Το οπλισμένο χέρι των ρατσιστικών προκαταλήψεων

stragalinos-2

Του Απόστολου Στραγαλινού

Ενα δεκατριάχρονο κορίτσι πέφτει νεκρό από σφαίρα στο κεφάλι. Απόγευμα Δευτέρας, κάτω από τον καυτό ήλιο, κάπου στην ελληνική επαρχία, στα φτωχικά παραπήγματα των Ρομά έξω από την Άμφισσα. Χόρευε αμέριμνο, διασκεδάζοντας την ανέχειά του, ξορκίζοντας τη μοίρα του, αναζητώντας τη χαμένη, υποθέτω, παιδικότητά του.
Ένας πυροβολισμός. Η Γιαννούλα σωριάζεται κάτω. Πάνω στο χορό της, την ώρα του εξευμενισμού των θεών, όπως στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, στις οποίες ο χορός αποτελεί ευκαιρία για παρεμβολή της θεϊκής θέλησης στα ανθρώπινα πράγματα. Ωστόσο, στην Ελλάδα του 2018, δεν χρειάζονται θεοί για να κοπεί το νήμα της ζωής μιας μικρής Ρομά στην αρχή της ζωής της, παρά μόνο το οπλισμένο χέρι κάποιου θνητού μπαλαμού που αυτοδικεί, που παίρνει το νόμο στα χέρια του και οι παγιωμένες, στερεοτυπικές, άμεσα ή συγκεκαλυμμένα, ρατσιστικές αντιλήψεις της συντριπτικής πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας κατά των Ρομά και της ευτελούς  ύπαρξής τους.
«Ήταν καλό παιδί ο δράστης», αποφαίνονται οι ερωτηθέντες, «τον είχαν ξαφρίσει», συμπληρώνουν ως αυτόκλητοι συνήγοροι που αποτυπώνουν την αθωωτική διάθεση της ελληνικής κοινωνίας, παραπέμποντας στα στημένα δικαστήρια του αμερικανικού νότου την εποχή των ρατσιστικών διώξεων και δολοφονιών του μαύρου πληθυσμού. Αυτό που εννοούν: «Έλα μωρέ, πως κάνετε έτσι, μια γύφτισσα ήταν, γι’ αυτό θα πάει μέσα το παλικάρι; Η κακιά στιγμή…»

Συστηματική περιθωριοποίηση

Κι εδώ ακριβώς έγκειται το πρόβλημα, το οποίο δεν συναντάται μόνο στην φαιδρά πορτοκαλέα: τόσο οι εγχώριοι πληθυσμοί Ρομά, όσο κι εκείνοι της ανατολικής Ευρώπης και οι δυτικοευρωπαίοι, βρίσκονται με μικρές αποκλίσεις και ελάχιστες εξαιρέσεις στην ίδια τραγική κατάσταση, μεταξύ σφύρας και άκμονος. Μολονότι στερήθηκαν επί αιώνες τα ανθρώπινα δικαιώματά τους και την αξιοπρέπειά τους, μολονότι στοχοποιήθηκαν συστηματικά, υποδουλώθηκαν, αποκληρώθηκαν, καταπιέστηκαν, εκδιώχθηκαν, εξοντώθηκαν, ακόμα και σήμερα οι χειραφετημένες κοινωνίες μας δεν έχουν καταφέρει να εκριζώσουν την αθιγγανοφοβία, την πεποίθηση ότι οι Ρομά είναι κατώτεροι, ικανοί για λίγα, χωρίς καμιά προοπτική ή επιθυμία να συμβαδίσουν με την υπόλοιπη κοινωνία, ανίκανοι να γίνουν σωστοί πολίτες. Συνακόλουθες αυτών των προκαταλήψεων, είναι οι πράξεις: τα εγκλήματα, τα πογκρόμ, η άνιση μεταχείριση, οι διακρίσεις, η έκθεση στη φτώχεια, ο διαχωρισμός λόγω εθνοτικής καταγωγής.
Η άρνηση των κυβερνήσεων να ανταποκριθούν στο ιστορικό και ανθρωπιστικό τους χρέος απέναντι στους Ρομά, τη με διαφορά πιο αδύναμη κοινωνική ομάδα, συντηρεί και αναπαράγει την αέναη επανάληψη του άδικου φαύλου κύκλου, μέσα στον οποίο έχει καθοριστεί η ιστορική διαδρομή των Ρομά. Εντούτοις, η πολιτική της κοινωνικής ένταξης αποτελεί τη μόνη βιώσιμη προσέγγιση για να σπάσει ο φαύλος κύκλος της περιθωριοποίησης. Η ΕΕ έχει στη διάθεσή της ένα νομοθετικό οπλοστάσιο με το οποίο μπορεί να διασφαλίσει την αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας και του ρατσισμού γενικότερα. Όμως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία είναι υπεύθυνη να επιβλέπει τα κράτη μέλη αναφορικά με την εφαρμογή και την τήρηση της κοινοτικής νομοθεσίας έχει αποτύχει να λάβει σαφή και αποφασιστικά μέτρα για την αντιμετώπιση των διακρίσεων και της βίας κατά των Ρομά.

Συνειδητοποίηση και εκπροσώπηση

Όσο κι αν αυτή η μάχη μοιάζει, ρεαλιστικά μιλώντας, εξ ορισμού χαμένη, το σημαντικότερο βήμα είναι η συνειδητοποίηση των ίδιων των πληθυσμών Ρομά και της έμπρακτης αλληλεγγύης των πολιτών. Το ζήτημα των Ρομά είναι αναγκαίο να πολιτικοποιηθεί, να αναδείξουν οι ίδιοι αδιάφθορους πολιτικούς σε υπερεθνικό και τοπικό επίπεδο εκπροσώπησης, να δημιουργήσουν μέσω της εκπαίδευσης τη δική τους «μαγιά» που θα σηκώσει αύριο την υπόθεση στα χέρια της. Αντίστοιχα, θα πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα η σχέση μεταξύ των Ρομά και των οργανώσεων, κομμάτων, ακτιβιστών που πάνε κοντά τους και αγωνίζονται μαζί τους από αλτρουισμό. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι δεν βοηθούν τους Ρομά ηγέτες, διαφωτιστές ή συνήγοροι που προέρχονται αποκλειστικά εκτός των κοινοτήτων τους. Αυτοί ή θα προκύψουν από τον πληθυσμό τους ή η κατάστασή τους θα διαιωνίζεται. Ναι στη συνεργασία μαζί τους, όχι όμως στο καπέλωμα και στην καθοδήγηση. Οπωσδήποτε αυτή θα είναι μια επίπονη και μακρά διαδικασία που στην καλύτερη περίπτωση θα χρειαστεί αρκετά χρόνια για να λειτουργήσει. Είναι, όμως, μονόδρομος η συνειδητοποίηση και ανάλυση της κατάστασης από τους ίδιους, καθώς και η εξεύρεση των όρων και των μέσων με τα οποία θα την άρουν. Από την άλλη, η οργανωμένη πολιτεία ας μη ξεχνάει ότι η μεταχείριση των μειονοτήτων και των αδυνάτων της κοινωνίας είναι το μέτρο με το οποίο μετρώνται οι δημοκρατίες.