είναι αυτό ή γιατί τώρα τα σχολεία είναι πάρκινγκ μαθητών, και για «ενίσχυση των ξένων γλωσσών, ώστε όλοι οι μαθητές που θα τελειώνουν το σχολείο να γνωρίζουν καλά τουλάχιστον μια, με κρατική πιστοποίηση», κάτι που ήδη υλοποιείται. Όπως επίσης γίνεται λόγος για νέα προγράμματα σπουδών, που θα δίνουν μεγαλύτερη ελευθερία στους εκπαιδευτικούς, χωρίς να προσδιορίζει την κατεύθυνση αυτών των προγραμμάτων ή πώς θα εξασφαλίζεται η κοινή γνώση σε βασικά θέματα, πέραν της βούλησης του κάθε σχολείου.
Τέλος, προτείνει τη δημιουργία «σε κάθε περιφερειακή ενότητα ενός δημόσιου Πρότυπου Σχολείου, όπου όλοι οι μαθητές θα μπορούν να έχουν πρόσβαση, μέσω εξετάσεων». Αντί, δηλαδή, να υπάρξει μέριμνα να γίνουν όλα τα σχολεία πρότυπα, απλά προωθείται η κοινωνική ανισότητα από μικρή ηλικία και μέσω της δημόσιας εκπαίδευσης.
Αντίστοιχα, το πρόγραμμα της ΝΔ λέει πως «δημιουργούμε Πρότυπα Επαγγελματικά Λύκεια σε αντιπροσωπευτικές περιοχές της χώρας, που θα συνεργάζονται με την τοπική οικονομία και επιχειρηματικότητα, έτσι ώστε η επαγγελματική εκπαίδευση να γίνεται ουσιαστική διέξοδος απασχόλησης για τους νέους». Τη στιγμή, δηλαδή, που επιτέλους η μαθητεία με πλήρη εργασιακά δικαιώματα έχει εξασφαλιστεί για όλους τους τεταρτοετείς των ΕΠΑΛ, η ΝΔ επιθυμεί να εισάγει και πάλι την απλήρωτη μαθητεία ανήλικων παιδιών.

 

ΥΓΕΙΑ

Δωρεάν πρόσβαση για όλους vs η υγεία ως εμπόρευμα

Η πρώτη δέσμευση του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ για την υγεία αφορά την «περαιτέρω ενδυνάμωση του Δημόσιου Συστήματος Υγείας», συνεχίζοντας δηλαδή το έργο που ήδη ξεκίνησε. Ενδεικτικά αναφέρεται η πρόσληψη υγειονομικού προσωπικού –που είχε σταματήσει να γίνεται από το 2010-, η μεταρρύθμιση της πρωτοβάθμιας υγείας, με οικογενειακούς γιατρούς, τοπικές μονάδες υγείας και κέντρα υγείας σε κάθε περιοχή, με κάποιες μονάδες μάλιστα να λειτουργούν 24 ώρες με παιδιάτρους, γενικούς γιατρούς, παθολόγους και καρδιολόγους, για τα περιστατικά που είναι στο μεταίχμιο των έκτακτων περιστατικών και τακτικών, ώστε να μην επιβαρύνονται τα εφημερεύοντα νοσοκομεία, αλλά και να μην περιμένουν να κλείσουν ραντεβού οι ασθενείς. Όπως επίσης και η συνέχεια της ελεύθερης πρόσβασης όλων των ανασφάλιστων δωρεάν στη δημόσια υγεία, η δωρεάν οδοντιατρική φροντίδα 800.000 παιδιών και η μείωση της οικονομικής επιβάρυνσης των ασθενών μέσω της νέας πολιτικής τιμολόγησης – αποζημίωσης φαρμάκων.
Για την επόμενη τετραετία το πρόγραμμα προβλέπει «προσλήψεις 10.000 γιατρών – νοσηλευτών – λοιπού προσωπικού για το 2019 – 2022» και «ανανέωση των υποδομών και του εξοπλισμού του ΕΣΥ».
Επίσης, στόχος είναι «οι δαπάνες για την υγεία στο τέλος της τετραετίας να ανέρχονται στο 6% του ΑΕΠ, δηλ. στον ευρωπαϊκό μέσο όρο».

