Διονύσης Τεμπονέρας: «Το Συν-Εργασία είναι ιδεολογική εμμονή των κυβερνώντων»

Συνέντευξη με τον εργατολόγο, Διονύση Τεμπονέρα

 

 

Ο εργατολόγος Διονύσης Τεμπονέρας κάνει φύλλο και φτερό για την «Εποχή» το πρόγραμμα ΣΥΝ-Εργασία, με το οποίο υποτίθεται ότι η κυβέρνηση δίνει απάντηση στα προβλήματα που προέκυψαν από την πανδημία για τους εργαζόμενους. Στην πραγματικότητα, όπως τονίζει ο γνωστός δικηγόρος, πρόκειται για μέτρο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του πολύ μεγάλου κεφαλαίου.

 

Τη συνέντευξη πήρε ο Νίκος Γιαννόπουλος

Εκ πρώτης όψεως, το Συν-Εργασία δίνει την εντύπωση ενός προγράμματος που δημιουργήθηκε περισσότερο για τις ανάγκες των επιχειρήσεων και λιγότερο των εργαζόμενων. Ισχύει αυτό;
Η παραπάνω διαπίστωση είναι εν πολλοίς σωστή. Με βάση τις ρυθμίσεις του νόμου, προκύπτει ότι κάθε εργαζόμενος με μεικτές αποδοχές, που ξεπερνούν τα 800 ευρώ μηνιαίως, θα έχει από την ένταξή του στο πρόγραμμα μισθολογικές απώλειες κοντά στο -20% των καθαρών αποδοχών του. Αντιλαμβάνεστε φυσικά ότι μιλάμε για τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων, που για τουλάχιστον 4 μήνες, με ενδεχόμενο παράτασης, θα υποστούν μια σημαντική μείωση στις απολαβές τους. Από την άλλη πλευρά, οι επιχειρήσεις έχουν καθαρό μισθολογικό και μη μισθολογικό όφελος από το μηχανισμό, που αγγίζει το 40%. Προκύπτει, λοιπόν, μια ανισοβαρής κατανομή των συνεπειών της οικονομικής κρίσης, εις βάρος της μισθωτής εργασίας.
Επιπλέον, η επιλογή από πλευράς της κυβέρνησης να αφήσει απροστάτευτους από τις απολύσεις τους εργαζόμενους που δεν θα ενταχθούν στο Συν-Εργασία, μαρτυρά τη σαφή πρόθεση για μια βίαιη αναδιάταξη του εργατικού δυναμικού, σύμφωνα με την οποία οι πιο «ακριβοί» εργαζόμενοι θα μένουν εκτός πλαισίου, προκειμένου να απολύονται ευκολότερα. Αν στα ανωτέρω συνυπολογίσουμε και την παράταση για τις ασφαλιστικές και φορολογικές υποχρεώσεις που δόθηκε στις επιχειρήσεις, αναδεικνύεται μια μονομερής προσέγγιση που στρέφεται κατά της κοινωνικής πλειοψηφίας των εργαζομένων.

Διαβάζουμε, επίσης, στον Τύπο ότι ακόμα και οι επιχειρήσεις παρουσιάζονται απρόθυμες στο να μπουν στο πρόγραμμα. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Παρόλο που οι επιχειρήσεις έχουν σημαντικό όφελος από την ένταξη στο Συν-Εργασία, το πρόγραμμα είναι καταδικασμένο να αποτύχει. Αυτό οφείλεται σε πολύ συγκεκριμένες επιλογές, που έχουν να κάνουν με το συνολικό τρόπο διαχείρισης της κρίσης στην αγορά εργασίας από το αρμόδιο υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων. Αρχικά η κυβέρνηση, ενώ κατήργησε το άρθρο 9 από 20.3.2020 για το ΠΝΠ («Προσωπικό ασφαλούς λειτουργίας») -που προέβλεπε τη δυνατότητα του εργοδότη να καταβάλλει μισό μισθό, για μισό μήνα δουλειά, άνευ επιδότησης- στοχευμένα διατήρησε σε ισχύ τα μνημονικά εργαλεία ευελιξίας που ισχύουν από το 2010 (ν.3846/2020 και ν.3899/2010).Έτσι οι εργοδότες έχουν κίνητρο να καταφύγουν στις παλιές αυτές ρυθμίσεις που είναι λιγότερο γραφειοκρατικές και δίνουν τη δυνατότητα στην επιχείρηση να απασχολεί τον εργαζόμενο ακόμα και μία φορά την εβδομάδα. Γιατί, λοιπόν, μια επιχείρηση να επιλέξει να καταφύγει στο μηχανισμό, όταν μπορεί να προκαλέσει μείωση μισθού ακόμα και σε ποσοστό 80% (π.χ. με εκ περιτροπής εργασία μία ημέρα την εβδομάδα); Επιπλέον, οι επιχειρήσεις δεν επιθυμούν να δεσμευτούν για 4 μήνες, που ισχύει με το Συν-Εργασία (με το ενδεχόμενο παράτασης), με απαγόρευση απόλυσης των εργαζομένων. Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι νιώθουν την απουσία ρευστότητας από πλευράς κράτους και τραπεζών και προσπαθούν να μειώσουν τις ζημιές μειώνοντας το εργατικό κόστος. Σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης, η οικονομία κινείται με τη λογική του «να σώσουμε ό,τι μπορούμε». Η αδράνεια και η έλλειψη ολοκληρωμένου σχεδίου από πλευράς κυβέρνησης έχει δυστυχώς κοινωνικές επιπτώσεις που αγγίζουν και τους εργαζόμενους και τις επιχειρήσεις.

