Το στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα των ΗΠΑ

tsakiris

Το 1961 ο Ντουάιτ (Αικ) Άιζενχαουερ στην αποχαιρετιστήρια ομιλία του από την προεδρία των ΗΠΑ προειδοποίησε για την επικράτηση αυτού που αποκάλεσε «στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα». Είπε ότι η κοινωνία «θα πρέπει να προφυλαχθεί από την απόκτηση αδικαιολόγητης επιρροής, από το στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα». Συνέχισε λέγοντας ότι «αναγνωρίζουμε την επιτακτική ανάγκη για την εξέλιξη αυτή … η πιθανότητα καταστροφικής ανόδου της ανάρμοστης εξουσίας υφίσταται και θα συνεχίζεται … Μόνο επαγρυπνούντες και ενήμεροι πολίτες μπορούν να υποχρεώσουν τη σωστή σύμπλεξη των τεράστιων βιομηχανικών και στρατιωτικών μηχανισμών άμυνας με τους στόχους και τις ειρηνικές μεθόδους μας, έτσι ώστε η ασφάλεια και η ελευθερία να συνδυασθούν επιτυχώς». Βέβαια, τα σκέφτηκε αυτά αφού πρώτα έκανε χρήσης της απειλής πυρηνικών όπλων εναντίον της Κορέας, επέβαλε πραξικοπηματικά τη στρατιωτική ανατροπή των κυβερνήσεων της Γουατεμάλας και του Ιράν και πάει λέγοντας.
Λίγα χρόνια νωρίτερα ο κοινωνιολόγος Τσαρλς Ράιτ Μιλλς αναλύοντας την ταξική και πολιτική δομή των ΗΠΑ έκανε λόγο για τις «ελίτ της εξουσίας». Οι «ελίτ εξουσίας» είναι αυτές που καταλαμβάνουν τις δεσπόζουσες θέσεις, στους κυρίαρχους θεσμούς (στρατιωτικός, οικονομικός και πολιτικός) μιας κυρίαρχης χώρας και των οποίων οι αποφάσεις (ή έλλειψη αποφάσεων) επιφέρουν τεράστιες συνέπειες, όχι μόνο για τον πληθυσμό των ΗΠΑ, αλλά, και στους υπόλοιπους λαούς του κόσμου. Ποιοι είναι σήμερα αυτοί που αποφασίζουν και αυτοί που ασκούν επιρροή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων συχνά ως φορείς «ανάρμοστης εξουσίας»; Η νέα περιπέτεια, στην οποία προσπαθεί να ρίξει τον πλανήτη ο πρόεδρος των ΗΠΑ με την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης του, είναι το προϊόν αυτού του συμπλέγματος.
Ας τα δούμε πιο αναλυτικά τα πράγματα. Η απόφαση του Τραμπ για την επίθεση με τους 59 πυραύλους Τομαχώκ εναντίον της συριακής αεροπορικής βάσης πάρθηκε αποκλειστικά από τον ίδιο. Γι’ αυτό δέχτηκε μια κάποια κριτική από μια μικρή μερίδα του τύπου. Από τις 100 κορυφαίες αμερικανικές εφημερίδες, 47 είχαν κύριο άρθρο σχετικά με τις αεροπορικές επιδρομές του προέδρου Τραμπ: 39 ήταν υπέρ, επτά διφορούμενες και μόνο μία εναντίον της στρατιωτικής επίθεσης. Με άλλα λόγια, το 83% των άρθρων σχετικά με την επίθεση της Συρίας υποστήριξε το βομβαρδισμό του Τραμπ, το 15% πήρε μια αμφιλεγόμενη θέση και το 2% δήλωσε ότι η επίθεση δεν έπρεπε να είχε γίνει. Οκτώ από τις δέκα πρώτες σε κυκλοφορία εφημερίδες υποστήριξαν τις αεροπορικές επιδρομές. Η Wall Street Journal, οι New York Times, η USA Today, η New York Daily News, η Washington Post, η New York Post, η Chicago Sun-Times και η Denver Post υποστήριξαν όλα τα χτυπήματα με ποικίλους βαθμούς προϋποθέσεων και ανησυχίας. Οι στάσεις των εφημερίδων San Jose Mercury News και LA Times ήταν διφορούμενες, επισημαίνοντας την παλιότερη άρνηση του Τραμπ στο να βομβαρδίσει τη Συρία. Η Mercury News επιμένει ότι ο Τραμπ πρέπει να χαράξει πολιτική και να επιλέξει αυτή της διπλωματίας. Το μοναδικό εντιτόριαλ που απέρριψε ρητά την επίθεση ήταν αυτό της Chronicle του Χιούστον κι αυτό το έκανε κυρίως για συνταγματικό κι όχι ηθικό ή γεωπολιτικό λόγο, γράφοντας ότι ο πρόεδρος δεν μπορεί και δεν πρέπει να χρησιμοποιήσει στρατιωτική δύναμη ενάντια στη Συρία χωρίς νομοθετικό πλαίσιο. Παρά την προπαγάνδα των ΜΜΕ οι δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι το αμερικανικό κοινό είναι πολύ πιο πολωμένο: αυτή των Gallup (7-8 /4/17) και του ABC / Washington Post (7/4/9/17) κατέγραψαν 51% υποστήριξη των αεροπορικών επιθέσεων και 40% αντίθεση, ενώ αυτή του CBS (7-9 / 4/ 17) κατέγραψαν 57% υπέρ και 36% κατά.