Ο κίνδυνος ιδιωτικοποίησης της υγείας

Η ΝΔ προκειμένου να γεμίσει το πρόγραμμά της για την υγεία, ώστε να καλυφθεί η πρόθεση για ιδιωτικοποίησή της πίσω από άλλες θέσεις, φαίνεται να παρουσιάζει μέτρα που ήδη υλοποιούνται σαν να πρόκειται για νέα.
Παραδείγματος χάριν, η καθιέρωση «δωρεάν προληπτικών εξετάσεων για όλους τους πολίτες, που θα καλύπτεται από τον ΕΟΠΥΥ.  Με ενημέρωση των πολιτών (μέσω SMS ή email) για τις αναγκαίες προληπτικές εξετάσεις ανάλογα με την ηλικιακή ομάδα, και αυτόματη παραπομπή σε κρατικές ή ιδιωτικές δομές». Προφανώς, αυτές οι ιατρικές εξετάσεις ήδη καλύπτονται από τον ΕΟΠΥΥ και μπορεί να τις κάνει όποιος θέλει, αφού συμβουλευτεί και τις γράψει ο γιατρός του. Το μόνο «νέο» που εισάγεται, είναι η ενημέρωση με sms αντί από γιατρό.
Επίσης κάνει λόγο για καθιέρωση «ραντεβού εντός 24ώρου με γιατρούς του ΕΟΠΥΥ για ευαίσθητες ομάδες (ΑΜΕΑ, πολίτες άνω των 65 κ.λπ.)». Στην πραγματικότητα σήμερα στα πολυκέντρα υγείας ο οποιοσδήποτε μπορεί να κλείσει ραντεβού εντός 24ωρου ή να πάει στις 24ωρες εφημερεύοντες δομές πρωτοβάθμιας, όποτε θέλει.
Αντίστοιχα, η «κατ’ οίκον διανομή φαρμάκων σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών (ΑΜΕΑ, ασθενείς με καρκίνο κ.α.)», έχει ήδη ανακοινωθεί και δρομολογηθεί από τον ΕΟΠΥΥ από τον Μάιο και η «ελεύθερη επιλογή του οικογενειακού γιατρού» επίσης υφίσταται, με μόνη παράμετρο ότι ο κάθε ασθενής διαλέγει όποιον οικογενειακό γιατρό θέλει, αλλά μπορεί να τον αλλάξει μετά από 6 μήνες, ώστε να μην δημιουργηθεί χάος στο σύστημα.
Η κύρια πρόταση της ΝΔ που επιχειρείται να καλυφθεί πίσω από ήδη υπάρχουσες πολιτικές ή γενικόλογες προτάσεις για «μείωση των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων» και «μείωση των ουρών», είναι η εισαγωγή «επαγγελματικού μάνατζμεντ στα δημόσια νοσοκομεία». Το μάνατζμεντ των επιχειρήσεων έχει ως στόχο όπου εφαρμόζεται τη δημιουργία και αύξηση του κέρδους. Η εισαγωγή αυτής της λογικής στη δημόσια υγεία, δηλαδή, θα ακολουθήσει τις συνήθεις πρακτικές των περικοπών, τη μείωση δαπανών, πιθανά της επαναφοράς των 5 ευρώ και των νοσηλίων, αφού πια η υγεία δεν θα αντιμετωπίζεται ως δικαίωμα, αλλά «επαγγελματικά».
Τέλος, και η ΝΔ κάνει λόγο για προσλήψεις υγειονομικού προσωπικού, αλλά αντί 10.000, για τους οποίους έχει διασφαλιστεί η δυνατότητα από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, μιλά για μόλις «1.500 ειδικευόμενους νοσηλευτές ετησίως, καθιερώνοντας την απόκτηση ειδικότητας αμέσως μετά το πτυχίο και προχωρούμε στην πρόσληψη 2.000 νοσηλευτών σε νοσοκομεία των μεγάλων αστικών κέντρων και στην κάλυψη σε βάθος τετραετίας όλων των οργανικών θέσεων».