Στις μέχρι στιγμής παρεμβάσεις σου, εντόπισες και το πρόβλημα που προκύπτει με το επίδομα αδείας και το δώρο των Χριστουγέννων. Μπορείς να μας το αναλύσεις λίγο περισσότερο; 
Η κυβέρνηση έχει ήδη νομοθετήσει την περικοπή του δώρου Χριστουγέννων και του επιδόματος αδείας (ν.4690/2020). Σύμφωνα με το νόμο, η αναλογία των επιδομάτων αυτών καταβάλλεται όχι επί του ονομαστικού μισθού –όπως συνέβη με το δώρο Πάσχα- λίγους μήνες πριν, αλλά επί των μειωμένων κατά 20% καταβαλλόμενων αποδοχών. Αυτό σημαίνει ότι θα προκύψουν μειώσεις που θα ξεπεράσουν το 20% στο δώρο Χριστουγέννων και στο επίδομα αδείας. Αξίζει να σημειωθεί ότι στον ιδιωτικό τομέα είναι η πρώτη φορά τα τελευταία 70 έτη που «μπαίνει χέρι» στο δώρο! Παράλληλα, με πρόσφατη ΚΥΑ, η κυβέρνηση αφήνει ανοιχτό ερμηνευτικά το ενδεχόμενο ο εργοδότης να μην έχει την υποχρέωση να καταβάλλει το τμήμα των δώρων που αντιστοιχεί στις κατά 50% μειωμένες αποδοχές, αλλά αυτό να υπολογίζεται μόνο επί της οικονομικής ενίσχυσης του κράτους. Αν προκύψει μια τέτοια ερμηνεία, τότε θα προκύψουν μειώσεις στα επιδόματα που θα φτάσουν και το -70%! Δυστυχώς, πριν τις εκλογές ο πρωθυπουργός είχε δηλώσει ότι «δεν πιστεύει στο δώρο Χριστουγέννων», συνεπώς οι αποφάσεις αυτές δεν μπορούμε να πούμε τίποτα άλλο από το ό,τι φέρουν την υπογραφή του ιδίου.

Βασική προϋπόθεση συμμετοχής των επιχειρήσεων είναι κατά τη διάρκεια της πανδημίας να παρουσίασαν μείωση τουλάχιστον 20% του κύκλου εργασιών ΦΠΑ ή των ακαθάριστων εσόδων τους, σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια. Δεν σου φαίνεται χαμηλό το ποσοστό; Με μείωση κύκλου εργασιών 20% να δικαιούται μία επιχείρηση τέτοια προνόμια; 
Πράγματι, ο νόμος προβλέπει τη μείωση του κύκλου των εργασιών ή των εσόδων των επιχειρήσεων που δικαιούνται να ενταχθούν στο πρόγραμμα Συν-Εργασία κατά 20% τους προηγούμενους μήνες. Είναι μια προκλητική ρύθμιση, που αντικατοπτρίζει την ιδεολογική εμμονή των κυβερνώντων να φορτώσουν τα βάρη της κρίσης στους εργαζόμενους. Διότι υποτίθεται σε μια ελεύθερη οικονομία, οι οικονομικές ζημιές (και μάλιστα σε χαμηλό ποσοστό μόλις -20% του τζίρου) ανήκουν, θεωρητικά, στη σφαίρα του επιχειρηματικού κινδύνου. Αλήθεια γιατί να πληρώσουν οι εργαζόμενοι;
Όταν οι επιχειρήσεις αυτές είχαν κέρδη άνω του 20%, αυτά μοιράστηκαν στους εργαζόμενους; Επιπλέον, όποιος έχει στοιχειώδεις οικονομικές γνώσεις ξέρει ότι είναι εξαιρετικά απλό, για ένα μέσο λογιστή, να εμφανίσει «εικονικές ζημιές» σε μια οικονομική χρήση. Άρα, θα υπάρξουν και κερδοφόρες επιχειρήσεις που θα επωφεληθούν και θα εκμεταλλευτούν τη συγκυρία για να κερδοσκοπήσουν εις βάρος των εργαζομένων. Επιπλέον, οι επιχειρήσεις αυτές ήδη απολαμβάνουν άλλα οφέλη (ασφαλιστικές και φορολογικές ελαφρύνσεις, ευκολότερο δανεισμό κλπ). Είναι κοινωνικά δίκαιο να συνεισφέρουν και αυτές με τις δικές τους δυνάμεις, ισομερώς, στην κρίσιμη αυτή συγκυρία. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με τη θέσπιση κοινωνικών ρητρών απασχόλησης. Για παράδειγμα, οι επιχειρήσεις που έχουν λάβει από την αρχή της κρίσης παρόμοια προνόμια, θα έπρεπε να δεσμεύονται με απαγόρευση απολύσεων όχι μόνο για το επίμαχο διάστημα, αλλά και για μερικούς μήνες μετά, μέχρι δηλαδή να επανέλθει στοιχειωδώς η οικονομία σε μια «ομαλότητα».