Ηγεμονία αντί «απομονωτισμός»

Ο Τραμπ «ξέχασε» το σλόγκαν του «απομονωτισμού». Μετά το πέρας των πρώτων 100 ημερών η πολιτική του δείχνει πως θα χρησιμοποιήσει το στρατό με στόχο την επίτευξη παγκόσμιας ηγεμονίας, πράγμα που σημαίνει ότι αποτελεί ένα μηχανισμό παραγωγής και επέκτασης της κρίσης. Ορκίστηκε ότι θα έκανε το στρατό των ΗΠΑ τόσο ισχυρό, ώστε να μην χρειαστεί να τον χρησιμοποιήσει, αφού κανείς δεν θα τολμούσε να επιτεθεί στις ΗΠΑ. Η πραγματικότητα είναι ήδη πολύ διαφορετική. Οι στρατηγοί του προέδρου Τραμπ άρχισαν να εξαμολύουν αυτόν τον στρατό με τρόπο που η κυβέρνηση Ομπάμα θεωρούσε τόσο υπερβολικό, όσο και επικίνδυνο για τους πολίτες. Εν τω μεταξύ, τα αμερικανικά όπλα θα πωληθούν σε σουνιτικές μοναρχίες στον Περσικό Κόλπο που δεν είναι και οι καλύτεροι φρουροί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι δε Σαουδάραβες θα λάβουν ακόμη περισσότερο υποστήριξη από αυτή που ζητούσαν για τον καταστροφικό πόλεμό τους εναντίον των πολιτών στην Υεμένη. Αναμφίβολα, οι περαιτέρω στρατιωτικές παρεμβάσεις και η κλιμάκωση στην ευρύτερη Μέση Ανατολή βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη στην Ουάσιγκτον, όπου υποτίθεται ότι διατηρούνται «όλες οι επιλογές πάνω στο τραπέζι».
Δεν είναι, όμως, η Μέση Ανατολή το πεδίο βολής του στρατού του Τραμπ (αλλά και του Άσαντ, του Πούτιν, του ΙΣΙΣ κλπ.). Είναι και η Βόρεια Κορέα. Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Ρεξ Τίλλερσον μίλησε για την ιστορία των παραβιάσεων των συμφωνιών από τη Βόρεια Κορέα και ο αντιπρόεδρος Μάικ Πενς κήρυξε το τέλος της «στρατηγικής υπομονής». Βέβαια, αυτή είναι η πλευρά της ιστορίας που «ξεχνά» ότι επί 66 χρόνια η Βόρεια Κορέα δέχεται συνεχώς απειλές χρήσης πυρηνικών όπλων που μόνο οι ΗΠΑ διέθεταν.
Οι πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές ομάδες πίεσης (λόμπι) των ΗΠΑ είναι συγκεντρωμένες στο εσωτερικό ενός περιφερειακού δακτυλίου (Ουάσιγκτον, Μέριλαντ, Βιρτζίνια). Χαρακτηριστικές είναι οι επιχειρήσεις κατασκευής οπλισμού και άμυνας, όπως οι Lockheed Martin κ.α. Οι πιέσεις των λόμπι πάνω στο πολιτικό σύστημα είναι αφόρητες και πολύ συχνά σκοτεινές και υπόγειες. Σημασία, όμως, έχουν και συγκεκριμένα πρόσωπα με συγκεκριμένες αρμοδιότητες διαμορφώνουν άμεσα και έμμεσα τις αποφάσεις. Ο Τραμπ ως τις αρχές Απριλίου δεχόταν την επιρροή του ρατσιστή και οικονομικού εθνικιστή Στηβ Μπάνον. Από τότε τη θέση του πήρε ο νεοσυντηρητικός ιέραξ Τζάρετ Κάσνερ, που εκπροσωπεί το πνεύμα του «παγκοσμισμού-επεμβατισμού».

