Το σχήμα των κενών

Αλίκη Στελλάτου, «Γάτα στον κήπο», εκδ. Κίχλη 2018, σελ. 76

«Κάποιο σημείο είχε αλλάξει, κάποια γραμμή είχε κουνηθεί κι έτσι, όσο οδηγούσες, τόσο περισσότερες γίνονταν οι τελείες και τόσο πιο περίπλοκες γίνονταν οι γραμμές. Οι γραμμές που οδηγούσαν σ’ εκείνη τη συγκεκριμένη τελεία, στο τράνταγμα που έμοιαζε με προορισμό. Παντού γύρω σου κόκκινα φρένα, πράσινα γατίσια μάτια, γκρι κουφωτά παντζούρια και πορτοκαλί βροχερά σκοτάδια, που εναλλάσσονταν με προορισμούς, προσδοκίες και προσευχές, Μάρθες, Θάνους και Θανάτους και σε μπέρδευαν· και όσο μεγαλύτερα γίνονταν τα οριζόντια βάθη, τόσο περισσότερο σιγουρευόσουν πως, όταν η κουκουβάγια θα έφτανε στη γάτα, τότε ο δρόμος θα είχε χαθεί».
Αυτή θα μπορούσε να είναι μια ενδιαφέρουσα παράγραφος ενός έργου με κυρίαρχο το υπερρεαλιστικό στοιχείο. Είναι όμως η συμπύκνωση στοιχείων μιας ρεαλιστικής, «ψυχολογικής» νουβέλας με έντονα στοιχεία αλληγορίας. Κάθε λέξη σχεδόν αυτής της παραγράφου παραπέμπει σε εικόνες και σκέψεις που έχουν ήδη διατυπωθεί κατ’ επανάληψη (καταλαμβάνοντας συχνά πάνω από μια σελίδα) και έτσι όταν ο αναγνώστης φτάνει να την διαβάσει δεν έχει σχεδόν καμία απορία. Τα πορτοκαλί βροχερά σκοτάδια παραπέμπουν, λ.χ., σε δωμάτια ξενοδοχείων ημιδιαμονής. Οι προορισμοί, οι προσδοκίες και οι προσευχές είναι λέξεις από ένα παιχνίδι, όπου έπρεπε να βρει κάποιος γρήγορα λέξεις που ξεκινούν από π και ρ. Ο Θάνος είναι ο έρωτας της πρωταγωνίστριας, της Μάρθας ή Μαρίας, και το «τράνταγμα που έμοιαζε με προορισμό» είναι ο θάνατος, στον οποίο καταλήγουν «οι γραμμές», του δρόμου που «έχει χαθεί».
Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της νουβέλας «Γάτα στον κήπο» της πρωτοεμφανιζόμενης Αλίκης Στελλάτου είναι ακριβώς ότι ενώ σε ένα πρώτο επίπεδο το θέμα της είναι η ανασύσταση μιας χαμένης μνήμης, η προσπάθεια επαναφοράς στη μνήμη ενός τραυματικού γεγονότος, αυτό που καταφέρνει εντέλει είναι να αποτυπώσει στο λόγο τον τρόπο που το μυαλό και όχι το στυλό διατυπώνει τις σκέψεις, τα άλματά του, τους συνειρμούς του, αυτά που όταν τα σκέφτεται κανείς μοιάζουν λογικά και όταν τα διαβάζει σε κείμενο φαίνονται σκέτος παραλογισμός. Ότι καταφέρνει να αποτυπώσει, δηλαδή, το σουρεαλισμό του ανθρώπινου μυαλού σε βαθμό που να μην μπορεί κανείς να συμπεράνει με σιγουριά αν ο πρωταγωνιστής έχει σώας τας φρένας ή αν οδηγεί στη ζωή με τα φρένα σπασμένα.

Η ολοκλήρωση του παζλ της ύπαρξης

Η υπόθεση είναι «απλή»: κάποια κοπέλα που λέγεται Μαρία τριγυρίζει στο σπίτι της από δωμάτιο σε δωμάτιο προσπαθώντας να θυμηθεί κάτι που έχει απωθήσει. Η ίδια γυναίκα, αλλάζοντας ένα γράμμα στο όνομά της γίνεται Μάρθα και περιπλανιέται τις νύχτες με το αυτοκίνητο χωρίς προορισμό ή πηγαίνει σε μπαρ και φτηνά ξενοδοχεία. Κάθε νέα ανάμνηση που επαναφέρει, προσπαθώντας να ανακαλέσει το σημαντικό γεγονός που έχει απωθήσει, συμπληρώνει ένα μικρό κενό μνήμης χωρίς να προσφέρει όμως τίποτα στην ολοκλήρωση του παζλ. Το αεράκι από ένα μισάνοιχτο παράθυρο, το άρωμα της λεμονιάς σε μια πανσιόν παραλιακού χωριού της Πελοποννήσου, ένας θείος που, πεθαίνοντας, μοιάζει να την κοιτάζει και ταυτόχρονα να κοιτάζει αλλού. Κάθε νέα ανάμνηση αφήνει όχι μόνο τη μνήμη, αλλά και την ύπαρξη μισή. Και οδηγεί σε νέα περιδίνηση. Το κυνήγι της ολοκλήρωσης της μνήμης είναι ένα κυνήγι των αιτίων που και η ύπαρξη δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Η εναπόθεση μάλιστα της ολοκλήρωσης της ύπαρξης σε έναν άλλο, δηλαδή στον έρωτα, είναι και αυτή μια ουτοπία ή μια ματαιότητα. Η απόλυτη ευτυχία πάντα θα διαφεύγει καθώς θα πρόκειται για κάλυψη μέρους του κενού και της απόστασης από την ολοκλήρωση, σύμφωνα και με το παράδοξο του Ζήνωνα: αν πρέπει συνεχώς να καλύπτεις τη μισή απόσταση από τον προορισμό σου, η απόσταση μειώνεται αλλά δεν φτάνεις ποτέ στο τέρμα.

