Τραγούδι αγάπης, βλέμμα κατάματα στον θάνατο…

Τζέιμς Μπόλντουιν «Το κουαρτέτο του Χάρλεμ»
(μτφ. Χρήστος Οικονόμου, εκδ. Πόλις, 2019)

Επιτέλους, ξανά μετά από πολλά χρόνια καινούργιο βιβλίο του Τζέιμς Μπόλντουιν στα ελληνικά. Και μάλιστα προαναγγέλλεται και συνέχεια. Βέβαια, η ελπίδα κάθε αναγνώστη και αναγνώστριας που αγαπάει αυτόν τον τόσο ιδιαίτερο συγγραφέα είναι να μεταφραστούν κάποια στιγμή και τα –πραγματικά σπουδαία– δοκίμια και άρθρα του.
Το Κουαρτέτο του Χάρλεμ είναι το τελευταίο και πιο πολυσέλιδο μυθιστόρημα του Μπόλντουιν. Εκδόθηκε το 1979, ο συγγραφέας το έγραψε στο σπίτι του στη Νότια Γαλλία. Ο Μπόλντουιν, που είχε γεννηθεί στο Χάρλεμ το 1924, εγκατέλειψε τις ΗΠΑ το 1948, έχοντας απαυδήσει από τον ρατσισμό και την ομοφοβία που βίωνε εκεί, και εγκαταστάθηκε στη Γαλλία.
Το μυθιστόρημα μας αφηγείται την ιστορία του Άρθουρ, του διάσημου «Αυτοκράτορα της σόουλ», και της παρέας του, μιας ομάδας μουσικών που ξεκινούν την καριέρα τους στο Χάρλεμ, τη δεκαετία του 1940. Τραγουδώντας γκόσπελ, θα ταξιδέψουν από τον άγριο Νότο των ΗΠΑ μέχρι την Ευρώπη, θα σημαδευτούν από τον πόλεμο της Κορέας, θα ζήσουν έρωτες που κάποτε σπάνε τους κανόνες της συντηρητικής χώρας τους και της συντηρητικής κοινωνίας γύρω τους, θα βιώσουν τον πιο βάρβαρο ρατσισμό και θα συνδεθούν με το κίνημα των δικαιωμάτων, θα νιώσουν την ευτυχία και την απώλεια, θα αντικρίσουν κατάματα το πιο όμορφο και το πιο σκληρό πρόσωπο της ζωής, στη διάρκεια των τριάντα περίπου χρόνων που καλύπτει αυτή η αφήγηση.
Με την αρχή του βιβλίου, στην πρώτη πρώτη παράγραφο, βλέπουμε τον Άρθουρ να πεθαίνει – «στις αντρικές τουαλέτες στο υπόγειο μιας λονδρέζικης παμπ». Αφηγητής της ιστορίας, ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Χαλ, που ήταν ταυτόχρονα και ο ατζέντης του. Μέσα από την –τρυφερή και μελαγχολική, συγκινημένη και συγκινητική– φωνή του αφοσιωμένου Χαλ θα δούμε να εκτυλίσσεται μπροστά μας όλη η περιπέτεια της ζωής (και του τέλους) αυτής της παρέας των μουσικών, και κυρίως του εύθραυστου αδελφού του, του Άρθουρ. Όσο ο αναγνώστης ανακαλύπτει σιγά σιγά τη σχέση ανάμεσα στα δύο αδέλφια και τον ρόλο του ενός στη ζωή του άλλου, αντιλαμβάνεται και τον ρόλο που έχει αυτό το «φίλτρο» της μνήμης του Χαλ, ο οποίος, όπως λέει, πλησιάζει «πλέον στο σημείο της μετωπικής σύγκρουσης ανάμεσα σε αυτά που δεν τολμώ να θυμηθώ και σ’ εκείνα που ελπίζω ότι θυμάμαι» – και «όλοι ξέρουν πόσο επικίνδυνα παιχνίδια παίζει η μνήμη, πόσο ύπουλος είναι ο ρόλος της στη ζωή ενός ανθρώπου».
