Το τραύμα και η φάρσα της παιδικής ηλικίας

Το γάλα Μαγνησίας είναι γνωστό ως καθαρτικό. Στην εκπληκτική φωτογραφία του σπουδαίου Βολιώτη φωτογράφου Δημήτρη Λέτσιου, που κοσμεί το εξώφυλλο του ομώνυμου, νέου μυθιστορήματος του Κώστα Ακρίβου (που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο), απεικονίζονται παιδιά σχολείου αρρένων να πίνουν γάλα υποχρεωτικά και μαζικά.
Βέβαια το γάλα Μαγνησίας θα έπρεπε να λέγεται γάλα Μαγνησίου, και μόνο ως παραφθορά δικαιολογείται η λανθασμένη ονομασία του. Σημασία δεν έχει όμως πάντα ποια είναι η αλήθεια αλλά ποια νομίζουμε εμείς ότι είναι η αλήθεια, οπότε με τον τίτλο αυτό ο -επίσης- Βολιώτης συγγραφέας πετυχαίνει διάνα. Όχι μόνο μας λέει ότι η αλήθεια είναι εντελώς σχετική, αλλά παραπέμπει και σε μια μη κυριολεκτική έννοια της κάθαρσης, στην κάθαρση της μνήμης και του εαυτού, που συμβολικά θα ανατρέψει, μάλιστα, την εικόνα που δίνει το γάλα ως προς την παιδική αθωότητα.

 

Γιατί το μυθιστόρημα του Κώστα Ακρίβου είναι ακριβώς αυτό: περιγράφει τη μη αθώα -όπως αργότερα αποδεικνύεται- ζωή τεσσάρων εφήβων που φοιτούν στο εκκλησιαστικό οικοτροφείο του Βόλου στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Εκεί που φοίτησε δηλαδή και ο ίδιος ο συγγραφέας, από το 1970 μέχρι το 1976 περίπου. Πρόκειται για τέσσερις μικρούς σατανάδες σε ένα περιβάλλον φανατικά χριστιανικό, οι οποίοι συνδέονται με στενή φιλία έχοντας δημιουργήσει μια μικρή «συμμορία» στο πλαίσιο ενός πολύ συντηρητικού σχολείου. Μεταξύ τους έχουν δώσει παρατσούκλια ο ένας στον άλλον, ο ένας είναι ο Μπράσκας, από το ψάρι που λέγεται μπράσκα (επειδή έχει πεταχτά μάτια αλλά και πατέρα ψαρά), ο άλλος Μικ, επειδή είχε ίνδαλμα τον Μικ Τζάγκερ (αλλά του μοιάζει κιόλας), ο τρίτος Αχιλλάκος (επειδή είναι κοντός) και ο τέταρτος, ο αφηγητής, είναι ο Ζερβής, επειδή γράφει και κλωστάει με το αριστερό.
Οι τέσσερις αυτοί θα θεωρηθούν ύποπτοι -χωρίς όμως να προκύψει κάτι εναντίον τους εν τέλει- για τον πνιγμό ενός αντιπαθητικού συμμαθητή τους, του οποίου το πτώμα βρέθηκε τουμπανιασμένο κοντά στο νησάκι του Παγασητικού, Αλατάς. Το ποια ήταν ακριβώς η ανάμιξή τους στον θάνατο αυτό θα αποτελέσει ένα στοιχείο θρίλερ του βιβλίου που θα κρατήσει και ένα είδος σασπένς μέχρι το τέλος, παρά το γεγονός ότι αυτό που ενδιαφέρει εδώ τον συγγραφέα δεν είναι τόσο το τι ακριβώς έγινε όσο το ποια παιχνίδια παίζει η μνήμη στους ανθρώπους, όσο μεγαλώνουν. Η «αλήθεια» θα αποκαλυφθεί λοιπόν στο μικρό τελευταίο μέρος του βιβλίου, όταν η δράση μεταφέρεται στο σήμερα και οι τέσσερις νεαροί κολλητοί μετατρέπονται σε τέσσερις ενήλικες, ξένους μεταξύ τους. Οι οποίοι φέρουν σοβαρά τραύματα από το παρελθόν, μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά, καθώς ο αδελφός του πνιγμένου τους θεώρησε ενόχους και έβγαλε καραμπίνα.

