Το τέλος της προσμονής

Αντόνιο ντι Μπενεντέτο «Σάμα» (μτφ. Άννα Βερροιοπούλου, εκδ. Καστανιώτη, 2018)

Εξήντα δύο χρόνια μετά από την πρώτη του κυκλοφορία, στην Αργεντινή, μεταφράζεται επιτέλους και στα ελληνικά ένα από τα πιο σημαντικά μυθιστορήματα της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, το Σάμα, του Αντόνιο ντι Μπενεντέτο. Βέβαια, όπως και στην περίπτωση του Μπολάνιο, η μετάφραση του βιβλίου στα αγγλικά, το 2016, και η ομοβροντία των εγκωμίων που την ακολούθησε (από τα σπουδαιότερα λογοτεχνικά έντυπα και από κριτικούς και συγγραφείς, μεταξύ των οποίων, για παράδειγμα, ο Τζ. Μ. Κούτσι) συνέβαλαν καθοριστικά στο να ανακαλυφθεί ξανά αυτό το «καλά κρυμμένο μυστικό» της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας. Και αυτό ακόμα, βέβαια, δεν ήταν εντελώς απλό: όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα El Pais, η μεταφράστρια του βιβλίου στα αγγλικά έχει εκμυστηρευτεί ότι η μετάφραση ήταν έτοιμη πάνω από πέντε χρόνια, αλλά ο εκδοτικός οίκος περίμενε να προβληθεί πρώτα η κινηματογραφική ταινία που βασίζεται στο μυθιστόρημα, γεγονός που συνέβη το 2016.

Το έργο του Ντι Μπενεντέτο το έχουν εγκωμιάσει συγγραφείς όπως ο Μπόρχες, ο Μπολάνιο, ο Πίλια ή ο Χουάν Χοσέ Σαέρ. Ωστόσο, ο θαυμασμός εκ μέρους των ομοτέχνων του δεν συνεπαγόταν πάντα την ίδια αναγνώριση από το ευρύ αναγνωστικό κοινό για τον Ντι Μπενεντέτο. Μεταξύ άλλων λόγων, όπως γράφει στο πολύ κατατοπιστικό επίμετρό της η μεταφράστρια του βιβλίου, «η επιλογή του να ζήσει και να γράψει εκεί [στη γενέτειρά του, Μεντόσα], μακριά από το μεγάλο πνευματικό και λογοτεχνικό κέντρο της Νοτίου Αμερικής, το Μπουένος Άιρες» την εποχή του μεγάλου λατινοαμερικάνικου μπουμ καθόρισε τη συγγραφική του καριέρα, ενώ άφησε και το σημάδι της στη γραφή και το έργο του Ντι Μπενεντέτο. Το βάλτωμα της αργεντίνικης επαρχίας αντικατοπτρίζεται διαρκώς στις σελίδες του Σάμα.

Βουλιάζοντας στην προσμονή

Το μυθιστόρημα είναι τοποθετημένο στην αποικιακή Λατινική Αμερική, την εποχή της ισπανικής Αντιβασιλείας του Ρίο ντε λα Πλάτα (μιας τεράστιας έκτασης που περιλάμβανε τις περιοχές που είναι σήμερα η Αργεντινή, η Ουρουγουάη, η Παραγουάη, η Βολιβία). Η πλοκή εκτυλίσσεται κάπου στα απώτατα σύνορα, στα απειλητικά όρια της λευκής κυριαρχίας, ίσως στην Παραγουάη όπως συνάγεται αν και ουδέποτε αναφέρεται ρητά. Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τρία κεφάλαια, σε τρεις χρονικές στιγμές (1790, 1794, 1799), περιγράφοντας μέσα από έναν ευθύγραμμο μονόλογο μια δεκαετία της ζωής του πρωταγωνιστή του, δον Ντιέγο ντε Σάμα.
Ο Σάμα είναι αξιωματούχος του ισπανικού στέμματος σε μια κρίσιμη εποχή, τότε που ανάμεσα στους κρεολούς, τους «Αμερικανούς» (τους γεννημένους στην Αμερική λευκούς απογόνους των Ισπανών), αρχίζει να κυριαρχεί η δυσαρέσκεια και η εχθρότητα, τελικά, απέναντι στην Ισπανία, γεγονός που θα οδηγήσει μετά από λίγα χρόνια στην αλυσίδα των πολέμων της ανεξαρτησίας των χωρών αυτών και στη δημιουργία των νέων κρατών. Εκείνη την εποχή, μάλιστα, ένα διάταγμα του Ισπανού βασιλιά ανέθετε όλα τα αξιώματα σε Ισπανούς, καθαιρώντας και υποβιβάζοντας όσους κρεολούς τα κατείχαν μέχρι τότε.

