Το οργανωμένο έγκλημα στην Ελλάδα

Η σχετικότητα του εγκλήματος, οι διαδικασίες εγκληματοποίησης, η κοινωνική οργάνωση του οργανωμένου εγκλήματος και η σχέση του με το κράτος

Της Σοφίας Βιδάλη*

Στην Ελλάδα, στο δημόσιο λόγο και σε κοινωνικές συζητήσεις ήδη από πολλά χρόνια έχουμε συνδυάσει το οργανωμένο έγκλημα με την ιδέα και τον τύπο της συμμορίας, αλλά και με τα μετεμφυλιακά μέτρα σε βάρος της αριστεράς με τους μετανάστες και κυρίως με το θέμα της 17 Νοέμβρη, καθώς το οργανωμένο έγκλημα έχει ταυτιστεί με το ζήτημα της εγκληματικής οργάνωσης, όπως το τυποποιεί ο Ποινικός Κώδικας στο άρθρο 187. Πέρα από αυτά, ωστόσο, το οργανωμένο έγκλημα είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο και από αυτήν την σκοπιά θα το προσεγγίσουμε. Σε αυτό το πλαίσιο, για να μπορούμε να δώσουμε ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο ανακύπτει το οργανωμένο έγκλημα νομικά και κοινωνικά, είναι αναγκαίο να συζητηθεί η σχετικότητα του εγκλήματος και οι διαδικασίες εγκληματοποίησης, η κοινωνική οργάνωση του οργανωμένου εγκλήματος και επίσης, η σχέση του οργανωμένου εγκλήματος με το κράτος.