Προσδοκίες και διαψεύσεις

Κάπως έτσι η παράγραφος του βιβλίου που ακολουθεί, μπαίνει από τη συγγραφέα απλώς για να τονιστεί ότι πρόκειται για μια ωραία παράγραφο, κατά βάθος κενή νοήματος: «Ήταν νύχτα, αλλά η πόλη ήταν μακριά, φανάρια δεν έβλεπες. Τίποτα δεν έβλεπες. Μόνο την ελπίδα είχες ότι αυτός θα ήταν. Ότι επιτέλους θα τελείωνες. Αυτός. Σήκωσες κι εσύ το ποτήρι σου και τον κοίταξες πίσω απ’ το δικό του. Είχε το σχήμα των κενών σου».
Εντέλει, όταν αποδειχθεί ότι αυτή η ελπίδα, ότι αυτός θα ήταν ο άνθρωπος που θα είχε το σχήμα των κενών σου, ήταν φρούδα, γιατί δεν υπάρχει κανείς που να έχει ακριβώς το σχήμα των κενών σου, μόνο στη φαντασία μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο, τότε η αντίδραση μπορεί να είναι ευθέως ανάλογη της προσδοκίας και να πάρει το σχήμα της εκδίκησης. Υποσυνείδητα έστω.
Η νουβέλα είναι μικρή αλλά πολύ περιεκτική και με μια τεχνική γραφής που απαιτεί την πλήρη προσοχή του αναγνώστη. Εκδόθηκε Ιούλιο του 2018, ίσως όχι τυχαία, αφού ο Ιούλιος παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του θέματος του βιβλίου. Ο «Ιούλιος των λίγων ημερών», όπως περιγράφεται στην ιστορία, είναι ο Ιούλιος που γεννήθηκε και χάθηκε ο έρωτας, τότε που ο χρόνος διεστάλη και ταυτόχρονα πάγωσε, είναι και ο μήνας που χάθηκε ο αγαπημένος θείος. Είναι, όπως και ο Αύγουστος, ο μήνας των αυτοκρατορικών προσδοκιών και συνακόλουθα των μεγάλων διαψεύσεων.

Φιλόδοξη και εντυπωσιακή είσοδος

Η «Γάτα στον κήπο» αποτελεί μια φιλόδοξη όσο και εντυπωσιακή είσοδο της Αλίκης Στελλάτου στο λογοτεχνικό στίβο. Η επιλογή της διπλοπροσωπίας της πρωταγωνίστριας επίσης πολύ ενδιαφέρουσα, όπως και ο τρόπος παρουσίασής της: η Μαρία μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, η Μάρθα σε δεύτερο. Η Μαρία είναι ο βασικός εαυτός, ο επιφανειακά τουλάχιστον επικρατών, η Μάρθα ο ανήσυχος, ο βαθύτερος, ο κρυμμένος εαυτός. Οι δύο αδελφές του Λάζαρου, η Μάρθα και η Μαρία, στο σχετικό επεισόδιο του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου, εδώ συνενώνονται σε μία μορφή. Θα έλεγε κανείς ότι η σύγκριση των δύο και η τελική αποκάλυψη ότι η ανήσυχη Μάρθα, μέσα στη Μαρία, έκανε την εγκληματική της ζαβολιά, σε συνδυασμό με την παραπομπή στο θρησκευτικό μύθο, οδηγεί αναπόφευκτα σε κάποιου είδους διδακτισμό – αυτό ίσως να είναι το μόνο βασικό τρωτό της ιστορίας. Είναι άραγε καλύτερα να κάθεται κάποιος στα αυγά του; Από την άλλη υπάρχει πλήρης ανατροπή του μύθου, αφού κανένας Λάζαρος δεν ανασταίνεται. Αντίθετα, φονεύεται από την «αδελφή» (ψυχή) του. Ακόμα λοιπόν και στα αυγά σου να κάθεσαι, πάντοτε κάτι επωάζεται, όχι απαραίτητα καλό. Είναι θέμα ανθρώπινης φύσης.

Μανώλης Πιμπλής