Πώς θα έκρινες συνολικότερα τις απαντήσεις που έδωσε το υπουργείο Εργασίας στα προβλήματα που δημιούργησε η πανδημία και τι θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά;
Αν μπορούσα να περιγράψω με λίγες λέξεις τη συνολική διαχείριση του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, θα έλεγα ότι χαρακτηρίζεται από αδράνεια, από έλλειψη συνολικού, συνεκτικού σχεδίου και από μια σαφή και φορτισμένη ιδεολογικά πρόθεση, να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων. Και αυτό προκύπτει και από τις ρυθμίσεις που εισήγαγε η κυβέρνηση μέσω των ΠΝΠ (αναστολές συμβάσεων, εκ περιτροπής εργασία, αδρανοποίηση ΣΕΠΕ, αναστολή αναγραφής υπερωριών κλπ) και από τη διάθεση που περιγράψαμε προηγουμένως, να ενισχυθεί η επιχειρηματικότητα εις βάρος του κόσμου της δουλειάς. Αντίθετα, αυτό που έπρεπε να κάνει η κυβέρνηση, είναι αυτό που πρόσφατα προέτρεψε ακόμα και η επικεφαλής του ΔΝΤ, κ.Γκεοργκίεβα, να πράξουν οι κυβερνήσεις, δηλαδή να ρίξουν γρήγορα, όσο πιο πολλά χρήματα μπορούν, στην αγορά. Η κυβέρνηση δεν το έπραξε, κινήθηκε φοβικά και καθυστερημένα και φοβάμαι ότι τους επόμενους μήνες θα ζήσουμε τις οικονομικές και δημοσιονομικές συνέπειες μιας ύφεσης, που σε μεγάλο ποσοστό θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.

Τι ισχύει για την υπόλοιπη Ευρώπη σε ανάλογες κυβερνητικές παρεμβάσεις για την εργασία; 
Οι υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, ακόμα και εκείνες που έχουν φιλελεύθερες κυβερνήσεις, τήρησαν τους στοιχειώδεις κανόνες της οικονομικής επιστήμης. Η Γαλλία, για παράδειγμα, προχώρησε στην καταβολή του 100% του μισθού των εργαζομένων από το κράτος, με ανώτατο πλαφόν το 4,5 Χ του κατώτατου μισθού, για τις επιχειρήσεις που διακόπτουν πλήρως την οικονομική τους δραστηριότητα. Χώρες, όπως η Ισπανία και η Μεγάλη Βρετανία ή η Πορτογαλία, προχώρησαν σε αναπλήρωση των μισθών των εργαζομένων από το 70% έως και το 100%. Παράλληλα, θέσπισαν έκτακτους μηχανισμούς αναπλήρωσης εισοδήματος για τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού (επισφαλείς εργαζόμενους, άνεργους κλπ), ενώ απαγόρευσαν τις απολύσεις και τις μετατροπές συμβάσεων στην προσπάθεια τους, να ελέγξουν τη γενίκευση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης. Επίσης είναι ενδεικτικό ότι πολλές χώρες δαπάνησαν πολλαπλάσιο ποσοστό του ΑΕΠ τους για τη στήριξη των εργαζομένων και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε σύγκριση με την Ελλάδα. Η Ιταλία προχώρησε στη χορήγηση έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης στους ανεξάρτητους επαγγελματίες ύψους 600 ευρώ αφορολογήτων, ενώ δημιούργησε και ειδικό ταμείο με 300 εκατ. ευρώ για τη χορήγηση του άνω επιδόματος και σε όσους δεν υπάγονται στην παραπάνω ενίσχυση. Ακόμα πιο σημαντικό, όλα τα παραπάνω έγιναν σε συνεννόηση, ή έστω σε συζήτηση (συλλογικές συμφωνίες), με τα συνδικάτα και τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους των εργαζομένων και των επιχειρήσεων. Αντίθετα, στην Ελλάδα η νομοθέτηση μέσω Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου άγγιξε τα όρια της συνταγματικής εκτροπής. Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι η κυβέρνηση γύρισε το διακόπτη και μας πήγε πίσω στο 2014. Θυμήθηκε τις αποτυχημένες πρακτικές του ΔΝΤ και ακόμα και σήμερα προσπαθεί να αντιμετωπίσει μια όχι συστημική κρίση, με εργαλεία ακραίας υποτίμησης της εργασίας. Τα αποτελέσματα της διαχείρισης αυτής θα είναι παρόμοια με αυτά που ζήσαμε την περίοδο 2010-2014 και συνοψίζονται σε τρεις λέξεις: ύφεση, λιτότητα και ανεργία.