Η κοινωνική κατασκευή του εγκλήματος

Εγκληματοποίηση δεν είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο μια πράξη ορίζεται ως έγκλημα. Αφορά μια διαδικασία που ανάγεται στην κοινωνική κατασκευή του εγκλήματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει κάποια επιβλαβής πράξη, αλλά υποδεικνύει το γεγονός ότι δεν όριζονται ως εγκλήματα όλες οι επιβλαβείς πράξεις. Για παράδειγμα, μια ανθρωποκτονία θεωρείται έγκλημα σε όλες τις χώρες του κόσμου και επιφέρει κυρώσεις. Ωστόσο, δεν επισύρουν όλες οι ανθρωποκτονίες ποινικές κυρώσεις. Με αυτή την παρατήρηση, θα πρέπει λοιπόν να δούμε για ποιο λόγο η ανθρωποκτονία είναι έγκλημα. Σε αυτή τη συλλογιστική εντάσσεται η κοινωνική κατασκευή του εγκλήματος και η σχετικότητά του.
Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν συζητάμε τα κριτήρια με τα οποία μια πράξη ορίζεται ως έγκλημα. Συνοπτικά, στο πεδίο του ποινικού δικαίου, μια πράξη ορίζεται ως έγκλημα όταν η διάπραξή της επιφέρει τέτοια βλάβη, η οποία κλονίζει τα θεμέλια της έννομης τάξης, της κοινωνίας και του κράτους, αναλογικά. Και επομένως, το κράτος προστατεύει τα αγαθά, π.χ. της ζωής και της περιουσίας, και όσες πράξεις τα θίγουν, τις θεωρεί έγκλημα. Δεν είναι, όμως, πάντα έτσι. Αν δούμε τα κριτήρια, ανακύπτει ένα άλλο ερώτημα: πότε μια πράξη ορίζεται ως ποινικό αδίκημα και πότε ως παραβίαση του αστικού κώδικα; Αυτό τo ερώτημα, που θίγει την ουσία της εγκληματοποίησης, δεν φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα, γι’ αυτό και σπανίζει ακόμα και στη βιβλιογραφία. Το διαπιστώνουμε, όμως, αν συγκρίνουμε σημερινές ποινικές ρυθμίσεις για συγκεκριμένα θέματα σε συνάρτηση με το τι προέβλεπε ο νόμος στο παρελθόν. Για παράδειγμα, τα εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος αντιμετωπίζονται σήμερα ως τέτοια, ενώ στο παρελθόν δεν υπήρχε κάποια πρόβλεψη. Αν γινόντουσαν σήμερα τα ναυπηγεία της Ελευσίνας θα μπορούσαν να προκαλέσουν ποινικές κυρώσεις ενδεχομένως. Ακόμα και η διαπίστωση π.χ. της ρύπανσης κάποιου εργοστασίου μέσω της εκβολής αποβλήπτων του σε ένα ποτάμι μπορεί να επιφέρει αστικές κυρώσεις και όχι ποινικές –εκτός ακραίων περιπτώσεων. Εάν, λοιπόν, μας ενδιαφέρει το ζήτημα του πότε κάποιος παραβιάζει τον ποινικό νόμο και γιατί, θα πρέπει να ξαναδούμε τα κριτήρια, τους όρους, τις προϋποθέσεις και, φυσικά τη συγκυρία, που συγκλίνουν ώστε να απονεμηθεί η ιδιότητα του εγκληματία ή για να χαρακτηριστεί κάποια πράξη ως ποινικό αδίκημα και όχι ως αστική παράβαση. Εκτός τούτων, για να κατανοήσουμε την απονομή της ιδιότητας του εγκληματία σε κάποιον πρέπει να λάβουμε υπόψη τις αρχές και τους περιορισμούς της ιδίας της διαδικασίας νομοθέτησης και έτσι π.χ. το γεγονός ότι η γενική θέσπιση ενός εγκλήματος αφορά την εγκληματοποίηση συγκεκριμένων πράξεων και όχι την κοινωνική κατάσταση του όποιου δράστη, αποκλείει να θεωρηθεί ως έγκλημα π.χ. η πολιτική ιδεολογία ενός ατόμου. Όμως, όταν αυτή η πράξη που ο νόμος ορίζει ως έγκλημα αφορά κοινωνικές πρακτικές που συλλογικά είναι αποδεκτές από μια ομάδα, αλλά δεν είναι κοινωνικά κυρίαρχες, τότε συμβαίνει, η ιδιότητα του εγκληματία να απονέμεται ανεξάρτητα από το νόμο, στερεοτυπικά, δηλαδή, επειδή κάποιος ανήκει σε μία ομάδα θεωρείται εγκληματίας, ανεξαρτήτως τι έχει κάνει. Έτσι αναφερόμαστε σε μια άτυπη διαδικασία εγκληματοποίησης που δεν γίνεται μεν από το νόμο αλλά από εκείνους που έχουν την ισχύ για να το κάνουν. Μειονοτικές κοινωνικές ομάδες όπως π.χ. οι Ρομά αποτελούν κλασσικό παράδειγμα στερεοτυπικής άτυπης εγκληματοποίησης.

