Τουρκία μαινόμενη: επίθεση κατά μέτωπον και κατά πάντων

kefala

Της Βιβής Κεφαλά

Αποτελεί κοινό τόπο το ότι η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας έχει αναθεωρητικό χαρακτήρα, όπως επίσης και το ότι έχει βλέψεις περιφερειακού ηγεμόνα και μάλιστα προς όλα τα γειτονικά της υποσυστήματα. Οι τάσεις αυτές -που ενισχύθηκαν από την ένταξη της Τουρκίας στην Ομάδα των 20 ταχύτερα αναπτυσσόμενων χωρών, από την υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής πρωτίστως στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, αλλά και από την αστάθεια που επικρατεί στην περιοχή- δημιούργησαν στην Άγκυρα την εντύπωση ότι είναι πλέον σε θέση να επιβάλει τη θέληση της και να εκπληρώσει τους στόχους της.
Είναι προφανές ότι τα μεγαλεπίβολα σχέδια της Άγκυρας δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθούν, διότι τα μέσα που διαθέτει δεν επαρκούν, διότι καταπατά βασικές έννοιες Διεθνούς Δικαίου (όπως η παράνομη κατοχή της Βόρειας Κύπρου), διότι αγνοεί στοιχειώδη δεδομένα (όπως το ότι το νεο-οθωμανικό μοντέλο που προβάλει, δεν μπορεί να είναι ελκυστικό για τον αραβικό κόσμο), διότι θεωρεί λανθασμένα ότι η γεωστρατηγική της θέση της εξασφαλίζει σε πολιτικο-στρατηγικό επίπεδο «λευκή επιταγή» εκ μέρους των συμμάχων της και, τέλος, διότι παραγνωρίζει τα νόμιμα συμφέροντα των άλλων διεθνών δρώντων. Έτσι, με βάση τις εσφαλμένες αυτές εκτιμήσεις, η τουρκική εξωτερική πολιτική από το 2011 και μετά, δοκιμάζεται σκληρά, καθώς η ανακάλυψη ενεργειακού πακτωλού στην Ανατολική Μεσόγειο, η συρο-ιρακινη κρίση και η συνεχιζόμενη αστάθεια, έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό περιβάλλον, το οποίο η Άγκυρα δεν μπορεί να διαχειριστεί.

Η ανατολική λεκάνη της Μεσογείου

Είναι γνωστό ότι με πρόσχημα την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου, ο πρόεδρος Ερντογάν καταδιώκει ανελέητα όσους δεν είναι ένθερμοι οπαδοί του, πράγμα που φέρνει σε εξαιρετικά δύσκολη θέση τους διεθνείς υποστηρικτές του, ενώ το κλίμα πολιτικής τρομοκρατίας που συντηρεί, έχει τεράστιο και αρνητικό αντίκτυπο στην τουρκική οικονομία. Με αυτά τα δεδομένα, ο πρόεδρος Ερντογάν συνδέει την εξωτερική πολιτική με την εσωτερική, έχοντας πολλαπλούς στόχους αναφορικά με το Κυπριακό, το Αιγαίο, την εκμετάλλευση των υποθαλάσσιων κοιτασμάτων ενέργειας, αλλά και τη συριακή κρίση.
Όσον αφορά την ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τις προσπάθειες της Τουρκίας για κλιμάκωση της έντασης με την Ελλάδα, τους εκβιασμούς στην Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά και την επιδίωξη αποτροπής ή/και εκφοβισμού πολυεθνικών εταιρειών πετρελαίου, όπως η ιταλική ΕΝΙ, ώστε να μην αρχίσουν δοκιμαστικές γεωτρήσεις σε κυπριακά οικόπεδα. Ο στόχος είναι σαφής: τίποτα δεν μπορεί να γίνει εάν δεν συναινεί η Τουρκία, η οποία για να συναινέσει, απαιτεί τη νομιμοποίηση των παράνομων τετελεσμένων της στην Κύπρο, αλλά και την απόκτηση του μισού –τουλάχιστον- Αιγαίου.
Επί πλέον, η Άγκυρα προσπαθεί -ήδη από το τέλος του διπολισμού- να προσεταιριστεί ή και να ελέγξει χώρες και περιοχές των Βαλκανίων, όπως η πΓΔΜ, η Αλβανία ή το Κόσοβο, σε μία προφανή προσπάθεια περικύκλωσης της Ελλάδας από γείτονες με αλυτρωτικές βλέψεις, που θα της δημιουργήσουν μικρότερα ή μεγαλύτερα προβλήματα. Η τακτική αυτή εντείνεται, καθώς η Άγκυρα εκτιμά ότι σήμερα η Αθήνα είναι απολύτως αποδυναμωμένη λόγω της κρίσης που διέρχεται, ενώ η ίδια παραμένει ισχυρή. Στην πραγματικότητα, η Αθήνα δεν είναι τόσο αποδυναμωμένη, εφόσον αποτελεί πόλο σταθερότητας σε μία εξόχως ασταθή περιοχή και παράλληλα αποτελεί μέρος της λύσης περιφερειακών προβλημάτων. Αντίθετα με την Άγκυρα, η οποία αποτελεί μέρος των περιφερειακών προβλημάτων είτε αυτά αφορούν τις σχέσεις της με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, είτε αυτά αφορούν τη συριακή κρίση.

