Το ζήτημα της τεχνολογικής κυριαρχίας ως κεντρικό πολιτικό διακύβευμα

Απεικόνιση του 1844 που δείχνει δύο άντρες να καταστρέφουν με σφυριά,
μιας πρώτης μορφής, ηλεκτροκίνητο αργαλειό.

Η τεχνολογία διαμεσολαβεί τις κοινωνικές και παραγωγικές σχέσεις και η συζήτηση γύρω από την ανάπτυξη, τη διάδοση και τη χρήση της, εύλογα απασχολεί τις κοινωνικές δυνάμεις και τους πολιτικούς θεσμούς. Τα ζητήματα των επιδιώξεων των υποκειμένων που αναπτύσσουν, αξιοποιούν και διαχέουν την τεχνολογία έχουν αποτελέσει αντικείμενο εκτενούς μελέτης και σε ορισμένες περιπτώσεις άξονες δράσης για κοινωνικά κινήματα όπως των Λουδιτών τον 19ο αιώνα και του Ελεύθερου Λογισμικού τον 20ο. Οι πρώτοι δεν αντιμάχονταν την τεχνολογία των μηχανών καθ’ εαυτή, όπως εσφαλμένα έχει επικρατήσει, αλλά τις κοινωνικές συνέπειες της μηχανοποίησης στην εποχή τους. Το κίνημα του Ελεύθερου Λογισμικού δεν αφορά χάκερς (όρο που συκοφαντικά η καθεστηκυία τάξη χρησιμοποιεί για τους εγκληματίες του διαδικτύου) που εχθρεύονται την ιδιοκτησία, αλλά ακτιβιστές που υπερασπίζονται το δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας σε ένα κόσμο που κατακλύζεται από εφαρμογές των ψηφιακών τεχνολογιών. Το ζήτημα της τεχνολογικής κυριαρχίας, δηλαδή ποιος ελέγχει και αξιοποιεί την τεχνολογία για την προώθηση των συμφερόντων του, αποτελούσε πάντα κεντρικό πολιτικό διακύβευμα.
Σήμερα, εσφαλμένες αντιλήψεις για την τεχνολογία έχουν εδραιωθεί σαν κοινή πεποίθηση. Η τεχνολογική πρόοδος θεωρείται μια αυτόνομα εξελισσόμενη συνιστώσα που εισβάλει σαν φυσικό φαινόμενο στις κοινωνίες και οδηγεί στην αναπόφευκτη μεταβολή τους. Από την άλλη, τρόποι χρήσης της τεχνολογίας που εξυπηρετούν συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες συγχέονται σκόπιμα με τα ενσωματωμένα τεχνικά χαρακτηριστικά της. Με τον τρόπο αυτό, αρνητικές επιπτώσεις παρουσιάζονται σαν αναπόφευκτες παράπλευρες ανεπιθύμητες ενέργειες της τεχνολογικής προόδου. Για παράδειγμα, ο περιορισμός της ιδιωτικής σφαίρας δεν οφείλεται γενικά στις ψηφιακές τεχνολογίες, ούτε αποτελεί μια αναπόφευκτη παρενέργειά τους, αλλά στον τρόπο και το επιχειρηματικό μοντέλο κάτω από το οποίο αξιοποιούνται από τα σημερινά κράτη και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Μια μηχανή αναζήτησης δεν διατηρεί ούτε επεξεργάζεται τις αναζητήσεις του χρήστη, η μηχανή αναζήτησης της Google είναι αυτή που το κάνει. Η αναπαραγωγή αυτών των αντιλήψεων είναι βολική για τους ισχυρούς, αλλά αποπροσανατολιστική για τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που μάχονται για την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη.
Η πολιτική υστέρηση στην διατύπωση ξεκάθαρων θέσεων για τον τρόπο ένταξης της τεχνολογίας στο όραμα του κοινωνικού μετασχηματισμού αποτελεί σοβαρό στρατηγικό έλλειμμα, σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από πυκνές τεχνολογικές εξελίξεις. Πολύ περισσότερο όταν αυτές συνδέονται με δομικού χαρακτήρα αλλαγές στο πρότυπο της καπιταλιστικής συσσώρευσης και αναπαραγωγής. Στόχος του πολιτικού προγράμματος των προοδευτικών – δημοκρατικών δυνάμεων δεν μπορεί παρά να είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων ενεργού άσκησης τεχνολογικής κυριαρχίας από τους πολίτες, τους δημοκρατικούς θεσμούς και τις οικονομικές δυνάμεις (νοικοκυριά, μικρομεσαίες επιχειρήσεις, συνεταιρισμούς, φορείς της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας και επαγγελματίες) που αποτελούν τους φυσικούς συμμάχους προς έναν κοινωνικό μετασχηματισμό που υπερβαίνει το σημερινό σύστημα και τις θεμελιώδεις αντιφάσεις του.