Μυθιστόρημα με πολλά επίπεδα

Το μυθιστόρημα κινείται σε πολλά επίπεδα. Αθωότητα και ενοχή, ιδίως στο πλαίσιο της νεαρής ηλικίας, μνήμη (ή παραποίηση μνήμης) και λήθη, επίσης αίτημα ελευθερίας και μαύρη αντίδραση είναι μερικά από τα ζεύγη που πραγματεύεται ο συγγραφέας. Η περιγραφή της φτώχειας, της ανέχειας, σε αντιπαραβολή με την άνεση των λίγων, είναι επίσης εντυπωσιακή. Σε ένα επιπλέον βαθύ επίπεδο, το ζεύγος ελευθερία-ασυδοσία τον απασχολεί επίσης, μαζί με ένα προβληματισμό για το τι κάνει κάποιους νεαρούς ανθρώπους να είναι τόσο ανεύθυνα, και ταυτόχρονα τόσο ωραία, ανέμελοι, χωρίς ενοχές και αντιστάσεις, χωρίς ηθικά φρένα. Και τι είναι αυτό που κάνει αργότερα τους ίδιους αυτούς ανθρώπους τόσο άοπλους απέναντι στις απαιτήσεις του εαυτού, τόσο ανίκανους να ξεπεράσουν το τραύμα και να προχωρήσουν.
Σε ένα πρώτο επίπεδο, πάντως, το μυθιστόρημα διαβάζεται εύκολα, απνευστί όπως λένε, και μάλιστα εντελώς ψυχαγωγικά. Οι περιπέτειες των τεσσάρων μαθητών και οι σκανδαλιές τους είναι συνεχείς, το περιβάλλον ιδιαίτερα διασκεδαστικό για τον αναγνώστη και οι χαρακτήρες του βιβλίου έντονοι και απόλυτα πειστικοί. Το σχολείο αυτό είναι το απολίθωμα του παλιού, χουντικού και προχουντικού κόσμου που καταρρέει, είναι ταυτόχρονα προμαχώνας και καρικατούρα του. Ο εθνικόφρων γυμνασιάρχης σε ρόλο «μπουλντόγκ» (που είναι και το παρατσούκλι που του έδωσαν οι μαθητές) του φιλοχουντικού συστήματος, ο κακόβουλος νεαρός διάκος σε ρόλο κέρβερου της εκκλησίας, η φιλόλογος με το παρατσούκλι Μοζαμβίκη, γλωσσαμύντωρ και υπερσυντηρητική αλλά και οι μαθητές που, ένας προς έναν έχουν χαρακτήρα, αδυναμίες, εκτροπές. Τίποτα δεν ωραιοποιείται, όλα περιγράφονται όπως γίνονται και όπως είναι, χωρίς καμία κριτική, σε απλή -αλλά όχι φτωχή- γλώσσα, μαθητική.
Κάπου εκεί εισέρχεται και το πρόσωπο του νέου δεσπότη, που το 1974 έχει μόλις ανακηρυχθεί σε Μητροπολίτη Δημητριάδος. Δεν αναφέρεται με το όνομά του, αλλά είναι ο Χριστόδουλος. Περιγράφεται ως αυτό που ήταν τότε και που δεν διαφέρει και πολύ από αυτό στο οποίο εξελίχθηκε. Ιδιαίτερα δημοφιλής, θεωρητικά φορέας μιας νέας εκκλησιαστικής συμπεριφοράς, πιο κοντά στον πιστό και στον νέο, με ανέκδοτα και δώρα, πρακτικά όμως θιασώτης παλιών αντιλήψεων που προσπαθούσε να διαδώσει με νέα μέσα. Το «άλλο» πρόσωπο της εκκλησίας παρουσιάζεται μόνο μέσα από τον ιεράρχη Θεόκλητο, που αντικαθιστά για λίγο τον σε αναρρωτική ευρισκόμενο γυμνασιάρχη.

Η δεκαετία του ’70 στα χέρια ενός επιδέξιου συγγραφέα

Το Εκκλησιαστικό Λύκειο, Καρτάλη και Αναλήψεως, στο κέντρο του Βόλου. Σήμερα είναι μέγκαστορ ηλεκτρονικών ειδών.

Με αυτά και με εκείνα διαπιστώνει κανείς ότι ακόμα και μια άνυδρη θεωρητικά δεκαετία, όπως αυτή του ’70, μπορεί μια χαρά να γίνει θέατρο ενός θαυμάσιου μυθιστορηματικού καμβά και να αποκτήσει ακόμα και μυθικά στοιχεία, στα χέρια ενός επιδέξιου συγγραφέα. Το «Γάλα Μαγνησίας», που φέρνει στο νου και τις «Αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες» του Ρόμπερτ Μούζιλ (Πατάκης, 2001), είναι οπωσδήποτε από τα καλύτερα βιβλία του Κώστα Ακρίβου, προϊόν συγγραφικής ωριμότητας σε όλα τα επίπεδα. Ο συγγραφέας ξέρει τι θέλει από το βιβλίο του και το πετυχαίνει αβίαστα. Πρόκειται για πλήρες μυθιστόρημα, χωρίς χάσματα, χωρίς κοιλιές, δεν απομακρύνει ποτέ τον αναγνώστη, κινείται σε πολλά παράλληλα επίπεδα, μιλάει για τη νεότητα και ταυτόχρονα χαρτογραφεί μια συγκεκριμένη κοινωνία σε μια συγκεκριμένη εποχή, περιγραφές και χαρακτήρες δεν μπάζουν από πουθενά, προσφέρει αναγνωστική απόλαυση. Το μόνο σημείο στο οποίο θα μπορούσε κανείς να βάλει ένα ερωτηματικό είναι αν το δεύτερο μέρος, αυτό της ενήλικης ζωής, δεν είναι υπερβολικά μικρό για να δώσει στο κατάλληλο βάθος τους περί μνήμης προβληματισμούς, ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, αυτό δεν προδίδει το σύνολο ούτε απογοητεύει τον αναγνώστη. Έχει ούτως ή άλλως το πλεονέκτημα, ακριβώς λόγω της συντομίας του, να κάνει εκκωφαντικότερη την αντίθεση ανάμεσα στις δύο εποχές των χαρακτήρων. Μάλιστα, μέσα σε αυτή την απόλυτη αντίθεση, ο συγγραφέας μοιάζει να θέλει να κρατήσει και μια πισινή, πράγμα που επίσης έχει τη σημασία και τη γοητεία του καθώς, παρά την απόλυτη αλλαγή των ανθρώπων, μερικές παιδικές συμπεριφορές προλαβαίνουν να αναδυθούν ξανά από τα βάθη της ενηλικίωσης. Είναι σαν ο Κώστας Ακρίβος να θέλει να πει με αυτό ότι η παιδική ηλικία κρύβεται πάντα κάπου μέσα σε όλους μας επιμελώς, συνήθως βέβαια ως τραύμα, ενδεχομένως όμως και ως φάρσα.

Μανώλης Πιμπλής