Το ποδόσφαιρο θα είναι πάντα παιχνίδι!

Οι εντός και εκτός γηπέδων αναζητήσεις του άγγλου φιλόσοφου Σάιμον Κρίτσλεϊ

 

«…Ενας ποδοσφαιρικός αγώνας συνιστά προσωρινή ρήξη με την καθημερινότητα: είναι κάτι εκστατικό, εφήμερο και, το σπουδαιότερο όλων, μια κοινή εμπειρία». Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον φιλόσοφο (και φανατικό οπαδό της Λίβερπουλ…) Σάιμον Κρίτσλεϊ, ο οποίος όταν δεν διδάσκει φιλοσοφία στο «New School for Social Research» της Νέας Υόρκης “τρέχει” στα γήπεδα να υποστηρίζει την ομάδα των “κόκκινων”. «Κατάγομαι από το Λίβερπουλ και όπως όλη η οικογένειά μου, μεγάλωσα μέσα σε μία φανατική αφοσίωση στη Λίβερπουλ, πιστεύοντας πως όχι μόνο η ομάδα ήταν πολύ καλή αλλά είχε ιδιαίτερους φιλάθλους και κουλτούρα. Η γιαγιά μου φορούσε στο πέτο της πάντα το σηματάκι της Λίβερπουλ, ήταν Λίβερπουλ ο πατέρας μου, είναι ο υιός μου. Και ελπίζω ο υιός μου να κάνει παιδιά που θα γίνουν επίσης οπαδοί της Λίβερπουλ. Η μόνη θρησκευτικού τύπου δέσμευσή μου, αφορά αυτήν την ομάδα και ο Μπιλ Σάνκλι είναι το ίνδαλμα των παιδικών μου χρόνων», είναι η απάντηση του (σε συνέντευξη στο ΑΠΕ-ΜΠΕ) στο ερώτημα γιατί υποστηρίζει παθιασμένα την ομάδα του μεγάλου αγγλικού λιμανιού.
Ο Σάιμον Κρίτσλεϊ δεν έμεινε μόνο στη θέση του οπαδού. Αναζήτησε απαντήσεις για το ποδόσφαιρο τις οποίες μας “παρέδωσε” μέσα από το βιβλίο του «Τι σκεφτόμαστε όταν σκεφτόμαστε το ποδόσφαιρο;» («What we think about when we think about football»), που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. «Το ποδόσφαιρο δίνει μία απίστευτη αίσθηση συμμετοχής. Είναι μία μοναδική εμπειρία στο χώρο και στο χρόνο. Δημιουργεί σχέσεις, αλληλεπίδραση. Το ποδόσφαιρο είναι ένα πραγματικό παράθυρο. Είναι ένα παιχνίδι που μας κάνει χαρούμενους, αλλά ταυτόχρονα μας εξοργίζει. Ο Ιταλός Τζιάνι Μπρέρα θεωρούσε πως ένας αγώνας που λήγει με 0-0 είναι ιδανικός, καθώς οι ομάδες παίζουν ένα είδος παρτίδας σκάκι, ακυρώνοντας ή μία την άλλη, φτάνοντας στην ισορροπία και την αρμονία», εξηγεί ο 59χρονος Άγγλος φιλόσοφος μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ πως βλέπει το ποδόσφαιρο.
Για το πολύ καλό βιβλίο του Σάιμον Κρίτσλεϊ  ένας άλλος ποδοσφαιρόφιλος ο Βαγγέλης Βιτζηλαίος [Συντονιστής Ομάδας Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών (ΕΝΑ)] έγραψε: “Ο Κρίτσλεϊ αναδεικνύει την πιο ουσιαστική, κατά τον ίδιο, αντίφαση του αθλήματος: το παιχνίδι εδράζεται στη συλλογικότητα, τη συνολική δράση ποδοσφαιριστών και οπαδών, την κοινωνικότητα – ή  αλλιώς το… σοσιαλισμό. Το υλικό υπόστρωμά του ωστόσο είναι ο καπιταλισμός, το (βρόμικο) χρήμα, που συχνά προέρχεται από εξαιρετικά αμφιλεγόμενες πηγές. Ο Κρίτσλεϊ δεν φείδεται κριτικής στα κακώς κείμενα του ποδοσφαίρου: εμπορευματοποίηση, αποικιοκρατία, εθνικισμός, ψυχολογία των μαζών, πατριαρχία και νομική συστηματοποίηση της βίας είναι οι ορισμένοι από τους λόγους για τους οποίους την απόλαυση διαδέχεται διαρκώς η αποστροφή για το ποδόσφαιρο”.