Τεχνολογία και υποκείμενα στον ψηφιακό καπιταλισμό

Σε τρεις δεκαετίες ο νεοφιλελευθερισμός άλλαξε ριζικά τον τρόπο οργάνωσης της σύγχρονης παραγωγής και τις συνθήκες εργασίας. Η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου και οι χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες βασίστηκαν στην ιδιοποίηση και αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών, που αρχικά αναπτύχθηκαν από την επιστημονική κοινότητα και περιορίζονταν στην κάλυψη των αναγκών της για έρευνα και επικοινωνία. Η πρακτική της ανάθεσης σε εξωτερικούς συνεργάτες (outsourcing) μέρους του έργου που παραδοσιακά εκτελούνταν στο πλαίσιο της ίδιας επιχείρησης δημιούργησε πολύπλοκα παγκόσμια δίκτυα συνεργασιών, εφοδιαστικών αλυσίδων και συναλλαγών, διαχέοντας παράλληλα κατασκευαστική (και όχι μόνο) τεχνογνωσία σε μεγάλο αριθμό μικρότερων επιχειρήσεων. Το κατασκευαστικό κέντρο της παγκόσμιας οικονομίας μετατοπίστηκε στις χώρες της Ασίας με χαμηλά μεροκάματα. Η βιομηχανική δραστηριότητα των ανεπτυγμένων χωρών οδηγήθηκε σε μαρασμό, ενώ ο τομέας των υπηρεσιών διογκώθηκε συντηρώντας μια μεσαία διαχειριστική τάξη. Η μείωση της απασχόλησης στον δημόσιο τομέα, η μείωση της φορολογίας και οι εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων επιχειρήσεων και υπηρεσιών οδήγησαν σε κατάρρευση το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο. Τα ποσοστά της μισθωτής εργασίας υποχώρησαν δραματικά προς όφελος της επισφαλούς αυτοαπασχόλησης, χωρίς δικαιώματα και κοινωνικές παροχές. Η ιδέα ότι οι εργαζόμενοι είναι αφεντικά του εαυτού τους διαμόρφωσε τη νέα κανονικότητα. Αντίθετα από τις νεοφιλελεύθερες διακηρύξεις, η κερδοφορία των μεγάλων επιχειρήσεων βασίστηκε ολοένα και περισσότερο στην απόσπαση προσόδου με τη διαμεσολάβηση στην οργάνωση και τον έλεγχο των δικτύων παραγωγής και διανομής διαμορφώνοντας ολιγοπωλιακές αγορές με την υποστήριξη της κρατικής εξουσίας. Ο ανταγωνισμός της ελεύθερης αγοράς αφορούσε τα “κορόιδα” ή καλύτερα, το αρχιπέλαγος των μικρών υπεργολάβων, των μικροεπιχειρηματιών και των αυτοαπασχολουμένων.
Στις αρχές του 21ου αιώνα η επέκταση του διαδικτύου επέτρεψε την ανάδυση μιας νέας τάξης καπιταλιστών, της δικτυοκρατικής. Το επιχειρηματικό τους μοντέλο βασίστηκε στην απόσπαση προσόδου από τον έλεγχο της ροής της πληροφορίας μέσα σε ψηφιακές πλατφόρμες που διαμεσολαβούν την επικοινωνία και τις συναλλαγές. Σήμερα εταιρείες όπως οι Uber και η Airbnb δεν διαθέτουν αυτοκίνητα ούτε σπίτια, ωστόσο έχουν υψηλότερη κεφαλοποίηση από παραδοσιακές επιχειρήσεις των κλάδων τους. Εταιρείες όπως η Google και η Facebook χρησιμοποιούν τις ροές της πληροφορίας για να προβλέψουν την ανθρώπινη συμπεριφορά και να πουλήσουν τις προβλέψεις σε εταιρείες και κυβερνήσεις. Τα επιχειρηματικά τους μοντέλα αποτελούν πρωτόγνωρη απειλή για την δημοκρατία και την ανθρώπινη ελευθερία.
Η εμπέδωση της κυριαρχίας τους στηρίχθηκε σε συγκεκριμένα τεχνολογικά μέσα και αρχιτεκτονικές: τον έλεγχο των “έξυπνων” συσκευών (υπολογιστές, τηλέφωνα, διαδίκτυο των πραγμάτων) με εφαρμογές λογισμικού, ιδιόκτητα και κλειστά λειτουργικά συστήματα, υλικολογισμικά και μορφότυπα περιορισμένης διαλειτουργικότητας, με σκοπό την παγίδευση χρηστών, επιχειρήσεων και δημοσίων υποδομών. Συμπληρώθηκε από τη συνεχή επέκταση των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Οι δικτυοκράτες διάβρωσαν με πρωτόγνωρο τρόπο το δικαίωμα της ιδιοκτησίας με τον σχεδιασμό προϊόντων, που δεν ελέγχονται πλέον από τους αγοραστές τους, αλλά από τους ίδιους. Δωρεάν υπηρεσίες, ευκολία, χρηστικότητα, έξυπνες συσκευές, έξυπνες πόλεις, “κοινότητα”, οικονομία διαμοιρασμού, βιομηχανία 4.0, είναι μερικές από τις λέξεις που χρησιμοποιούνται για να συγκαλύψουν την οικοδόμηση ολοκληρωτικών δικτύων ελέγχου και να εμποδίσουν την διατύπωση εύλογων ερωτημάτων όπως: “ποιος ασκεί τον έλεγχο και ποιος αποφασίζει;”.

