Το βουβό και το αταίριαστο

Συνέντευξη με την Πόλυ Χατζημανωλάκη, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου της,«Βωβόν ξύλον»

404943

Ανορθόδοξη διαδρομή χαρακτηρίζει η Πόλυ Χατζημανωλάκη την ανάγνωσή της στο έργο του Παπαδιαμάντη, που την ξεκίνησε από την πρώτη εφηβεία και την συνέχισε αργότερα χωρίς πρόγραμμα από τόμο σε τόμο, δημιουργώντας παραστάσεις, εικόνες και συνειρμούς, μέχρι τη στιγμή που με το πλήρωμα του χρόνου θα έπιανε το νήμα αλλιώς. Το βιβλίο [Πόλυ Χατζημανωλάκη, «Βωβόν ξύλον», εκδόσεις Εύμαρος, Αθήνα, 2018] το οποίο αποτελείται από ετερόκλητα, με έντονη την προσωπική «μεροληπτική» ματιά, κείμενα, μια «νήσος των θησαυρών» εντός της, όπως γράφει στην αρχή, είναι αφιερωμένο, διαβάζουμε στην προμετωπίδα, «στην αγαπημένη μνήμη της Βιρτζίνια Γουλφ, μαζί της έξω από τη βιβλιοθήκη». Γιατί, την ρωτώ: «Θέλω να την τιμήσω και με συγκινεί ακόμα η προσπάθεια της να μιλήσει πρακτικά, με διαύγεια, για το μοτίβο αυτών που είναι “εκτός”: των «Αταίριαστων», τη γυναίκα – ερευνήτρια στη δική της περίπτωση, αλλά και τη δική μου, που είναι έξω από σύστημα, και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στην προσπάθεια της να δημιουργήσει». Αυτή η λέξη, «η αταίριαστη» θα είναι το δικό μας αφηγηματικό νήμα να περιηγηθούμε σε ελάχιστα από τα πολλά, γοητευτικά, κείμενα του βιβλίου.

Τη συνέντευξη πήρε η Σοφία Ξυγκάκη

Το αταίριαστο ήδη εμπεριέχεται στον τίτλο του βιβλίου σου που προέρχεται από το διήγημα του Παπαδιαμάντη «Το γιαλόξυλο». Το βωβόν ξύλον εκεί είναι ένα κομμάτι ξύλο που αποσπάστηκε από ένα σκάφος στη διάρκεια ενός ναυαγίου.
H έκφραση «Βωβόν» χρησιμοποιείται στη Σκιαθίτικη ιδιόλεκτο, για να δηλώσει μεταφορικά το αταίριαστο, το κοντύτερο ή μακρύτερο, το κουτσό, το ακατέργαστο, το διαφορετικό. Έχει σχέση με τη ναυπηγική: για παράδειγμα, στο διήγημα «Ολόγυρα στη λίμνη» βρίσκουμε δυο «βουβά» ξύλα σε ένα ναυπηγείο που ξεχωρίζουν γιατί δεν συναρμόζονται, και στα «Δυο κούτσουρα» ένα «βουβό» που πρέπει να μεταφέρει κάποιος, κατά σύμπτωση βαρήκοος και ζερβοχέρης, το οποίο θα του στοιχίσει τελικά τη ζωή. Αυτό το «αταίριαστο» ξύλο αναδεικνύεται στον τίτλο του βιβλίου μου ως σύμβολο της ετερότητας, όπως το συνάντησα κατά την περιδιάβασή μου στο παπαδιαμαντικό έργο. Στο «Γυαλόξυλο», όμως, το βουβό ξύλο που ξέβρασε το ναυάγιο εκφράζει και τη βωβότητα, την αδυναμία ομιλίας και επικοινωνίας. Το βουβό ξύλο έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της ζωής του, η θάλασσα το έχει ξεπλύνει, το έχει λειάνει, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί πλέον, έχει σωρεύσει ιστορίες και εμπειρίες για να τις αφηγηθεί, χωρίς φωνή.
Δύο θεματικά μοτίβα, η βωβότητα και η ετερότητα, συναντιούνται σε αυτό το σύμβολο. Κεντρικά μοτίβα που αναδύθηκαν κατά τη διάρκεια των παπαδιαμαντικών αναγνώσεων μου: Η ετερότητα, δηλαδή οι άνθρωποι που δεν ταιριάζουν με τον περίγυρο, γιατί είναι πιο αδύναμοι, γιατί έχουν ένα σωματικό ελάττωμα, μια πνευματική καθυστέρηση, μια δυσκολία στην ομιλία ή είναι διαφορετικοί από την κοινότητα. Και η βωβότητα, η ψυχική ή κοινωνική αποδυνάμωση που εκφράζεται με αυτόν τον τρόπο, η μάχη του ήρωα, της ηρωίδας πιο συχνά, να αντεπεξέλθει.

