Το ζόρι της Κατοχής και των αποσιωπήσεων

 

Η σχέση Λογοτεχνίας και Ιστορίας μέσα από τη συνομιλία της Μάρως Δούκα και του Αντώνη Λιάκου

 

«Όταν πρόκειται για την πολιτική ή την Ιστορία στην καθημερινή εκδοχή τους, αν και δύσκολο να εντοπίσεις την αλήθεια, ανάγκη πάσα, να έχεις έστω μια ιδέα προς τα πού θα κλίνει η αλήθεια. Και κείνα τα χρόνια, στα πεινασμένα Χανιά, η αλήθεια έκλινε προς τη μεριά των επονιτών που θα έχαναν τη ζωή τους με το όραμα μιας ελεύθερης και μιας δικαιότερης κοινωνίας πολεμώντας, Νοέμβριο του 1944, στη μάχη της Παναγιάς, εναντίον των επιτιθέμενων Γερμανών, όταν η άλλη Ελλάδα γιόρταζε την απελευθέρωσή της», λέει η Μάρω Δούκα. Και συνεχίζει: «Το βιβλίο εκδόθηκε το φθινόπωρο του 2010. Και στα τρία βιβλία της τριλογίας βαθύτερη αιτία είναι η συνομιλία με αποσιωπημένες και συσκοτισμένες περιοχές. Δεν ενδιαφέρθηκα να γράψω ιστορικό μυθιστόρημα, όπου οι ήρωες θα ήταν τοποθετημένοι σε αυτή την περίοδο. Με ενδιέφερε να αναδείξω αυτή τη σκοτεινή περίοδο για την οποία δεν είχε μιλήσει κανείς. Εγώ μεγάλωσα στα Χανιά και ποτέ δεν είχα ακούσει ότι οι Γερμανοί έφυγαν από την πόλη περίπου οκτώ μήνες αργότερα σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα».

Τα λόγια αυτά της Μάρως Δούκα για το μεσαίο βιβλίο της περίφημης τριλογίας της «Στις γραμμές του μύθου και της Ιστορίας», του μυθιστορήματος «Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ», δίνουν αρκετά χαρακτηριστικά τον τόνο μιας πολύ ενδιαφέρουσας συζήτησης που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με θέμα «Λογοτεχνία και Ιστορία». Συνομιλητής της ήταν ο ιστορικός, ομότιμος καθηγητής Αντώνης Λιάκος που μίλησε για «συγκλονιστικό βιβλίο», προσθέτοντας: «Τους ιστορικούς, αυτό που τους τραβάει δεν είναι αυτό που μπορούν εξηγήσουν αλλά αυτό που δεν μπορούν να εξηγήσουν. Το αινιγματικό, το παράδοξο, το σκοτεινό. Την εποχή για την οποία μιλάμε είχε καταρρεύσει το Βερολίνο, είχε συνθηκολογήσει η Γερμανία, ο κατοχικός στρατός όμως είχε παραμείνει στη δυτική Κρήτη, τη Μήλο και τη Ρόδο. Πώς εξηγείται αυτό; Υπάρχουν διάφορες εξηγήσεις, συχνά αποκλίνουσες μεταξύ τους.

Πώς εξηγείται το παράδοξο;