Η συριακή κρίση

Πράγματι, η συριακή κρίση απετέλεσε τη λυδία λίθο των τουρκο-ευρωπαϊκών και τουρκο-αμερικανικών σχέσεων, οι οποίες σήμερα φαίνεται να βρίσκονται στο ναδίρ. Οι λόγοι για την επιδείνωση αυτή εστιάζονται κυρίως στους αποκλίνοντες στόχους του τούρκου προέδρου, από τη μία πλευρά, και των στόχων των Βρυξελλών και της Ουάσιγκτον, από την άλλη.
Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι απαιτήσεις της Άγκυρας, όπως και η εκβιαστική της τακτική στο ζήτημα των σύρων προσφύγων, αλλά και η εσωτερική πολιτική τρομοκρατία του καθεστώτος Ερντογάν, αποτελούν παράγοντες που αναγκάζουν σε υποχώρηση ακόμα και τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές της τουρκικής υποψηφιότητας και τη διατήρηση καλών σχέσεων Βρυξελλών – Άγκυρας.
Ακόμα χειρότερη, όμως, είναι η κατάσταση των σχέσεων της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και βεβαίως το ΝΑΤΟ. Εν προκειμένω, οι στόχοι των δύο πλευρών είναι απολύτως αποκλίνοντες, δεδομένου ότι η Άγκυρα επιδιώκει πάση θυσία την εξόντωση των Κούρδων της Συρίας και την εκμηδένιση της πιθανότητας να δημιουργηθεί κουρδικό κράτος εάν διαμελιστεί η Συρία, ή έστω ομόσπονδο κουρδικό κρατίδιο, σε περίπτωση, βέβαια, που διαφυλαχθεί εν τέλει η εδαφική ακεραιότητα της χώρας.
Για να αποφύγει, λοιπόν, το ενδεχόμενο επανάληψης του προηγούμενου των Κούρδων του Ιράκ και στη Συρία, η Άγκυρα δεν δίστασε ούτε να συνεργαστεί με τους τρομοκράτες του «Ισλαμικού Κράτους» για να χτυπήσει τους Κούρδους της Συρίας, ούτε να προσπαθήσει να εμπλέξει το ΝΑΤΟ σε θερμή αντιπαράθεση με τη Μόσχα, αλλά ούτε και να συνταχθεί, στη συνέχεια, με τη Ρωσία και το Ιράν, που αποτελούν βασικούς αντιπάλους των ΗΠΑ. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το ζήτημα των Κούρδων της Συρίας αποτελεί μείζον θέμα για την Ουάσιγκτον, δεδομένου ότι είναι ο μόνος σύμμαχος που έχουν στη χώρα και ο μόνος μοχλός που διαθέτουν, ώστε να εξισορροπήσουν την έντονη ρωσική επιρροή.
Με δεδομένη τη βαρύτητα που έχει κάθε πτυχή του Κουρδικού ζητήματος για την Άγκυρα, αλλά και με δεδομένη την αμερικανική πολιτική μειονεξία στη Συρία, στα τέλη Ιανουαρίου η Άγκυρα προχώρησε ακόμα περισσότερο, επιτιθέμενη στο Αφρίν, κουρδικό θύλακα που βρίσκεται στα συρο-τουρκικά σύνορα, με αφορμή την ανακοίνωση των ΗΠΑ ότι θα ενισχύσουν τις Κουρδικές Μονάδες Προστασίας του Λαού, ώστε να εμποδίσουν την εκ νέου διείσδυση στη χώρα δυνάμεων του «Ισλαμικού Κράτους».
Μέχρι στιγμής, οι ΗΠΑ δεν έχουν αντιδράσει επισήμως στην επίθεση εναντίον του Αφρίν, την οποία πραγματοποιεί ο τουρκικός στρατός εναντίον των Κούρδων με τη συνδρομή ανδρών του «Ισλαμικού Κράτους», που επανέρχονται με τη στήριξη της Άγκυρας στην Συρία. Επί πλέον, η Τουρκία εκτοξεύει έμμεσες απειλές εναντίον των ΗΠΑ, υπογραμμίζοντας ότι όποιος βοηθά του τρομοκράτες -όπως οι Κουρδικές Μονάδες Προστασίας του Λαού- «είναι θεμιτός στόχος», αλλά και άμεσες, όπως αυτές που διατύπωσε εναντίον της Ελλάδας σημαίνων σύμβουλος του Ερντογάν στις 14 Φεβρουαρίου, που δήλωσε ότι «οι ΗΠΑ θα βάλουν την Ελλάδα να επιτεθεί στην Τουρκία, αλλά θα είναι σαν μία μύγα να επιτίθεται σε έναν γίγαντα και οι συνέπειες θα είναι τρομερές για την Ελλάδα».
Όπως προκύπτει, η πολιτική της Άγκυρας διέπεται από απόλυτο παραλογισμό, που όμως εργαλειοποιείται και είναι πολύ χρήσιμος στον τούρκο πρόεδρο, διότι συντηρεί μια ψευδή εικόνα ισχύος της χώρας στα μάτια των τούρκων πολιτών, διότι εμφανίζεται ως υπέρμαχος των «εθνικών συμφερόντων», και διότι συνεχίζει να παρουσιάζει τους κεμαλιστές ως εθνικούς μειοδότες. Όμως, παρά τα προφανή μικροπολιτικά οφέλη για τον ίδιο και το περιβάλλον του, η πολιτική αυτή αυξάνει κατά πολύ τους κινδύνους σε μία περιοχή όπου κυριαρχούν οι απειλές, η αστάθεια και η σύγκρουση, το τίμημα των οποίων μπορεί να είναι πολύ μεγάλο και για την ίδια την Τουρκία.