Αυτά τα μοτίβα, η βωβότητα και η ετερότητα, αποδίδονται με τρομακτικά, υπερβατικά στοιχεία. Επειδή ο Παπαδιαμάντης υπήρξε και μεταφραστής σημαντικών έργων της αγγλικής και της γαλλικής λογοτεχνίας, τι επιρροές διακρίνεις εσύ από εκεί;

Το υπερβατικό, το gothic, το έχω συναντήσει όντως στον Παπαδιαμάντη και ομολογώ ότι κάποιες σκηνές ονείρων ή ονειρικής μετάβασης προς το θάνατο γυναικών μού θύμισαν, σαν αίσθηση όμως, τον Πόε: Στην αφήγηση, ας πούμε, του ονείρου της Σεραϊνιώς, στο «Άγια και αποθαμένα», όταν σε αυτή δόθηκαν κατά λάθος τα αποθαμένα κόλλυβα, αντί για τα εορταστικά, να τα φάει για να δει ποιον θα παντρευτεί, κι αυτή βλέπει οπτασίες, πρόσωπα νεκρών κοριτσιών χωρίς να αναγνωρίσει τον εαυτό της ανάμεσα τους. Ή στη «Φόνισσα», το μαύρο σημάδι στο χέρι, στο όνειρο της Αμέρσας ή στα όνειρα της Χαδούλας, τα πρόσωπα των νεκρών κοριτσιών, οι εικόνες με τις λαχανίδες που ξεριζώνονται και μετατρέπονται σε κεφαλάκια μωρών, νεκρά μωρά που ζητούν από αυτήν να τα αγκαλιάσει και να τα φιλήσει.

Στη «Θητεία της πενθεράς», η χήρα πενθερά, στην υπηρεσία του γαμπρού της και «συνάμα κηπουρός, ορνιθοτρόφος, ονηλάτης» και πολλά άλλα, συγχρόνως παραμάνα επτά παιδιών, εύχεται να μην είχε γεννηθεί ποτέ. Επίσης στη «Φόνισσα», όπως στη «Στρίγλα μάννα», μεταξύ άλλων, οι στρίγγλες του Παπαδιαμάντη δεν δέχονται αυτήν τη μοίρα των γυναικών.
Η στριγλιά είναι μια παραμόρφωση του χαρακτήρα, μια γκροτέσκα εκδοχή του «κακού», έτσι την αντιλαμβάνεται και την ορίζει αρχικά ο Α. Παπαδιαμάντης. Ο γυναικείος χαρακτήρας δηλαδή που δεν αποδέχεται τη μοίρα του, αλλά δεν εξεγείρεται για να ξεφύγει ή για να την αλλάξει, ούτε υποκύπτει σε αυτήν, αλλά την ενσωματώνει, δηλητηριάζεται και δηλητηριάζει, καταριέται, μεμψιμοιρεί, και στο τέλος εύχεται το κακό των άλλων, απεργάζεται δηλαδή εκδικητικά σχέδια. Ο παραπάνω προσδιορισμός προκύπτει από τη δική μου ανάγνωση του φαινομένου και τη σύγκριση των χαρακτήρων και των εκδοχών του πεπρωμένου τους. Υπάρχουν και οι γυναίκες που δεν δέχονται τη μοίρα τους αλλά διαφεύγουν χωρίς να γίνονται στρίγγλες, καθώς και οι γυναίκες που αποδέχονται τη μοίρα τους κι έτσι υποκύπτουν και εκμηδενίζονται. Σύμφωνα με τον «ορισμό» του Παπαδιαμάντη:  Διά τους άνδρας, τούτο το αίσθημα καλείται, εις τας ημέρας μας, με ξενικό όνομα, «μιζέρια». Διά τας γυναίκας, και πρώην και νυν, προσλαμβάνει τραγικωτέρας διαστάσεις, και ονομάζεται «στριγλιά». Ω! πόσας τώ όντι είδα τοιαύτας γυναίκας είς τήν ζωήν μου!
Υπάρχει δηλαδή μια απόκλιση από την καλόγνωμη γυναικεία ιδιότητα, η οποία θα έπρεπε να περιλαμβάνει την κλίση προς τη νοικοκυροσύνη και τη φροντίδα των παιδιών, την αποδοχή της μοίρας που ο Παπαδιαμάντης την περιγράφει ως «Στριγλιά».