Μια είναι ότι οι Γερμανοί δεν αποχώρησαν για λόγους ασφαλείας. Αν έμπαιναν στα καραβάκια της εποχής θα τα είχαν βουλιάξει όλα οι Άγγλοι. Άλλη άποψη είναι ότι έμειναν εκεί ως προκεχωρημένα φυλάκια μιας ενδεχόμενης επανεπίθεσης των Γερμανών. Αυτό φαίνεται παράδοξο, αλλά ακόμα και τα Χριστούγεννα του ’44, όταν οι ρωσικές δυνάμεις είχαν μπει στη Γερμανία, υπήρχαν και σοβαροί Γερμανοί αξιωματούχοι που πίστευαν ότι οι Γερμανοί μπορεί να κάνουν αντεπίθεση και να απωθήσουν τους συμμάχους πέρα από την Ευρώπη. Μια πιθανή υπόθεση είναι πως μπορεί να σκέφτηκαν ότι η Κρήτη είχε κατακτηθεί με πολύ αίμα από τη μεριά των Γερμανών, επομένως ας κρατούσαν αυτό το φυλάκιο όσο μπορούσαν.
Και οι Άγγλοι; Γιατί τους κρατούσαν εκεί; Μια υπόθεση είναι ότι δεν τους ενδιέφερε στρατηγικά. Το μέτωπο πλησίαζε προς τη Γερμανία. Δεν είχε νόημα να πολεμήσουν στα μετόπισθεν με μια ομάδα που θεωρούσαν ακίνδυνη. Μάλιστα αποδίδεται στον Τσώρτσιλ η φράση, «αυτοί είναι αιχμάλωτοι που φρουρούν τον εαυτό τους».
Μια άλλη υπόθεση, σοβαρή, που εξετάζει η Μάρω Δούκα, είναι ότι οι Άγγλοι ήθελαν να πολεμήσουν τους αριστερούς, το ΕΑΜ, το κομουνιστικό κόμμα, τη λαοκρατία και, επειδή οι ίδιοι δεν είχαν επαρκείς δυνάμεις στην Κρήτη, αυτό θα μπορούσαν να το κάνουν οι Γερμανοί για λογαριασμό τους. Όπως οι Γερμανοί είχαν χρησιμοποιήσει τους δοσίλογους στην Ελλάδα για να σώσουν γερμανικό αίμα, οι Άγγλοι ήθελαν να χρησιμοποιήσουν Γερμανούς για να σώσουν αγγλικό αίμα. Αποδίδεται μάλιστα και μια φράση στον Τσώρτσιλ, χωρίς πάντως να είναι γραμμένη από τον ίδιο πουθενά, ότι «σφάξαμε λάθος γουρούνι». Σφάξαμε δηλαδή τους ναζί ενώ έπρεπε να σφάξουμε τους κομουνιστές. Το ζήτημα δηλαδή ήταν και ποια θα ήταν η τύχη των χωρών μετά την αποχώρηση των ναζί».

Σειρά από ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις

Η συζήτηση αυτή προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον στο κοινό, καθώς στην εκδήλωση, που κράτησε κοντά δυόμισι ώρες, παραβρέθηκαν γύρω στα τριακόσια άτομα. Η βραδιά ήταν μέρος μιας σειράς σημαντικών εκδηλώσεων στο πλαίσιο των δράσεων με γενικό τίτλο «Η Αθήνα ελεύθερη», δράσεων που θέλουν να αναδείξουν την επέτειο απελευθέρωσης της πρωτεύουσας από τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής τον Οκτώβριο του 1944, ως μιας πάνδημης γιορτής της πόλης.
Τις δράσεις ανέλαβαν να υποστηρίξουν και να οργανώσουν πέντε φορείς: Το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, η Περιφέρεια Αττικής, ο Δήμος Αθηναίων, τα Γενικά Αρχεία του Κράτους και η ΕΡΤ.
Πραγματοποιήθηκαν εκθέσεις, εκδηλώσεις λόγου, ιστορικοί περίπατοι, μουσικές και θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές προβολές, εκπαιδευτικά προγράμματα και εργαστήρια.
Ως κύριες εκδηλώσεις λόγου επελέγησαν εκδηλώσεις στις οποίες μπήκε στο μικροσκόπιο η σχέση Λογοτεχνίας και Ιστορίας. Κάθε φορά συζητιόταν ένα λογοτεχνικό βιβλίο που έχει να κάνει με την Κατοχή, σε πάνελ που συμμετείχε ο συγγραφέας του βιβλίου και ένας ιστορικός, ειδικός στην περίοδο αυτή της ελληνικής ιστορίας. Έτσι δημιουργήθηκαν τα ζεύγη Νίκος Δαββέτας – Βαγγέλης Καραμανωλάκης, Ελισάβετ Χρονοπούλου – Μενέλαος Χαραλαμπίδης, Χρήστος Χωμενίδης – Ηλίας Νικολακόπουλος, Μάρω Δούκα – Αντώνης Λιάκος και οι εκδηλώσεις μεταδόθηκαν στο webtv της ΕΡΤ (όπου μπορεί ακόμη κανείς να τις δει).