Ιστορία και κοινωνική οργάνωση του οργανωμένου εγκλήματος στην Ελλάδα

Έχω ισχυρή πεποίθηση ότι το οργανωμένο έγκλημα στην Ελλάδα έχει μία μακρά ιστορία και εξελίσσεται όπως παντού, (αν όχι με τον τρόπο της μαφίας, γιατί έχουμε άλλες κοινωνικές σχέσεις), ανάλογα με τις μεταβολές στον κυρίαρχο τύπο οικονομίας. Η πρώτη εγκληματοποίηση κοινωνικών σχέσεων, δομών και πρακτικών, που μας οδήγησε σε φαινόμενα της κοινωνικής ληστείας ή της ληστείας των ορέων, όπως λεγόταν, σηματοδοτείται από τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους. Αυτή σηματοδοτεί και την πρώτη εμφάνιση του φαινομένου που σήμερα θα ορίζαμε ως οργανωμένο έγκλημα. Οι περίφημοι «αμαρτωλοί» ήταν φοροεισπράκτορες και παρείχαν υπηρεσίες ασφάλειας. Αυτοί ήταν άνθρωποι ισχυροί, όπως και οι κλέφτες και είχαν εξουσία και νέμονταν ένα μέρος της πολιτικής εξουσίας στο πλαίσιο βέβαια των καιρών.. Όταν συστάθηκε το ελληνικό κράτος, τους απαγορεύτηκε να φέρουν όπλα, να είναι αρχηγοί και να συστήνουν ιδιωτικές ομάδες στρατιωτών (που έως τότε παρείχαν υπηρεσίες ασφάλειας), να συλλέγουν τους φόρους. Επομένως, αυτές οι ηγετικές έως τότε τάξεις έμειναν ουσιαστικά άνεργοι. Επιπλέον η νέα τάξη πράγματων για λόγους ελέγχου της φορολογίας αλλά και της παραγωγής, προώθησε τη στατική κτηνοτροφία σε βάρος της νομαδικής, που αναπτυσσόταν στις δύσβατες και άρα απρόσιτες στον πολιτικό και οικονομικό έλεγχο περιοχές. Έτσι, οι κτηνοτρόφοι των ορέων μετατράπηκαν σε πολλές περιπτώσεις σε ληστές και ληστορρόφους: υπό αυτές τις συνθήκες αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε το φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας, που βέβαια πέρασε από πολλές μεταβολές και είναι ιδιάιτερα σύνθετο, αλλά κράτησε έως τη δεκαετία του 1930. Αυτές τις ιστορικές πτυχές, που έχει αναδείξει η ιστοριογραφία, δεν τις εντάσσει εύκολα η παραδοσιακή Εγκληματολογία στο πεδίο έρευνάς της, ιδίως στην Ελλάδα, παρότι πρόκειται για την πρώτη καταγραφή οργανωμένου εγκλήματος, ομάδων δηλαδή με δικό τους αξιακό σύστημα, που αντιπάλευαν το κράτος και σταδιακά έδωσαν τη θέση τους στη σύγχρονη, αστική ληστεία, κατά τον Μεσοπόλεμο.
Αντίστοιχα και στην Ιταλία και στην Γαλλία βλέπουμε, ιστορικά, πως η συγκρότηση του νεωτερικού κράτους ήταν που πυροδότησε τα φαινόμενα της αγροτικής ληστείας και στη συνέχεια, με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, ήρθαν τα φαινόμενα της αστικής ληστείας και του εγκλήματος, όπως το ξέρουμε σήμερα. Και έχει μεγάλη σημασία να έχουμε τις ιστορικές καταβολές τέτοιων φαινομένων.
Το σύγχρονο οργανωμένο έγκλημα διαμορφώνεται πάνω σε κοινωνικές σχέσεις που έχουν πολλά κοινά με τις κοινωνικές σχέσεις του παρελθόντος παρά την κοινωνική εξέλιξη: καθώς το Ο.Ε. αναπτύσσεται μέσα από τη δημιουργία ανταγωνιστικών και παράλληλων αγορών προς το κράτος, είναι αυτονόητο ότι όσοι συμμετέχουν σε αυτές τις διαδικασίες δεν μπορούν να κάνουν κανονικά συμβόλαια μεταξύ τους. Γι’ αυτό και η εμπιστοσύνη ο λόγος τιμής έχουν μεγάλη βαρύτητα, ενώ χρησιμοποιούνται τα όπλα και η βία, για να διασφαλιστούν εμπορεύματα η συνέχεια της ομάδας κλπ. τους, Γι’ αυτό και για αυτές οι ομάδες και οι άνθρώποι συνήθως ανήκουν πολιτισμικά σε μια πατριαρχική κοινωνία, γιατί αυτό τους κρατάει τη συνοχή και διασφαλίζει τη συνέχειά τους. Επομένως, δεν πρόκειται για κάποιους που είναι απαραίτητα αιμοβόροι, όπως θέλει η μυθολογία, αλλά η βία αποτελεί ένα εργαλείο σε πολλές περιπτώσεις.