Είναι εξαιρετική η διατύπωσή του γιατί εμπεριέχει σαφώς τη διάκριση ανδρών γυναικών – με σημερινούς όρους είναι έμφυλη παρατήρηση. Στη «Στρίγλα μάννα», ας πούμε, η μάνα του Ζάχου του κρύβει το μπουζούκι για να μη μπορεί να παίξει αλλά έχει περιγραφεί ήδη η ζωή της ως χήρα.
Βέβαια, και δεν είναι μόνο αυτή. Παραδείγματα τέτοιων χαρακτήρων είναι η Μπεκιοΐνα στα «Δύο κούτσουρα», μια φριχτή σαν τέρας γραία που κάθεται έξω από τη φωλιά της και καταριέται, η Εφταλουτρού με το όνομα, τη μορφή και τις ιδιότητες της δηλητηριώδους αράχνης στη «Γυφτοπούλα», η Δελχαρώ, η μάνα της Φραγκογιαννούς, που είναι και μάγισσα. Πρόκειται για γυναίκες που δυσφορούν με τη φύση και με το ρόλο τους, και που εκδηλώνουν τα τεράστια αποθέματα της δυσανεξίας τους με οργή και με κατάρες προς όποιον θεωρήσουν ότι τις ενοχλεί. Η στριγλιά είναι μια συχνή ψυχική κατάσταση που συναντάται σε αρκετές πεθερές ή και μανάδες, όπως η θειά τ’ Αρετώ στη «Γλυκοφιλούσα», η Πλανταρού στα «Φώτα – Ολόφωτα» ή η Παντελού στη «Χτυπημένη».
Η μάνα της Φραγκογιαννούς έχει εφοδιάσει την κόρη της, που την αποκαλεί Στριγλίτσα, με την απόκρυφη γνώση των θεραπευτικών φυτών, των κηραλοιφών και των ματζουνιών. Μια γνώση που δεν προέρχεται από την πολύχρονη καλλιέργεια ενός κήπου, αλλά βρίσκεται στα όρια της βασκανίας, σε μεθόδους θεραπείας που στηρίζονται σε αντιλήψεις εξω-ανθρώπινες και μαγικές. Αυτό μας συνδέει και με τις αρχέγονες αντιλήψεις φόβου και θαυμασμού προς τις ιδιότητες των μαγισσών.
 
Στο βιβλίο σου αναφέρεσαι σε μια τυπολογία της κρίσης στον κόσμο των γυναικών. Αναγνωρίζεις κοινά μοτίβα με τον ταραντισμό στην Πούλια της Ν. Ιταλίας, όπως τη διατύπωσε ο ιταλός ανθρωπολόγος Ernesto DeMartino, στις μελέτες του στην περιοχή, τη δεκαετία του ’50. Μάλιστα έχει ενδιαφέρον ότι είχαν συνεργαστεί μαζί του και φεμινίστριες μελετήτριες, ίσως η πιο σημαντική ήταν η φιλόσοφος και συγγραφέας Maria Luisa Epifani. Τι είναι καταρχάς ο ταραντισμός;
Ο ταραντισμός είναι μια λαϊκή παράδοση στο Τάραντα της Ν. Ιταλίας. Αποτελούσε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’60, ένα σύνολο από τελετουργίες και δρώμενα που είχαν χαρακτήρα λαϊκής λατρείας, με σκοπό τη συλλογική θεραπεία όσων έπασχαν από το λεγόμενο «τσίμπημα» της αράχνης. Εν συντομία, αυτό μπορεί να περιγραφεί ως εξής: κάτοικοι των χωριών της περιοχής του Σαλέντο, σχεδόν αποκλειστικά γυναίκες νοσούσαν ξαφνικά και περιέπιπταν σε μελαγχολία, παράλυση και κατατονία. Αυτό συνέβαινε το καλοκαίρι, την εποχή του θερισμού. Αποδιδόταν στο δάγκωμα (το τσίμπημα) της αράχνης, της ταραντούλας, η οποία προκαλούσε αυτά τα συμπτώματα. Τα θύματα της αράχνης για να τα θεραπευτούν έπρεπε να ακούσουν μια συγκεκριμένη μουσική, αυτή που αντιστοιχούσε στην αράχνη που τσίμπησε το καθένα, και να χορέψουν επί μέρες μπροστά στην εικόνα του Αγίου Παύλου, με τη συνοδεία αυτής της μουσικής, στον εκστατικό ρυθμό της ταραντέλας. Ο χορός αυτός εθεωρείτο ότι αναπαριστά είτε τις κινήσεις της αράχνης είτε το χορό με την αράχνη.