Όχι ένα συμβατικό ιστορικό μυθιστόρημα

Η Μάρω Δούκα, εξηγώντας τα πώς και τα γιατί του βιβλίου, είπε ότι το Μάρτιο του 2004, που είχε ολοκληρώσει το πρώτο βιβλίο της τριλογίας, το «Αθώοι και φταίχτες», τα Χανιά είχαν ήδη αναδειχθεί σε πάσχουσα συλλογική περσόνα. Και ότι είχε ήδη δρομολογηθεί μέσα της το δεύτερο βιβλίο.
«Είχα βρει ακριβές αντίγραφο της επιστολής που απέστειλε τον Απρίλιο του 1945 ο Παύλος Γύπαρης στον Αγαθάγγελο Ξηρουχάκη, στο οποίο έγραφε ότι καλό θα ήταν να έμπαιναν οι Γερμανοί να έβαζαν τάξη στους αναρχικούς», λέει. «Προσπάθησα να καταλάβω τι είχε συμβεί. Και είδα ότι από τις αρχές Οκτωβρίου του 1944, που απελευθερώθηκε η υπόλοιπη Ελλάδα, μέχρι το Μάιο του 1945, οι Γερμανοί παρέμεναν στα Χανιά. Και ότι και μετά την παράδοση της Γερμανίας, οι Γερμανοί παραμένουν δύο ακόμα μήνες στην πόλη ως υπεύθυνοι της τάξης με εντολή των Άγγλων. Άρχισα να δένομαι συναισθηματικά με ορισμένους πρωταγωνιστές. Αναζήτησα επίσης τα δικά μου πρόσωπα, τις δικές μου φωνές. Κανένα ενδιαφέρον δεν είχε για μένα να γράψω ένα συμβατικό ιστορικό μυθιστόρημα, για τις ιδιαιτερότητες της γερμανικής κατοχής στα Χανιά, όπου η Ιστορία θα ήταν απλώς ο καμβάς για να κεντηθούν πάνω του τα μυθιστορηματικά πρόσωπα. Μέλημά μου ήταν ακριβώς το αντίθετο. Να βρω τον τρόπο ώστε να αναδείξω τα πρόσωπα του βιβλίου ως τον καμβά που πάνω τους θα κεντούσα αργά και επώδυνα την ιστορία, ανασυνθέτοντας τις σκόρπιες ιστορικές ψηφίδες μέσα από τη συνύπαρξη των επινοημένων, φανταστικών ηρώων με τους υπαρκτούς, πραγματικούς για τους οποίους, έστω και δια της αποσιωπήσεως, είχε μιλήσει η Ιστορία.
Από το καλοκαίρι του 1944, στα Χανιά, εν καιρώ κατοχής, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε αντιπάλους και συμμάχους είχε πολλαπλώς παραβιαστεί καθώς Γερμανοί, Βρετανοί και Εθνική Οργάνωση Κρήτης (ΕΟΚ), δημιούργημα των Γερμανών, έτειναν ολοένα και πιο απροκάλυπτα, όχι μόνο στα λόγια αλλά και με τις πράξεις τους προπαντός, να θεωρούν κοινό αντίπαλό τους τα μέλη του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, αυτούς που ο Παύλος Γύπαρης, λίγους μήνες μετά, θα αποκαλούσε στην επιστολή του, χωρίς καμία διάκριση, αναρχικούς, εννοώντας όχι μόνο τα μέλη του κομουνιστικού κόμματος αλλά και όλη συλλήβδην την εαμογενή αριστερά στην οποία ανήκε τότε η συντριπτική πλειοψηφία του χανιώτικου λαού».

Το συναίσθημα του ιστορικού

Η Μάρω Δούκα είπε ευθύς εξαρχής ότι από τα πρώτα χρόνια που ασχολήθηκε με το γράψιμο είχε μέσα της την πεποίθηση ότι το μυθιστόρημα, με το βλέμμα πάντα στο παρόν, είναι προορισμένο από τη φύση του να συμπλέκεται ποιητικά με την Ιστορία. Ενώ και ο Αντώνης Λιάκος, μίλησε για «κοινές τροπές» Ιστορίας και λογοτεχνίας, για ένα «κοινό πνεύμα», ακόμα και στον τρόπο της γραφής. Αλλιώς γραφόταν η Ιστορία τον 19ο αιώνα, όταν και στη λογοτεχνία επικρατούσε το ρεαλιστικό μυθιστόρημα -στην Ιστορία είχε επιβληθεί ο ιστορικισμός του Ράνκε-, αλλιώς στον 20ό αιώνα, εποχή του μοντερνιστικού μυθιστορήματος, όταν οι χρόνοι μπερδεύονται, δεν υπάρχει ομοιογενής χρόνος, και όταν πλην της απομυθοποίησης, υπάρχει και η αναγνώριση του μύθου που «έχει τη δική του λογική και ζωή» και πρέπει να κατανοηθεί και να ερμηνευτεί.. Και συμφώνησαν ότι όσο και αν στην Ιστορία λείπει το συναίσθημα, επικρατεί η απόσταση και η αποστασιοποίηση, η πάντα παρούσα ιδεολογία, ο υποκειμενισμός του ιστορικού, δεν μπορεί παρά να κρύβει συναισθήματα και αυτός.

Μανώλης Πιμπλής