Τα χαρακτηριστικά του οργανωμένου εγκλήματος

Έχει, όμως, σημασία να δούμε τι κάνει το οργανωμένο έγκλημα. Το οργανωμένο έγκλημα δεν είναι ένα δημοκρατικό φαινόμενο. Στηρίζεται στο δίκαιο του ισχυρού και διαμορφώνεται μέσα από πολύ συγκεκριμένες απαιτήσεις της αγοράς, της παράνομης και της νόμιμης αγοράς. Οι δύο αυτές κατηγορίες αγοράς φαίνεται ότι σε πολλές περιπτώσεις είναι συγκοινωνούντα δοχεία μεταξύ τους. Έτσι, πολλές φορές μπορεί να έχουμε συνέργειες, μέσα από τις οποίες διαμορφώνονται οι τιμές και στην νόμιμη αγορά και στην παρανομία. Το οργανωμένο έγκλημα αναλαμβάνει και να διευθετήσει τέτοιες «ρυθμίσεις» και να επιλύσει ενδεχόμενα προβλήματα.
Εκτός από μη δημοκρατικό φαινόμενο, το οργανωμένο έγκλημα δεν είναι ταξικά ενιαίο. Για να το καταλάβουμε, ας μην έχουμε στο μυαλό μας ως οργανωμένο έγκλημα μόνο τα λαθραία τσιγάρα ή ποτά ή την πορνεία. Οργανωμένο έγκλημα έχουμε σε κάθε περίπτωση όπου παραβιάζεται ή παρακάμπτεται ο νόμος ή χρησιμοποιούνται μέθοδοι παράκαμψης του νόμου με κύριο μέσο ίδίως τη διαφθορά ή χρησιμοποιείται το δίκαιο του ισχυρού. Και αυτό δεν συμβαίνει μονάχα σε έναν υπόκοσμο, ο οποίος χρησιμοποιεί τα όπλα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, που ταυτίζεται το οργανωμένο έγκλημα με τα εγκλήματα ισχυρών είναι το οικονομικό έγκλημα. Αν δούμε π.χ. τα Paradise Papers, που κάποιες υποθέσεις έχουν μάλιστα καταλήξει σε δίκες, θα δούμε πώς έχει επιδράσει η τεχνολογία στο οργανωμένο έγκλημα και γενικά θα κατανοήσουμε, αυτό που ορίζουμε ως κοινωνική οργάνωση του οργανωμένου εγκλήματος και στο πλαίσιο αυτό, προκύπτουν πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις, που οδηγούν μεταξύ άλλων στη διαπίστωση, ότι το οργανωμένο έγκλημα έχει διαταξικό χαρακτήρα. Ανάλογες διαπιστώσεις προκύπτουν και αν παρατηρήσουμε το παράδειγμα του λαθρεμπορίου τσιγάρων: εκεί θα δούμε πως ο εφοπλιστής που θα μεταφέρει το εμπόρευμα ανήκει σε άλλη κοινωνική τάξη από εκείνον που θα πουλήσει τα τσιγάρα στην οδό Στουρνάρη, αλλά ανήκουν και οι δύο στο ίδιο κύκλωμα. Αυτό αφενός δείχνει τη διαταξικότητα και αφετέρου, για ποιο λόγο πάντα οι από κάτω είναι πιο ευάλωτοι σε αυτό το σύστημα. Διότι αυτοί είναι περισσότερο ορατοί, δεν έχουν συνοχή μεταξύ τους, είναι εύκολο να καταδώσει ο ένας τον άλλον για να σωθεί και είναι, πολύ συχνά, εύκολα εκβιάσιμοι για πολλούς λόγους. Οι επάνω κλίμακες του οργανωμένου εγκλήματος (αυτοί δηλαδή που έχουν τις υποδομές και χρηματοδοτούν τις επιχειρήσεις), συνήθως, έχουν επαφή με κέντρα οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, που τους προστατεύουν.