Μπορούμε να βρούμε τέτοιες εκδηλώσεις «ταραντισμού» στις γυναίκες του Παπαδιαμάντη;
Βρίσκουμε σπαράγματα αυτού του φαινομένου, γύρω από το μοτίβο της αιώρας και την επιθυμία των νεαρών κοριτσιών να κάνουν κούνια. Επιθυμία που την μοιράζεται ακόμα και η Παναγιά η Κουνίστρα, η Παναγία χωρίς το βρέφος και πολιούχος της Σκιάθου, η οποία «ησθάνθη την επιθυμίαν να κάνει κούνια». Όμως υπάρχει η απαγόρευση στις παντρεμένες να κάνουν κούνια. Στο διήγημα «Αγάπη στον κρεμνό», ο ερωτευμένος σύζυγος, επειδή δεν πρέπει να κάνει πια κούνια η σύζυγός του, η Μαρία το Πετρί, φτιάχνει γι’ αυτήν μια καλύβα/αιώρα που λικνίζεται ολόκληρη.
Υπάρχει επίσης το «Χτύπημα» που πιστεύω απολύτως ότι είναι αντίστοιχο του τσιμπήματος της αράχνης, κάτι σαν κάλεσμα που παραλύει και αποδυναμώνει τις γυναίκες, προκαλώντας επίσης κατατονία, απώλεια της ομιλίας, όπως και στην Νότιο Ιταλία. Τέλος, και στη Σκιάθο βρίσκουμε το μοτίβο της αράχνης: παράδειγμα η Eφταλουτρού, η απειλητική γραία στο μυθιστόρημα «Γυφτοπούλα» που το όνομά της σημαίνει κυριολεκτικά αράχνη αλλά και περιγράφεται ως τέτοια, η οποία με δύο καμπούρες και μαγκούρα κόβει βόλτες έξω από την «φωλεάν της». Είναι οι στρίγλες που κάθονται έξω από την «αραχνιασμένη φωλιά» τους και καταριούνται το σύμπαν. Δεν συναντάμε όμως οργανωμένη θεσμικά τελετή για τη σωτηρία της «χτυπημένης», εκτός ίσως αν κάτι τέτοιο κρύβεται στις επισκέψεις που γίνονταν στα σπίτια με την εικόνα της Παναγιάς της Κουνίστρας. Η εκκλησία, στις αρχές του 20ού αιώνα, προσπάθησε να απαγορεύσει το έθιμο αυτών των επισκέψεων που θυμίζουν μια αντίστοιχη τελετουργία με την εικόνα του Αγίου Παύλου στη Νότια Ιταλία. Το μόνο για το οποίο μπορούμε να μιλάμε με βεβαιότητα είναι ό,τι ανιχνεύεται στα διηγήματα. Εκεί βρίσκουμε εκπληκτικά μοτίβα τελετών αιώρησης: τις ηρωίδες να διαφεύγουν σε καταπράσινα τοπία με τρεχούμενα νερά, σύμφωνα με την τυπολογία του DeMartino που έχει μελετήσει το φαινόμενο στη Νότιο Ιταλία. Τέτοιες περιπτώσεις είναι η Τσούλα στο «Καμίνι», η Χαδούλα στη «Φόνισσα», η Λιαλιώ στη «Νοσταλγό». Ξεχωριστή είναι η Γιάνναινα στη «Χτυπημένη», η οποία δεν διαφεύγει αλλά εγκλωβίζεται. Το χτύπημα συμβαίνει όταν η Γιάνναινα συναντά το φάντασμα μιας «καντίνας», δηλαδή μιας απελευθερωμένης τουρκάλας που καπνίζει το τσιμπουκάκι της και αντιπροσωπεύει όλα όσα η Γιάνναινα δεν είναι. Τότε αυτή χτυπιέται και αργότερα πεθαίνει.

 

Η Πόλυ Χατζημανωλάκη γεννήθηκε στην Κάλυμνο, το 1958, και μεγάλωσε στη Ρόδο. Σπούδασε Φυσική στην Αθήνα και έκανε το διδακτορικό της στη Στατιστική Φυσική στις Βρυξέλες. Εργάστηκε ως ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Austin και στην Ελλάδα οργάνωσε και διηύθυνε για 10 χρόνια το τμήμα International Baccalaureate των Εκπαιδευτηρίων Κωστέα – Γείτονα. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί, κατά καιρούς, σε λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ αρθρογραφεί συστηματικά στην Αυγή για το βιβλίο. Έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή, δύο μυθιστορήματα ενώ και δύο θεατρικά της έχουν ανέβει στη σκηνή. Πολλά χρόνια μελετά τον Α. Παπαδιαμάντη και είναι μέλος της Εταιρείας Παπαδιαμαντικών Σπουδών.