Ο νεο-φεουδαλισμός και οι μικρότεροι παίκτες

Ο τεχνολογικά αναπτυγμένος καπιταλισμός αποκτά ολοένα και περισσότερο τα χαρακτηριστικά ενός ιδιότυπου νεο-φεουδαλισμού όπου οι πόροι, ο πλούτος και η βιο-πολιτική εξουσία συγκεντρώνονται σε λίγα χέρια που ελέγχουν δίκτυα με τεχνολογική διαμεσολάβηση. Ο πλούτος συσσωρεύεται από την απόσπαση προσόδων, η ελεύθερη αγορά συρρικνώνεται και η προσωπική ιδιοκτησία απαλλοτριώνεται με άμεσους και έμμεσους τρόπους.
Η μαζική έξοδος από την μισθωτή εργασία διεύρυνε τις τάξεις των αυτοαπασχολουμένων, των ελεύθερων επαγγελματιών και των μικροεπιχειρηματιών. Στη σκιά και σε διεπαφή με τα ελεγχόμενα δίκτυα, μια οικονομία έντασης εργασίας, αυτόνομων και μικρών παραγωγών, γίνεται υποχρεωτική επιλογή επιβίωσης για ολοένα και διευρυνόμενα τμήματα του πληθυσμού. Η έννοια της επιχειρηματικότητας αποκτά ευρύτερο περιεχόμενο από την απλή επιδίωξη μεγιστοποίησης του κέρδους και περιλαμβάνει την συμμετοχή στην παραγωγική ζωή και την κοινότητα, ενώ ενσωματώνει στοιχεία ηθικού προσανατολισμού. Εκτός από την εξασφάλιση της επιβίωσης, αποσκοπεί στην κάλυψη της εσωτερικής ανάγκης των συμμετεχόντων να αποτελούν δημιουργικό κομμάτι της κοινωνίας και να συμβάλουν με τον τρόπο τους και τις μικρές τους δυνάμεις σε μια “αλλαγή προς το καλύτερο” όπως εξηγεί ο A. Arvidsson [1]. Το ηθικό πρόταγμα αποτυπώνεται με διάφορες μορφές: από την επιλογή της μικρής οικοκαλλιέργειας μέχρι το νέο συνεργατισμό της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. Οι σύγχρονες τεχνολογίες επέτρεψαν την διάδοση σμικρυμένων, φτηνών και εξαιρετικά προωθημένων εργαλείων παραγωγής – από προσωπικούς υπολογιστές μέχρι τρισδιάστατους εκτυπωτές. Το διαδίκτυο πρόσφερε ένα μέσο επικοινωνίας και οργάνωσης της παραγωγής σε ομότιμα δίκτυα. Παγκόσμιες κοινότητες οργανώθηκαν μέσα από το διαδίκτυο παράγοντας αγαθά που δεν αποτελούν εμπορεύματα αλλά Κοινά. Το παράδειγμα του ελεύθερου λογισμικού, του λειτουργικού συστήματος GNU/LINUX και της Wikipedia ακολούθησαν κοινότητες ανοιχτού σχεδιασμού και κατασκευής. Αποτελούν σήμερα παγκόσμιους κοινούς πόρους που χρησιμεύουν για το ξεκίνημα παραγωγικών δραστηριοτήτων εντάσεως εργασίας με εξαιρετικά χαμηλό απαιτούμενο αρχικό κεφάλαιο. Μαζί με την ευρεία διάχυση της τεχνογνωσίας μέσα από τις πρακτικές outsourcing και το διαδίκτυο διαμόρφωσαν ένα αρχιπέλαγος παραγωγικών δραστηριοτήτων που προσπαθούν να επιβιώσουν στον ανταγωνισμό μιας “ανελεύθερης” αγοράς. Οι μικρότεροι παίκτες αποδείχθηκαν ικανοί να προσαρμόζουν τις τεχνολογίες με πολύ δημιουργικότερο τρόπο απ’ ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις, ενσωματώνοντας αξίες όπως τον σεβασμό στο περιβάλλον, την προστασία της ιδιωτικότητας και των δικαιωμάτων των καταναλωτών και των εργαζομένων.
Παράλληλα, ένα νέο κύμα συνεργατισμού αναπτύχθηκε από τα κάτω. Σε ορισμένες περιπτώσεις αξιοποιεί σήμερα εξαιρετικά σύνθετες τεχνολογίες στην κατεύθυνση οργάνωσης των συμφερόντων των μικροπαραγωγών και της εργασίας. Για παράδειγμα το κίνημα των συνεταιριστικών πλατφορμών εργάζεται για την ανάπτυξη ψηφιακών πλατφορμών που ανήκουν και διακυβερνώνται από τους συμμετέχοντες-συνεταιριστές ή εργαζομένους.