Η σχέση του οργανωμένου εγκλήματος με το κράτος

Ποια είναι όμως η σχέση αυτών των φαινομένων με το κράτος; Και δεν αναφέρομαι εδώ σε ατομικές περιπτώσεις, αλλά στη σχέση ολόκληρων τομέων του κρατικού μηχανισμού με το οργανωμένο έγκλημα. Δεν πρόκειται προφανώς για μία γραμμική ή για μία μονοδιάστατη σχέση. Το οργανωμένο έγκλημα έχει, πρώτον, μια σχέση εργαλειακή με το κράτος. Του ανατίθεται να κάνει «τη βρώμικη δουλειά». Δεύτερον, έχει μια σχέση συνεργασίας και, τρίτον, πολύ συχνά μέσω των σχέσεων με το κράτος, υπάγεται σε διαδικασίες απεγκληματοποίησης. Και αυτό φαίνεται συνήθως έμμεσα όπως π.χ. στο νόμο που έχουμε στην Ελλάδα για το «ξέπλυμα». Η σχέση του οργανωμένου εγκλήματος με το κράτος προκύπτει ανάγλυφα στην αμερικάνικη ιστορία, αλλά και στην Ελλάδα. Ένα παράδειγμα είναι η περίπτωση των εκβιάσεων των αμερικάνικων συνδικάτων τη δεκαετία του ’20 από ομάδες του οργανωμένου εγκλήματος, για να ελεγχθεί το συνδικαλιστικό κίνημα. Ένα άλλο παράδειγμα, είναι η απόπειρα δολοφονίας του Κάστρο, το 1960. Γιατί δέχεται το οργανωμένο έγκλημα να κάνει τη «βρώμικη δουλειά»; Γιατί όταν ανέβηκε ο Κάστρο στην εξουσία έκλεισε τα πορνεία, χαρτοπαικτικές λέσχες κλπ και μία σειρά από εργοστάσια επεξεργασίας καπνού. Ουσιαστικά μέρος των εγκληματικών οργανώσεων, που δραστηριοποιούνταν στην Κούβα, κατέρρευσαν οικονομικά και άρα ήταν διαθέσιμοι να συνεργαστούν με τη CIA –αυτά είναι κατατεθειμένα στην Αμερικάνικη Γερουσία- για να σκοτώσουν τον Κάστρο. Μια άλλη σημαντική εργαλειακή και πολιτική σχέση, ήταν η συνεργασία που είχαν οι αμερικάνικες δυνάμεις και οι δυνάμεις των Συμμάχων κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με τον Λάκι Λουτσιάνο κατά τη σχεδιαζόμενη απόβαση στην Σικελία. Τότε, ο Λουτσιάνο και οι άνθρωποί του ήρθαν στη Σικελία και, όπως αποδείχτηκε, άνθρωποί της μαφίας ήταν ανάμεσα στους πρώτους δήμαρχους στο νησί της Σικελίας και την κάτω Ιταλία μεταπολεμικά. Δεν αναπαράχθηκε η μαφία, μέσα από το DNA των Ιταλών. Έκαναν εξαγωγή της ιταλικής μαφίας από την Αμερική στην Σικελία. Για να πάμε στην Ελλάδα, η δολοφονία του πρωθυπουργού Κουμουνδούρου έγινε, σε συνεργασία με την αστυνομία, από κάποιους που είχαν στρατολογήσει για να τον σκοτώσουν, επειδή ήθελε να ελέγξει τις χαρτοπαικτικές λέσχες της Αθήνας. Τη συνεργασία αστυνομίας με το οργανωμένο