 

ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Βιώσιμη και μακροπρόθεσμη vs για λίγους και καταστροφική

Ενα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει όλος ο κόσμος πια είναι η κλιματική αλλαγή. Προσανατολισμένος στην κατεύθυνση αυτή, ο ΣΥΡΙΖΑ στο πρόγραμμά του θέτει τα μέτρα της ανάπτυξης άρρηκτα δεμένα με αυτά της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, δείχνοντας ότι δεν μπορούμε να μιλάμε πια για ανάπτυξη χωρίς να λαμβάνουμε υπόψιν την προστασία του περιβάλλοντος.
Έτσι, μετά την κατάρτιση του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα, το πρόγραμμα ενεργειακής εξοικονόμησης για νοικοκυριά ύψους 650 εκατ. ευρώ, τη δημιουργία ενεργειακών κοινοτήτων, βάσει των οποίων οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας αναπτύσσονται από τις τοπικές κοινωνίες για τις τοπικές ανάγκες, την ανάπτυξη της Εθνικής Στρατηγικής για Προσαρμογή στη Κλιματική Αλλαγή και τη δραστική μείωση στην κατανάλωση της πλαστικής σακούλας (80% στα σούπερ-μάρκετ), στόχος είναι η «ριζική στροφή στην πράσινη ενέργεια – 32% παραγωγή ΑΠΕ και 32,5% εξοικονόμηση ενέργειας μέχρι το 2030». Όπως και η προώθηση και ανάπτυξη «περιφερειακών σχεδίων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής έως το 2020», καθώς η μέριμνα για το ζήτημα πρέπει να απασχολήσει κάθε τοπική κοινωνία, προκειμένου να υπάρξει θετικό αποτέλεσμα. Η λογική, άλλωστε, της συμμετοχής της τοπικής αυτοδιοίκησης και κοινωνίας στην ανάπτυξη ήδη έχει προωθηθεί από την κυβέρνηση, παραδείγματος χάριν, μέσω των 2,6 δισ. ευρώ που δόθηκαν στους δήμους για έργα τοπικών υποδομών από το Πρόγραμμα ΦιλόΔημος, ή την ολοκληρωμένη Εθνική Αναπτυξιακή Στρατηγική, που καταρτίστηκε «με σαφή χρονοδιαγράμματα και στοχοθεσία, έπειτα από εκτενή διαβούλευση με την κοινωνία στα 13 Αναπτυξιακά Συνέδρια σε όλη τη χώρα».
Η προστασία του περιβάλλοντος, σαφώς, επιτυγχάνεται όχι μόνο μέσω ειδικών μέτρων, αλλά κυρίως μέσω εν γένει θέσπισης κανόνων και οργάνωσης της ανάπτυξης. Έτσι, λοιπόν, προτείνονται η «ολοκλήρωση του Εθνικού Κτηματολογίου μέχρι το 2021», ένα «νέο θεσμικό πλαίσιο για το εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων – μακροχρόνιος προγραμματισμός, αντικειμενικά κριτήρια στην κατανομή των πόρων, αυστηρός έλεγχος», όπως και να περάσει η «γεωργία στην Ψηφιακή εποχή – το 50% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων της χώρας να καλύπτεται από ψηφιακές τεχνολογίες (2020)».
Τέλος, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ανοδική πορεία της οικονομίας, συνεχίζουν οι πολιτικές που έχουν ήδη ληφθεί (όπως η Εθνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, ο νέος Αναπτυξιακός Νόμος για τη χρηματοδότηση της μεταποίησης, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας, οι μικροπιστώσεις για τη χρηματοδότηση πολύ μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, το απλούστερο πλαίσιο για τη σύσταση και αδειοδότηση επιχειρήσεων -74.000 επιχειρήσεις αδειοδοτήθηκαν ηλεκτρονικά τους τελευταίους 18 μήνες- το νέο απλοποιημένο θεσμικό πλαίσιο για ΕΠΕ και ΑΕ, κ.α.) και το πρόγραμμα θέτει επίσης:
• «Διπλασιασμό των Ξένων Άμεσων Επενδύσεων μέχρι το 2025». Σημειώνεται ότι κατά την τετραετία διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ ήδη επετεύχθη ο διπλασιασμός, από το 1% που είχαμε από 1995 έως το 2015, στο 2% σήμερα.
• «Αύξηση των εξαγωγών στο 50% του ΑΕΠ μέχρι το 2025»
• «15 δισ. ευρώ για νέους επιστήμονες, επιχειρηματικότητα και καινοτομία εντός 4ετίας». Μέχρι σήμερα έχουν δοθεί 250 εκατ. για υποτροφίες σε ερευνητές και ακαδημαϊκά προγράμματα για την ανάσχεση του brain drain, έναντι μόλις 80 εκατ. την προηγούμενη προγραμματική περίοδο.
• «“Δίκη χωρίς Χαρτί” μέχρι το 2021, για την επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης».