Τεχνολογική κυριαρχία και παραγωγική ανασυγκρότηση

Το πολιτικό πρόγραμμα των δυνάμεων της εργασίας πρέπει να αποτυπώνει με σαφήνεια τους τρόπους ενσωμάτωσης της τεχνολογίας στο σχέδιο κοινωνικού μετασχηματισμού. Οι αγώνες των μη προνομιούχων για τεχνολογική κυριαρχία, έχουν οδηγήσει στην συσσώρευση πολύτιμης εμπειρίας που αρχίζει να καταγράφεται στις προγραμματικές θέσεις προοδευτικών κομμάτων σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Πολιτικά αποσκοπούν στην δημιουργία των θεσμών και των εκτελεστικών μηχανισμών που θέτουν την ανάπτυξη της τεχνολογίας κάτω από δημοκρατικό έλεγχο. Προϋποθέτουν στρατηγικές επιμόρφωσης των πολιτών που βασίζονται στην βαθύτερη κατανόηση της και την διαμόρφωση των απαραίτητων δεξιοτήτων ώστε οι πολίτες να συμμετέχουν ενεργά στην ανάπτυξή της και όχι να παραμένουν απλοί χρήστες ή καταναλωτές. Αυτό επιτυγχάνεται με αποτελεσματικότητα με την χρήση ανοικτών τεχνολογιών. Συνεργατικοί χώροι ανάπτυξης ανοικτών τεχνολογιών που έχουν ήδη αναπτυχθεί από τα κάτω (hackerspaces, open labs, Fablabs, εργαστήρια ψηφιακής κατασκευής κ.ά.) χρειάζεται να διαδοθούν στον δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης και να ενδυναμωθούν.
Το σύστημα καινοτομίας και έρευνας χρειάζεται σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Η δημόσια χρηματοδότηση δεν μπορεί να χορηγείται για την κατοχύρωση δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας από ιδιωτικές εταιρείες επιβαρύνοντας διπλά τους πολίτες. Μέρος των δημόσιων ερευνητικών πόρων πρέπει να κατευθύνεται στην εφαρμοσμένη έρευνα που οδηγεί στην παραγωγή ανοικτών τεχνολογιών, «σχεδόν έτοιμων» προϊόντων, για χρήση από την μικρομεσαία επιχειρηματικότητα τους φορείς ΚΑΛΟ και τις δημόσιες επιχειρήσεις.
Η ανάπτυξη ανοικτών προτύπων και η σύνδεσή τους με τις πράσινες δημόσιες προμήθειες μπορεί να διαμορφώσει την απαραίτητη αγορά για την απορρόφηση προϊόντων ανοικτών τεχνολογιών. Οι ανοικτές τεχνολογίες μπορούν να υποστηρίξουν τα εγχειρήματα των ενεργειακών κοινοτήτων και να επιταχύνουν την ενεργειακή μετάβαση.
Η ανάπτυξη ανοικτών πόρων στην εκπαίδευση, την τεχνολογία και τον πολιτισμό, που θεσμοθετήθηκε στην Ελλάδα με τον νόμο για τα ΑΕΙ, μπορεί να γίνει ο κεντρικός άξονας της εκπαιδευτικής πολιτικής διαχέοντας το έργο και την τεχνογνωσία που παράγεται στο δημόσιο σύστημα παιδείας στην κοινωνία και τον παραγωγικό ιστό. Εκτός από την ενδυνάμωση των σχέσεων συνεργασίας στο εσωτερικό της εκπαιδευτικής και ερευνητικής κοινότητας εξυπηρετεί την σύνδεσή της έρευνας με την παραγωγή κάτω από συνθήκες διαφάνειας και κοινωνικής λογοδοσίας.