έγκλημα βλέπουμε, ακόμα, στην απόπειρα δολοφονίας του Ελευθερίου Βενιζέλου και στη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. Επομένως, η σχέση με το οργανωμένο έγκλημα και το κράτος είναι ιδιαίτερη. Από την άλλη μεριά, υπάρχει η σχέση του οργανωμένου εγκλήματος με τις τράπεζες. Εκεί συναντιέται η νομιμότητα και η παρανομία. Χρήματα από παράνομες δραστηριότητες, μέσω του τραπεζικού απορρήτου, διαχέονται σε νόμιμες δραστηριότητες. Ξεπλένονται τα χρήματα μέσα από τις τράπεζες και συναντιούνται με τα νόμιμα κεφάλαια που μπορεί να βγάζει κάποιος. Έτσι, υπάρχει μια τεράστια συζήτηση για την εξουσία που έχουν αποκτήσει οι τράπεζες μέσω της εξυπηρέτησης του οργανωμένου εγκλήματος και της φοροδιαφυγής των νόμιμων επαγγελματιών.
Και φτάνουμε, έτσι, σε μια άλλη πτυχή του προβλήματος, που έχει να κάνει με την απεγκληματοποίηση. Στο επίπεδο αυτό, σε πολλές περιπτώσεις αξιοποιούνται «κανονικές» ή «εξαιρετικές» νομοθετικές ρυθμίσεις που με έναν υπόγειο θα λέγαμε τρόπο επιτρέπουν τη νομιμοποίηση τελικά και βρώμικου χρήματος. Έτσι για παράδειγμα η νομοθεσία για την εθελούσια δήλωση περιουσίας, μπορεί να αξιοποιηθεί κατά τη γνώμη μου για τη νομιμοποίηση εσόδων και από παράνομες δραστηριότητες. Η άρση του απορρήτου των τραπεζών δυσκολεύει πλέον την ελεύθερη διακίνηση βρώμικου χρήματος. Θυμίζω πως η Ελλάδα τα προηγούμενα είκοσι χρόνια υπήρξε παράδεισος φοροδιαφυγής και επομένως και παράδεισος ξεπλύματος βρώμικου χρήματος. Από την Ελλάδα διέφυγε ένα τεράστιο μέγεθος κεφαλαίων, τα οποία μέσα από συγκεκριμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες έγινε δυνατόν να νομιμοποιηθούν ξανά και ως προς αυτό η αντιμετώπιση της κρίσης αποτέλεσε ένα πολύ καλό λόγο. Και σε ένα πρώτο μεν στάδιο η νομοθεσία, του 2017 έθετε χρονικό όριο εντός του οποίου μπορούσαν να δηλωθούν μη δηλωθέντα μέχρι τότε περιουσιακά στοιχεία, αλλά στη συνέχεια, το 2019 και αυτό το όριο άρθηκε, δεν τέθηκε χρονικό περιθώριο επαναπατρισμού χρημάτων. Υποθέτω ότι κάποια από αυτά τα περιουσιακά στοιχεία δεν ήταν προϊόν νόμιμων δραστηριοτήτων ή απλής φοροδιαφυγής. Έτσι, σε συνθήκες κρίσης –μέσα από εργαλεία του ΟΟΣΑ- μπορεί να συγκροτείται μια «ευκαιρία» απεγκληματοποίησης του οργανωμένου εγκλήματος ως παράπλευρο αποτέλεσμα νομοθετικών ρυθμίσεων που δεν είχαν αυτόν τον αρχικό στόχο.