Αναπτυξιακές αερολογίες

Στην αντίθετη κατεύθυνση από τη λογική του ΣΥΡΙΖΑ για βιώσιμη ανάπτυξη κινείται το πρόγραμμα της ΝΔ, που θέτει ξεκάθαρα πως θα βάλει τέλος σε κανονισμούς προστασίας φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος: «Θέτουμε τέλος στην υποχωρητικότητα του κράτους απέναντι στις κάθε είδους ιδεοληψίες, που ανακαλύπτουν δάση σε αεροδρόμια και θεωρούν ότι πόλεις ολόκληρες πρέπει να κηρύσσονται αρχαιολογικοί χώροι».
Κατά τα υπόλοιπα, είτε μιλά πάλι για μέτρα που ήδη υλοποιούνται, όπως η «αντιμετώπιση του προβλήματος των κόκκινων δανείων», η «αποπληρωμή των οφειλών του Δημοσίου στους ιδιώτες και την πλήρη αξιοποίηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων» και η «καθιέρωση της ηλεκτρονικής υπογραφής».
Είτε για γενικόλογες υποσχέσεις, όπως «ριζική απλοποίηση», «ταχεία εκδίκαση των προσφυγών για επενδύσεις σε ειδικά τμήματα δικαστηρίων» και «αποκατάσταση ρευστότητας, με πολιτικές που μειώνουν τα επιτόκια δανεισμού του ελληνικού κράτους…», χωρίς στοιχεία με ποια μέτρα θα επιτευχθούν αυτά.
Εξαίρεση αποτελούν τα μέτρα-δώρα στους μεγαλοεπιχειρηματίες, όπως ότι «μειώνουμε τον συντελεστή φορολογίας επιχειρήσεων από 28% σε 20% μέσα σε δύο χρόνια και τον φόρο μερισμάτων από 10% σε 5%» και ότι «καθιερώνουμε ειδικά κίνητρα για την προσέλκυση επενδύσεων, με διπλασιασμό του χρόνου για συμψηφισμό ζημιών και δυνατότητα υπεραποσβέσεων για νέες επενδύσεις σε ποσοστό 200%».
Όσον αφορά στο περιβάλλον, σε διαφορετική ενότητα από την ανάπτυξη, μιλά πάλι για εφαρμοζόμενες πολιτικές, όπως η «χωροταξική πολιτική που προστατεύει το περιβάλλον», ή αλλιώς κατάρτιση του κτηματολογίου που γίνεται από την τωρινή κυβέρνηση. Κάποιες εφαρμοζόμενες πολιτικές, μάλιστα, τις πάει κι ένα βήμα πίσω, όπως την «εξοικονόμηση ενέργειας και τον περιορισμό των εκπομπών αερίων ρύπων του θερμοκηπίου από κτιριακές εγκαταστάσεις με παροχή κινήτρων, όπως έκπτωση φόρου 40%-50% για όλες τις εργασίες ενεργειακής και λειτουργικής αναβάθμισης των υφιστάμενων ακινήτων». Πρόκειται, δηλαδή, για το πρόγραμμα εξοικονόμησης κατ’ οίκον που εφαρμόζεται, μόνο που αντί επιχορήγησης και άτοκο δάνειο για να μπορεί κάποιος να κάνει τις αλλαγές, θα πρέπει να έχει ήδη το κεφάλαιο και θα του δίνεται έκπτωση φόρου μόνο.
Ενώ μιλά για γενικόλογη «νέα ενεργειακή πολιτική για περιορισμό των εκπομπών ρύπων (μείωση διοξειδίου του άνθρακα κατά 80% μέχρι το 2050) και στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τον άνεμο και τον ήλιο, που με αφθονία διαθέτουμε και σταδιακή απεξάρτηση από τον λιγνίτη», τη στιγμή που όλα τα κράτη της ΕΕ έχουν δεσμευθεί για μηδενικές εκπομπές ρίπων διοξειδίου του άνθρακα μέχρι το 2050. Μιλά ακόμα για προώθηση της ανακύκλωσης μέσω ΣΔΙΤ, αν και ούτως ή άλλως το ζήτημα των απορριμμάτων είναι στην αρμοδιότητα των δήμων.
Η πιο επικίνδυνη θέση, όμως, του προγράμματος της ΝΔ στο ζήτημα αποτελεί η αξιοποίηση των δασών για παραγωγή. Συγκεκριμένα λέει πως «προετοιμάζουμε οργανωμένα σχέδια πρόληψης και αντιμετώπισης των πυρκαγιών στα δάση, αλλά και ενεργής, παραγωγικής τους διαχείρισης, ώστε να συνδυάζουμε την προστασία του δάσους με την οικονομική βιωσιμότητα των ορεινών περιοχών», ξεκαθαρίζοντας ότι ακόμα και οι λιγοστοί πράσινοι πνεύμονες που έχουμε, θα δοθούν για ξερίζωμα και «επενδύσεις», πιθανά όπως αυτή των Σκουριών, που υποστηρίζεται από τη ΝΔ.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ

