Του χρόνου τα γυρίσματα

Καλοκαίρι 2020, έχω επισκεφθεί τον υπεύθυνο για την εγκατάσταση των προσφύγων για να συζητήσουμε πώς εξελίσσεται το πρόγραμμα από την προηγούμενη φορά που τον συνάντησα. Ζητάω μια χάρη να επισκεφθώ μια οικογένεια, παίρνει τηλέφωνο και ακούω «Ήντα κάνεις;» …είναι η εισαγωγή του τι θα συναντήσω!
«Χίλια καλώς ορίσατε χίλια και δυο χιλιάδες ο κήπος με τα λούλουδα και με τις μαντινάδες». Έτσι με υποδέχτηκε ο σύριος πρόσφυγας κρητικής καταγωγής με τη γυναίκα του και τα 5 παιδιά, το μωρό γεννημένο εδώ, τα άλλα 4 στο σχολείο.
Ένας επίμονος Οδυσσέας που περιπλανήθηκε περίπου στα ίδια νερά με τον Οδυσσέα του Ομήρου προσπάθησε πολλές φορές να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα να έρθει στη γη της πατρογονικής καταγωγής.
Την 6η ή την 7η τα κατάφερε με την οικογένεια του σε βάρκα, η οποία τρύπησε στη διαδρομή. Η κατάληξη του επιθέτου του που είναι σε …ακης τον βοήθησε να μην κολλήσει στη Μόρια και να φτάσει εδώ, σε γειτονιά πρώην προσφύγων του ‘22.

Οι Κρητικοί του Χαμιντιέ

Η ιστορία των Κρητικών του Χαμιντιέ ξεκινά το 1897, όταν ξεκίνησαν οι επαναστάσεις εναντίων του Σουλτάνου. Είναι γνωστό ότι στην Κρήτη είχαμε Κρητικούς που είχαν ασπαστεί τον ισλαμισμό. Ψάχνοντας την ιστορία βρίσκω δύο διαφορετικές ερμηνείες για τη φυγή τους, και επειδή δεν είμαι ιστορικός αναφέρω και τις δύο. Η πρώτη ότι τους φυγάδευσε σουλτάνος για να τους σώσει από το μένος των Κρητικών χριστιανών. Η δεύτερη είναι ότι έφυγαν για να σωθούν από τον Σουλτάνο επειδή πολέμησαν στο πλευρό των χριστιανών Κρητικών. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος της φυγής είναι θρησκευτικός.
Αναφέρω στοιχεία της ιστορίας όπως παρουσιάζεται:
«Οι λόγοι για τους οποίους εκδιώχθηκαν από την Κρήτη είναι κυρίως θρησκευτικοί: πολλοί είχαν εξισλαμιστεί κατά την οθωμανική κατοχή και θεωρήθηκαν προδότες από τους ντόπιους.
Η Κρήτη έπεσε στους Τούρκους το 17ο αιώνα, μετά από μακροχρόνια και επίμονη αντίσταση από τους Βενετούς που είχαν κυβερνήσει το νησί μέχρι τότε. Στους επόμενους αιώνες, πολλοί Κρητικοί άλλαξαν θρησκεία, ασπάστηκαν το Ισλάμ και έγιναν αλεβίτες μουσουλμάνοι, που είναι το κυρίαρχο θρησκευτικό δόγμα των Τούρκων.
Το 1866, η τελική επανάσταση ξέσπασε στην Κρήτη, καταλήγοντας τελικά στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Κρητικοί επαναστάτες ήρθαν σε συμπλοκή με τον οθωμανικό στρατό κατοχής και επιδίωξαν την ανεξαρτησία και την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.
Όπως και πριν, η θρησκεία διαίρεσε πολλές κρητικές οικογένειες. Οι Οθωμανοί χρησιμοποίησαν ομάδες οπλισμένων φανατικών μουσουλμάνων, μερικοί από τους οποίους ήταν εγγενείς Κρητικοί, σε εχθροπραξίες κατά των ορθοδόξων χριστιανικών χωριών. Ως αποτέλεσμα οι ορθόδοξοι χριστιανοί Κρητικοί θεωρούσαν εχθρούς τους αλλόθρησκους συμπατριώτες τους.
Μετά από την τελική απόσυρση του οθωμανικού στρατού από την Κρήτη, οι περισσότεροι Κρητικοί μουσουλμάνοι τράπηκαν σε φυγή από το νησί, φοβούμενοι εκδίκηση ενάντιά τους.
Όμως σε μερικές οικογένειες από αυτές που εγκατάλειψαν την Κρήτη η φυγή τους έγινε με τη βία επειδή πολεμούσαν τους τούρκους (Οι Καλησπεράδες) και έτσι ήταν η Σύρια και ο Λίβανος μία εύκολη λύση..»

Φιλοξενία όπως παλιά

Οι Κρητικοί της Συρίας διατήρησαν τη γλώσσα τους και τα έθιμα τους όλα αυτά τα χρόνια και φαίνεται ότι είναι πολύ δεμένοι αναμεταξύ τους. Η φιλοξενία είναι ένα από αυτά τα κεράσματα με τσάι διαφορετικών τύπων, που πάει πέρα δώθε, όπως και «μείνε να φας μαζί μας φαλάφελ»…
Ο Αχμέτ έχει εδώ τις αδελφές του με τις οικογένειες τους. Κάθε απόγευμα βγαίνουν έξω στο σοκάκι και τα παιδιά παίζουν στο δρόμο, όπως κάναμε και εμείς μικρά στις αλάνες που δεν υπάρχουν πια. Η αλάνα που έπαιζα είναι λίγες δεκάδες μέτρα παραπέρα. Η γειτονιά γνωστή, ιστορική, με τους πρόσφυγες που ήρθαν το ‘22. Σοκάκια μικρά δίπατα σπιτάκια και γλάστρες με λουλούδια στα πεζοδρόμια. Το παράπονο του είναι ότι μερικοί γείτονες φωνάζουν ότι τα παιδιά κάνουν φασαρία -φαίνεται ότι η μνήμη των δικών μας ζωών χάνεται… Σπίτια που κοιτάζουν μέσα και όχι έξω, με ζωές που έχουν πάρει άλλο δρόμο, όπως και η χαρά να ακούς τη μουσική των παιδικών φωνών. Όχι όμως τελείως, υπάρχει και η γειτόνισσα που φιλεύει τα παιδιά τα απογεύματα μόλις ξεχυθούν στο σοκάκι για παιχνίδι κάτω από τ’ αεικίνητο βλέμμα του μπαμπά και τη γλυκιά ματιά της πανέμορφης μάνας.

Ελέγκω Μανουσάκη