Και τώρα τι κάνουμε;

Θα με ρωτήσετε και «τώρα τι κάνουμε;» Μπορούμε να κάνουμε πάρα πολλά πράγματα ή να μην κάνουμε τίποτα. Το βέβαιο είναι ότι πρέπει να δούμε ποιες είναι οι αιτίες μέσα από τις οποίες ξεκινάει το οργανωμένο έγκλημα, όπως το περιέγραψα, μέσα από τις κοινωνικές σχέσεις. Φαίνεται ότι είναι ο ανεξέλεγκτος πλούτος, η ανεξέλεγκτη φτώχεια και οι ανισότητες. Αυτά τα τρία στοιχεία είναι που μας δίνουν τη δυνατότητα να συζητάμε για αιτίες. Το δεύτερο είναι η αδυναμία του κράτους ή η απροθυμία να τα βάλει με το οργανωμένο έγκλημα: ότι αυτή η συζήτηση για τη μηδενική ανοχή, που ξεκινάει τη δεκαετία του ’80, βασίστηκε στην παραδοχή ότι το κράτος (οι Αμερικάνοι εν προκειμένω) δεν μπορούσαν να τα βάλουν με το οργανωμένο έγκλημα. Επομένως, υποστηρίχθηκε, η λύση βρίσκεται στην επικέντρωση στις επόμενες γενιές, στους νέους που από νεαρή ηλικία μαθαίνουν την αταξία. Σε αυτούς πρέπει να δοθεί προσοχή για να μην μπλέξουν με το έγκλημα. Άρα απέναντί τους πρέπει να επιδεικνύεται μηδενική ανοχή, ακόμα κα για το χαμηλής απαξίας έγκλημα. Έτσι προέκυψε η πολιτική μηδενικής ανοχής.
Σήμερα, αποτιμώντας όλα αυτά, θα μπορούσε να πει κάποιος, ότι μεταξύ άλλων, ιδίως τρία στοιχεία θα έπρεπε να αναδειχθούν. Το ένα είναι η κοινωνική πρόληψη του εγκλήματος: δηλαδή να απομακρυνθούμε από τη μηδενική ανοχή και το πρόταγμα της ασφάλειας και να επιχειρηθεί μια παρέμβαση στις αιτίες που θεωρούμε ότι βρίσκονται στη βάση των προβλημάτων και που έχουν όχι μόνον υλικό, αλλά ιδεολογικό αντίκρυσμα. Η παιδεία, η καταπολέμηση της φτώχειας, ο έλεγχος της λειτουργίας των θεσμών πρέπει να είναι προτεραιότητα. Το δεύτερο, κατά τη γνώμη μου, που θα έπρεπε να ενισχυθεί και το οποίο ατόνησε τα προηγούμενα χρόνια, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά παντού, είναι η Δικαιοσύνη και η λειτουργία της. Να θυμίσω ότι η ιδέα της μηδενικής ανοχής έφερε στο προσκήνιο την αστυνομία. Υπό πολλές έννοιες, η Δικαιοσύνη πέρασε σε μια δεύτερη μοίρα, ως μηχανισμός επιβολής ποινών. Γι’ αυτό και περάσαμε σε μια ταρίφα ποινών, που αύξησε τις ποινές, αλλά και τον αριθμό των κρατουμένων, φτάνοντας το σύστημα σε οριακά σημεία. Η επαναφορά της προσοχής μας στην αξιοπιστία της Δικαιοσύνης, μέσα από την ανάπτυξη θεσμών, όπως π.χ για την Ελλάδα, η δικαστική αστυνομία, αλλά και ένα σοβαρό σύστημα προστασίας μαρτύρων, ειδικά για τους μάρτυρες δημοσίου δικαίου. Αυτοί είναι πολιτικοί άξονες που πρέπει να τους σκεφτούμε πάρα πολύ σοβαρά, αν υπάρχει η βούληση να αντιμετωπιστεί η σοβαρή παρανομία στην Ελλάδα. Και τέλος, είναι ο έλεγχος των τραπεζών. Αν δεν ελεγχθεί ο τρόπος λειτουργίας τους ως προς την «εξαφάνιση» λογαριασμών και δικαιούχων και τη ροή του χρήματος, τότε μέσα από τη νομιμοποίηση του παράνομου χρήματος, θα συνεχιστεί η αναπαραγωγή της φτώχειας, ως ένα παράπλευρο, αλλά έμμεσο αποτέλεσμα που όμως θα επηρεάζει την αναπαραγωγή του οργανωμένου εγκλήματος. Και αυτός ο κύκλος δεν θα κλείσει ποτέ.

* Το κείμενο αποτελεί μέρος της διάλεξης της Σοφίας Βιδάλη στο εργαστήριο «Κρίση της δημοκρατίας και της αντιπροσώπευσης» του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς», με τίτλο «Η τέχνη της εγκληματοποίησης. Οργανωμένο έγκλημα, αλλαγές στο κράτος και τη δημοκρατία». Η Σ. Βιδάλη είναι καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Αντεγκληματικής Πολιτικής του τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.