Φορολογική δικαιοσύνη vs φοροδιαφυγή

Αφού κρατήθηκε η υπόσχεση πως το αφορολόγητο δεν πρόκειται να αλλάξει με κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και ψηφίστηκε η διατήρησή του ως έχει, το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει και για την επόμενη τετραετία στην κατεύθυνση των σταδιακών μειώσεων και της καθιέρωσης κανόνων και πάταξης της φοροδιαφυγής.
Συγκεκριμένα, μετά από την πρώτη μείωση του ΕΝΦΙΑ τα προηγούμενα χρόνια και την απαλλαγή για κάποιες ευάλωτες ομάδες, (για το 2019 μειώνεται μεσοσταθμικά κατά 10% και 30% για τις χαμηλές και μεσαίες περιουσίες), προχωρά σε
• μείωση και για το 2020 μεσοσταθμικά κατά 50% για τις χαμηλές και μεσαίες περιουσίες και 30% για τους υπόλοιπους.
Όσον αφορά στις μειώσεις φόρων εισοδήματος, μετά την κατάργηση της αυτοτελούς φορολόγησης εισοδήματος των ελεύθερων επαγγελματιών και ένταξή τους στην κλίμακα των μισθωτών, που υλοποίησε, συνεχίζει με:
• Σταδιακή μείωση του πρώτου κλιμακίου του φόρου εισοδήματος στο 20%.
• Κατάργηση εισφοράς αλληλεγγύης για εισόδημα έως 20.000 ευρώ και μείωση συντελεστών για μεγαλύτερα εισοδήματα.
• Μείωση φόρου εισοδήματος μόνιμων κατοίκων νησιών με πληθυσμό έως 3.100 κατοίκους και μείωση του ΕΝΦΙΑ σε νησιά με πληθυσμό έως 1.000 κάτοικους.
Για την επιχειρηματικότητα, μετά και τη σταδιακή μείωση του φόρου επιχειρήσεων από το 2019, το πρόγραμμα κάνει λόγο για:
• Μείωση προκαταβολής φόρου στο 50% για φυσικά πρόσωπα και προσωπικές επιχειρήσεις σε 2 δόσεις (2020-2021) και στο 80% για νομικά πρόσωπα.
• Μείωση φόρου συνεταιρισμένων αγροτών.
• Αύξηση συντελεστή αποσβέσεων στο 150%.
Υπενθυμίζεται πως στην κατεύθυνση της φορολογικής ελάφρυνσης, έχουν υλοποιηθεί από την κυβέρνηση η ρύθμιση των 120 δόσεων για χρέη στην εφορία και η μείωση του ΦΠΑ, συγκεκριμένα του «υπερμειωμένου» συντελεστή από 6,5% σε 6% και στην εστίαση, στα τρόφιμα και στην ενέργεια στο μειωμένο συντελεστή 13%. Τώρα συνεχίζεται με:
• Μείωση κόστους πετρελαίου θέρμανσης για ορεινές περιοχές.
• Μείωση μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ από 13% σε 11%.
Προκειμένου, βέβαια, να υπάρχει το δημοσιονομικό περιθώριο να υλοποιηθούν αυτά, πρέπει να συνεχιστεί η πάταξη της φοροδιαφυγής, στην οποία βοήθησε, πέραν των ελέγχων, και η καθιέρωση της χρήσης πιστωτικής κάρτας για το αφορολόγητο. Το πρόγραμμα συνεχίζει με:
• Περαιτέρω απλοποίηση του φορολογικού συστήματος και διεύρυνση των ψηφιακών υπηρεσιών.
• Ηλεκτρονικά βιβλία.
• Καταπολέμηση της φοροδιαφυγής μέσω συνέχισης της διασταύρωσης φορολογικών δηλώσεων – καταθέσεων.