Διαψεύσεις που σημαδεύουν

Μια τέτοια περίπτωση, λοιπόν, είναι ο δον Ντιέγο ντε Σάμα, ο οποίος με τον τρόπο αυτό υποβιβάζεται στη δεύτερη θέση της ιεραρχίας στην περιοχή όπου μέχρι πρότινος εκπροσωπούσε το ισπανικό στέμμα. Τότε αρχίζει να φουντώνει μέσα του η ελπίδα για μετάθεση, για επιστροφή σε κάποιο πιο κεντρικό μέρος της αποικίας, όπου μάλιστα ζει και η σύζυγός του. Η μοναξιά γίνεται πνιγηρή, η σεξουαλική στέρηση μετατρέπεται σε μαρτύριο, όσο και αν ο Σάμα ζει «οχυρωμένος με ένα είδος προκαταβολικής παραίτησης». Ωστόσο η πολυπόθητη μετάθεση δεν έρχεται ποτέ, οι υποσχέσεις αποδεικνύονται όλες ψεύτικες, οι ελπίδες διαψεύδονται, οι διαψεύσεις σημαδεύουν («έφερα ήδη πάνω μου τα σημάδια από χιλιοειπωμένες υποσχέσεις»), οι διαμεσολαβήσεις παίρνουν χαρακτηριστικά κυνισμού («Η Αυτού Μεγαλειότης ποτέ δεν εξετάζει παρόμοια αιτήματα την πρώτη φορά. Έπειτα από ένα δυο χρόνια το ξαναστέλνουμε», λέει ο κυβερνήτης στον Σάμα, μιλώντας για ένα ακόμα αίτημα μετάθεσης και ενώ έχουν ήδη περάσει πέντε με έξι χρόνια από την άφιξή του). Ο Σάμα σιγά-σιγά παύει να ζει στο παρόν του και βουλιάζει στην προσμονή ενός μέλλοντος που δεν θα έρθει ποτέ, συνειδητοποιώντας λίγο-λίγο πως «αυτό που χρειαζόμουν ήταν να δραπετεύσω για λίγο από τον εαυτό μου».
Καθώς τα χρόνια περνούν και η αποικιακή κοινωνία γύρω του αλλάζει («Η πόλη ήταν κάπως διαφορετική. Η κοινωνία της δεν ήταν πια μία και η πλειάδα των διαφορετικών ομάδων της αρεσκόταν σε μια μικρή ανταρσία απέναντι στους αξιωματούχους»), η προσμονή του Σάμα μετατρέπεται σταδιακά σε αποδοχή, σε ήττα και παραίτηση, σε μια κρίση ταυτότητας που γίνεται βαθιά υπαρξιακή καθώς ο Σάμα βουλιάζει σε έναν σχεδόν εκούσιο βάλτο και μοιάζει να προκαλεί ο ίδιος την έκβαση που θα τον απελευθέρωνε για πάντα από αυτόν τον σχεδόν παραισθητικό εφιάλτη.

Ταυτότητα, διεκδίκηση και εγκατάλειψη

Ο Σάμα είναι ένας άνθρωπος στον οποίο η διάψευση, η απογοήτευση και η εγκατάλειψη μετατρέπονται σε έναν εκμηδενισμό της όποιας προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας έχει προσπαθήσει με κόπο να δημιουργήσει. Σε έναν εκμηδενισμό του ίδιου του τού εαυτού («Εγώ, καταμεσής μιας ολόκληρης ηπείρου, αόρατης στα μάτια μου, παρότι την ένιωθα ολόγυρά μου σαν έναν έρημο παράδεισο, αχανή για τα πόδια τα δικά μου. Η Αμερική δεν υπήρχε παρά μόνο για μένα, υπήρχε όμως μόνο στις ανάγκες μου, στις επιθυμίες και στους φόβους μου»).
Ο Ντι Μπενεντέτο, με ύφος λακωνικό, «δημοσιογραφικό» κάποιες στιγμές, και με εξαιρετική οικονομία, γράφει ένα πολύ ιδιαίτερο κείμενο που με τη χαμηλή του ένταση αποτυπώνει με τον πιο λιτό –σχεδόν ουδέτερο, μερικές φορές– τρόπο έναν σκοτεινό κόσμο. Από την πρώτη πρώτη σελίδα του βιβλίου εισβάλλουν στην αφήγηση, βίαια σχεδόν, κάποιοι ισχυροί συμβολισμοί: η εικόνα της νεκρής μαϊμούς που λικνίζεται στο ποτάμι χωρίς όμως να παρασύρεται από το ρεύμα και μένει εκεί, «έτοιμη να φύγει, χωρίς να φεύγει», προϊδεάζει για το μέλλον του αφηγητή, ενώ παρακολουθούμε διαρκώς τους ολισθηρούς ψυχολογικούς δαιδάλους στους οποίους κινείται ο πρωταγωνιστής (και όχι μόνον αυτός). Το «δεν είχα νιώσει τίποτα» που προφέρει ο Σάμα μπροστά στην εικόνα του πιθανού θανάτου ηχεί σχεδόν σαν να βγαίνει από τα χείλη του Μερσώ (σε άλλο του βιβλίο ο Ντι Μπενεντέτο έχει χρησιμοποιήσει για μότο λόγια του Καμύ), ενώ το τελευταίο μέρος και η απειλητική διείσδυση στον άγνωστο κόσμο είναι μια πραγματική καταβύθιση στην καρδιά του σκότους.
Θαρραλέος δημοσιογράφος, ο Ντι Μπενεντέτο, χωρίς ποτέ να είναι αριστερός, συνελήφθη μόλις λίγες ώρες μετά την επιβολή της δικτατορίας του Βιντέλα, το 1976. Έμεινε στη φυλακή δεκαοκτώ μήνες, βασανίστηκε και αφέθηκε ελεύθερος μόνο μετά από διεθνή πίεση στην οποία πρωταγωνίστησε, μεταξύ άλλων, ο Χάινριχ Μπελ. Το Σάμα αποτελεί μέρος της άτυπης «τριλογία της προσμονής», στην οποία ανήκουν και Οι αυτόχειρες, βιβλίο που επίσης έχει εκδοθεί στα ελληνικά (εκδ. Απόπειρα), μεταφρασμένο από την ίδια μεταφράστρια.

Κώστας Αθανασίου