Το ποδόσφαιρο ως τέχνη!

Το ποδόσφαιρο, υποστηρίζει ο Κρίτσλεϋ, έχει ανάγκη την ποιητική ερμηνεία ώστε να σωθεί από τη λήθη, τόσο το ίδιο όσο κι εμείς. Ισχυρίζεται ότι το ποδόσφαιρο μοιράζεται χαρακτηριστικά με τον κινηματογράφο που είναι εξίσου πραγματικός και πλασματικός. «Η μπάλα μοιάζει να έχει δική της ζωή με την οποία ο ποδοσφαιριστής επικοινωνεί παίζοντας». Στο άρθρο του “Σοσιαλισμός και ποδόσφαιρο”(1) με αφορμή το βιβλίο το άγγλου φιλοσόφου ο Βαγγέλης Βιτζηλαίος γράφει: “Η συνεργατική φύση του ποδοσφαίρου επεκτείνεται στα μοτίβα κοινωνικότητας των ποδοσφαιριστών και στην αντίθεση ανάμεσα στην ομάδα που παίζει για το καλό του συνόλου και σε εκείνη στην οποία κάθε ποδοσφαιριστής παίζει για τον εαυτό του. Τα διαφορετικά αυτά μοτίβα κοινωνικότητας αντανακλώνται –και ταυτόχρονα αντλούν ενέργεια από– τη συλλογική ζωή των οπαδών: Το ποδόσφαιρο είναι το κίνημα των socius (σ.σ. σύντροφος, φίλος, σύμμαχος), η ελεύθερη ένωση των ανθρώπων, όπως έγραφε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο (χωρίς φυσικά να αναφέρεται στο ποδόσφαιρο). Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στη στοχαστική απόσταση του θεατή από τον αγώνα, μια θεωρητική ή αισθητική απόσταση που συνιστά τη μορφή συμμετοχής του: Μόνο μέσα από τη θεωρητική αναγνώριση της συλλογικής πράξης της ομάδας εκ μέρους των θεατών γίνεται αντιληπτή η ολότητα της ομάδας ως τέτοια. Το ποδοσφαιρικό κοινό ότι είναι, για τον Κρίτσλεϊ, «ένα νοήμον, συχνά εξαιρετικά ενημερωμένο και κριτικό κοινό, ακόμη κι αν συχνά καταφεύγει σε ακραίες επιδείξεις κακοήθειας και στην έκλυτη ειλικρίνεια της παρρησίας». Ο Κρίτσλεϊ υποστηρίζει ότι «ο λόγος που το ποδόσφαιρο είναι τόσο σημαντικό για πολλούς από εμάς οφείλεται ακριβώς στην εμπειρία της ένωσης που υπάρχει στον πυρήνα του, όπως και στην έντονη αίσθηση της κοινότητας που δημιουργεί», για να καταλήξει σε μια τολμηρή –κατά τον ίδιο– θέση, ότι το πολιτικό αντίστοιχο του ποδοσφαίρου είναι ο σοσιαλισμός: «Η ελευθερία δεν βιώνεται ξέχωρα από τους άλλους αλλά μόνο εξαιτίας και μέσα από τη συσχέτιση με τους άλλους, όπου η συλλογική δράση ενσωματώνει και ταυτόχρονα εξυψώνει την ατομική δράση».

Εν κατακλείδι

«Στο παρελθόν όλα ήταν καλύτερα απ΄ ότι τώρα το μέλλον. Αλλάζουν τα πράγματα και μαζί τους και το ποδόσφαιρο. Τελικά όμως θα είναι πάντα ένα παιχνίδι με 22 παίκτες και μία μπάλα. Παραμένει επίσης μία υπόθεση συλλογική», υπογραμμίζει με νόημα ο άγγλος φιλόσοφος και εμείς συμφωνούμε απόλυτα μαζί του!

Μ. Διόγος

(1) Ολόκληρο το άρθρο του Βαγγέλη Βιτζηλαίου “Ποδόσφαιρο & Σοσιαλισμός” μπορείτε να το διαβάσετε εδώ: enainstitute.org/publication/ποδόσφαιρο-σοσιαλισμός