Ελαφρύνσεις για λίγους

Η φορολογία σε ένα κράτος, ανάλογα με την κυβέρνηση, μπορεί να αποτελέσει είτε μέσο αναδιανομής πλούτου ή εργαλείο διεύρυνσης ανισοτήτων. Προς τη δεύτερη κατεύθυνση φαίνεται να κινείται το πρόγραμμα της ΝΔ, καθώς μιλά για οριζόντιες απαλλαγές και μειώσεις, ανεξαρτήτως εισοδήματος.
Όσον αφορά στον ΕΝΦΙΑ, δεν πρόκειται να προχωρήσει σε μείωση συγκεκριμένα το 2020, αλλά εντός διετίας κάνει λόγο για μείωση «κατά 30% για όλους τους ιδιοκτήτες», χωρίς να λαμβάνει ειδικότερη μέριμνα για τα μικρά και μεσαία εισοδήματα, ή τους νησιωτικούς πληθυσμούς.
Μιλά επίσης εν γένει για «κατάργηση σταδιακά του τέλους επιτηδεύματος και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης» για όλα τα εισοδήματα, όπως και ότι «εισάγουμε σταδιακά μια νέα προοδευτική φορολογική κλίμακα με πολύ χαμηλότερο ανώτατο φορολογικό συντελεστή από το σημερινό», αόριστα και ξεκαθαρίζοντας ότι η πολιτική της στοχεύει στην ευημερία των υψηλών οικονομικών τάξεων.
Τέλος, μετά τις αντιδράσεις που ξέσπασαν από τις δηλώσεις Μητσοτάκη για δύο φορολογικούς συντελεστές μόνο, δηλαδή κατάργηση του υπερμειωμένου, τελικά το πρόγραμμα της ΝΔ προσπαθεί να το ανασκευάσει και μιλά για μείωση ΦΠΑ «με καθιέρωση τελικά δύο βασικών συντελεστών 11% και 22%, από 13% και 24% σήμερα. Και διατηρούμε βέβαια τον υπερμειωμένο συντελεστή του 6% ως έχει».

 

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

Κρατικά εξασφαλισμένη ή βορά στην ιδιωτική αγορά;