Η προστασία της ιδιωτικότητας των πολιτών είναι συλλογικό αγαθό. Η απουσία πολιτικών προστασίας της ιδιωτικότητας στα πολιτικά προγράμματα των δημοκρατικών κομμάτων είναι σήμερα αδικαιολόγητη. Ρυθμίσεις όπως η νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων είναι ανεπαρκείς. Η διασφάλιση των τεχνολογικών μέσων για την προστασία των πολιτών πρέπει να αποτελεί μέριμνα της δημόσιας πολιτικής. Η ανάπτυξη δημόσιας αποκεντρωμένης μηχανής αναζήτησης, η συνεισφορά στη δημιουργία και συντήρηση δημόσιων διανομών λειτουργικών συστημάτων ελεύθερου λογισμικού και η ανάπτυξη ανοικτής τεχνολογίας τερματικών συσκευών δικτύων, είναι μερικά από τα αναγκαία προγράμματα που πρέπει να ξεκινήσουν με κυβερνητική πρωτοβουλία. Σε άλλα κράτη παρόμοιες πολιτικές εφαρμόζονται ήδη, δυστυχώς όμως όχι με πρόθεση την εμπέδωση της δημοκρατίας και της συμμετοχής αλλά την προστασία της εθνικής ασφάλειας. Η ανοικτότητα και η κατανεμημένη αρχιτεκτονική των υποδομών παραμένει η κεντρική πολιτική επιλογή που διασφαλίζει ότι η δεσποτεία των μεγάλων εταιρειών δεν θα αντικατασταθεί από την δεσποτεία του κράτους.
Παρόμοιες απόψεις αποτυπώνονται αποσπασματικά στα πολιτικά προγράμματα κομμάτων όπως οι Εργατικοί στην Αγγλία, οι Podemos, οι Γερμανοί σοσιαλιστές, οι οικολόγοι στην Γερμανία και στο Βέλγιο, τα πειρατικά κόμματα και το DIEM25. Επομένως, αποτελούν άξονες που μπορούν να επιτευχθούν ευρύτερες προγραμματικές συγκλίσεις των προοδευτικών δυνάμεων, τόσο στο εσωτερικό, όσο και σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αποτύπωσε στην επικαιροποιημένη εθνική αναπτυξιακή στρατηγική του Μάϊου του 2019 την πρόθεσή της να κινηθεί σε ορισμένες από τις παραπάνω κατευθύνσεις όπως η ενδυνάμωση των ανοικτών τεχνολογιών και η ανάπτυξη κοινών ανοικτών εκπαιδευτικών πόρων στην εκπαίδευση, χωρίς να προλάβει να υλοποιήσει αρκετές συγκεκριμένες δράσεις. Ο χρόνος που ο ΣΥΡΙΖΑ – προοδευτική συμμαχία θα παραμείνει στην αντιπολίτευση μπορεί να χρησιμοποιηθεί δημιουργικά ώστε να συγκεκριμενοποιηθούν οι στόχοι, τα εργαλεία πολιτικής και οι πόροι που απαιτούνται, αν ένα τέτοιο πρόγραμμα πρόκειται να υιοθετηθεί.

Γιώργος Παπανικολάου, επίκουρος
καθηγητής, Χαροκόπειο πανεπιστήμιο

[1] Changemakers. The industrious future of the digital economy. Polity press, 2019