Διαφοροποίηση στη γραμμή

Οι στρατηγοί, με την ιδιότητα του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας, Χέρμπερτ Ρέιμοντ (HR) Μακμάστερ και του επικεφαλής του Πεντάγωνου Τζέιμς «Mad Dog» Ματίς φαίνεται να κυριαρχούν αυτή τη στιγμή, τόσο όσον αφορά την απόφαση των χτυπημάτων όσο και την ιδιαιτερότητα του στόχου. Η βασική αιτιολόγηση των χτυπημάτων στη Συρία ήταν απλά η διατήρηση της διεθνούς απαγόρευσης των χημικών όπλων, σε αντίθεση με τον ευρύτερο στόχο της «αλλαγής του καθεστώτος» και αντικατοπτρίζει την απόφαση του στρατού των ΗΠΑ να αποφύγει να στραφεί σε έναν άλλο εμφύλιο πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Φαίνεται έτσι ότι υπάρχει διαφοροποίηση στη βραχυπρόθεσμη πολιτική γραμμή για τις πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Όσον αφορά την Βόρεια Κορέα προς το παρόν ο πόλεμος νεύρων συνεχίζεται.
Τέλος, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι δεν είναι μόνο οι ΗΠΑ, αλλά και η Ιαπωνία που είναι ιστορικά εχθρική δύναμη για την Κορέα και ότι o νυν ιάπωνας πρωθυπουργός Σίνζο Άμπε (ο μακροβιότερος στο αξίωμα αυτό) είναι εγγονός του Νομπουσούκε Κίσι, πρώην πρωθυπουργού της Ιαπωνίας που θεωρήθηκε εγκληματίας πολέμου «Α΄ τάξης» από τις αμερικανικές κατοχικές αρχές μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Διεύθυνε με σιδερένια πυγμή τα πάντα στη Ματζουρία με την ιδιότητα του ως αναπληρωτή υπουργού τη δεκαετία του 1930, όταν ο φασίστας στρατηγός Χιντέκι Τοζο ήταν επικεφαλής του στρατού εκεί. Ο Κίσι χρησιμοποιούσε τη Γιακούζα για να τρομοκρατεί τους δούλους εργάτες και ήταν υπεύθυνος για τη βίαια εκπόρνευση δεκάδων χιλιάδων γυναικών στους ιάπωνες φαντάρους. Ο Κιμ Ιλ Σουνγκ, παππούς του Κιμ Γιονγκ Ουν, αγωνιζόταν τότε εναντίον των κατακτητών Ιαπώνων. Το θλιβερό αυτό γεγονός δεν έχει ξεχαστεί.

Θανάσης Τσακίρης