Ενας σημαντικός τομέας για τον οποίο έχει υπάρξει μεγάλη πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ είναι αυτός της κοινωνικής ασφάλισης, με την τελευταία να επιθυμεί την παράδοσή της στους ιδιώτες, με ό,τι καταστροφικό αυτό συνεπάγεται για τους ασφαλισμένους, όπως έχει αποδειχθεί από παραδείγματα στο εξωτερικό. Ασφαλιστικές που πτώχευσαν και οι ασφαλισμένοι έχασαν όλα τα χρήματά τους και τις οικονομίες τους για το μέλλον, παραθυράκια των εταιρειών για μη καταβολή των ασφαλίσεων κτλ. Είναι φανερό, άλλωστε, πως οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες είναι κι αυτές επιχειρήσεις με σκοπό το κέρδος, δεν είναι φιλανθρωπικοί οργανισμοί που σου κρατάνε τα χρήματα που δίνεις για να πάρεις περισσότερα στο μέλλον ως σύνταξη.
Στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, αντιθέτως, παραμένει η θέση ότι η ασφάλιση των πολιτών πρέπει να γίνεται από το κράτος, πέραν της λογικής του κέρδους. Έχοντας ολοκληρώσει την ασφαλιστική μεταρρύθμιση με μείωση των εισφορών για την πλειονότητα των ελευθέρων επαγγελματιών, τη μείωση των εκκρεμών αιτήσεων συνταξιοδότησης κατά 70%, τις αυξήσεις στους χαμηλοσυνταξιούχους, «που θα συνεχιστούν και την επόμενη τετραετία», την επαναφορά ενός σημαντικού τμήματος της 13ης σύνταξης, τη ρύθμιση των 120 δόσεων και έχοντας εξασφαλίσει ένα πλεονασματικό ασφαλιστικό σύστημα, προχωρά τώρα σε:
• Αύξηση της εθνικής σύνταξης για την περαιτέρω ενίσχυση του εισοδήματος όλων των συνταξιούχων σε μόνιμη βάση.
• Ολοκλήρωση της ψηφιοποίησης του ΕΦΚΑ και επιτάχυνση των διαδικασιών.

Κίνδυνος για τα ταμεία και τις συντάξεις

Από την άλλη πλευρά, η ΝΔ προσπαθεί να μην φανερώσει ακριβώς τα σχέδιά της για το ζήτημα. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που τα σχετικά μέτρα δεν τα βρίσκουμε σε ξεχωριστή θεματική στο πρόγραμμα, αλλά μπλεγμένα μέσα στη φορολογία.
Κάνει λόγο, λοιπόν, για μείωση του εισαγωγικού φορολογικού συντελεστή «στα φυσικά πρόσωπα (μισθωτούς, ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες) από 22% σε 9% για εισοδήματα μέχρι 10.000 ευρώ» και για σταδιακή μείωση των εισφορών «σε κύρια σύνταξη από 20% σε 15% εντός της τετραετίας, με μέριμνα για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος».
Πρώτο πρόβλημα που προκύπτει από τις θέσεις αυτές, είναι ακριβώς η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Βάσει των μειώσεων που υπόσχεται, σύμφωνα με υπολογισμούς της κυβέρνησης, αναμένεται να δημιουργήσει τρύπα τουλάχιστον 55 δισ. ευρώ στον προϋπολογισμό του κράτους. Γεγονός που σημαίνει ότι δεν θα μπορεί να γίνει η καταβολή των σημερινών συντάξεων.
Ταυτόχρονα, η μείωση των εισαγωγικού φορολογικού συντελεστή στα φυσικά πρόσωπα, θα σημαίνει και μείωση των συντάξεων που θα πάρουν στο μέλλον, καθώς δεν υπάρχει καμία δέσμευση ότι η διαφορά θα αναπληρωθεί από το κράτος. Ενώ η μείωση των εισφορών των συνταξιούχων θα σημαίνουν και τις ανάλογες περικοπές των δημόσιων δαπανών γι’ αυτούς.
Από δηλώσεις στελεχών της ΝΔ, παρότι σκοπίμως δεν αναφέρεται στο πρόγραμμα, φαίνεται ότι με αυτό τον τρόπο, δημιουργώντας, δηλαδή, κενό στην εξασφάλιση υγείας, αξιοπρεπούς σύνταξης κτλ, επιχειρείται να ωθηθούν οι πολίτες στην ιδιωτική ασφάλιση. Να ακολουθηθεί, δηλαδή, το λεγόμενο «ασφαλιστικό σύστημα Πινοσέτ», όπως είχε προτείνει ευθέως πριν κάποιο διάστημα η ΝΔ, αποτέλεσμα του οποίου θα είναι να μαραζώσουν τα ασφαλιστικά ταμεία και οι άνθρωποι να τζογάρουν τα χρήματά τους και την πιθανότητα να πάρουν σύνταξη, για να μπορούν οι μεγαλοεπιχειρηματίες να θησαυρίσουν εις βάρος τους.