Ο Άρθουρ είναι μαύρος και ομοφυλόφιλος και ζει στη συγκεκριμένη χώρα, στη συγκεκριμένη εποχή. Ο Τζέιμς Μπόλντουιν υπήρξε πάντα τολμηρός συγγραφέας. Αυτό φάνηκε ήδη από το πρώτο του βιβλίο, το Φώναξέ το στα βουνά, και βεβαίως κορυφώθηκε με το Δωμάτιο του Τζοβάνι, που εκδόθηκε το 1956 και έχει στο επίκεντρο έναν ομοφυλοφιλικό έρωτα.
Η τόλμη όμως του Μπόλντουιν δεν έγκειται μόνο στα θέματα που επιλέγει να θίξει, καθώς παντού στα γραπτά του ανοίγει πολλαπλά μέτωπα με κάθε έκφανση του ρατσισμού και της ομοφοβίας. Η τόλμη του έγκειται σε μεγάλο βαθμό στη σύνθετη, στην πολυπρισματική και πολυεπίπεδη ματιά του, που παραμερίζει τις ευκολίες ενός απλοϊκού και μονοσήμαντου αντιρατσιστικού ή αντιομοφοβικού λόγου και σκάβει βαθύτερα, στις κρυφές πτυχές αυτού του λόγου και αυτής της πράξης, στις συγκαλυμμένες πλευρές, σε εκείνο το δεύτερο επίπεδο που πολλές φορές ασυνείδητα μπορεί να ενσωματώνεται ή να εκφράζεται. Η ματιά και η αγωνία του (μαύρου) Άρθουρ μπροστά στους Αφρικανούς είναι πολύ χαρακτηριστικές. Ανάμεσα σε ένα «αλαβάστρινο παρελθόν που έχει τόσο πολύ εξυμνηθεί» και σε ένα «εβένινο παρελθόν κατασυκοφαντημένο», η διερώτηση γι’ αυτό «που έχει καταλήξει να ονομάζεται “χρώμα”» μπορεί να γίνει επώδυνη: «ούτε θα έμπαινα ποτέ στον κόπο να προσέξω το δικό σας χρώμα, αν δεν αγωνιούσατε τόσο πολύ να αποδείξετε πως είσαστε λευκοί»… (Ας θυμηθούμε τον Ζαν Ζενέ που υποστήριζε τις πιο ριζοσπαστικές εκδοχές του μαύρου κινήματος ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόταν: «Τι είναι, λοιπόν, ένας μαύρος; Και, πρώτα απ’ όλα, τι χρώμα έχει;»)
Ο Μπόλντουιν συμμετείχε ενεργά στο κίνημα των δικαιωμάτων τη δεκαετία του 1960, επέστρεψε στις ΗΠΑ το 1957, ταξίδεψε και μίλησε πολλές φορές στον Νότο, έκανε σωρεία δημόσιων παρεμβάσεων – ο φάκελός του στο FBI περιείχε κοντά στις 2.000 σελίδες ντοκουμέντα. Άλλοι τον θεώρησαν ριζοσπάστη, άλλοι τον κατηγόρησαν για πολύ συμφιλιωτικό. Και στην πολιτική του δράση, ο Μπόλντουιν δεν χωρούσε εύκολα σε κουτάκια και ευκολίες, σε υπεραπλουστεύσεις και γενικεύσεις.
Στο Κουαρτέτο του Χάρλεμ, ο Μπόλντουιν σκαλίζει, λοιπόν, ταυτόχρονα τις δύο πληγές: τη φυλή και τη σεξουαλικότητα, το χρώμα του δέρματος και τη σεξουαλική επιλογή. Και αυτό το κάνει με τη συνηθισμένη του τόλμη, υπονομεύοντας κάθε εύκολο μανιχαϊσμό. Μιλώντας για μια εποχή που πολλοί μαύροι αγωνιστές θεωρούσαν την ομοφυλοφιλία «αμαρτία» ή «δείγμα της παρακμής των λευκών», ο Μπόλντουιν «τοποθετεί ξανά και με επιτυχία τη μαύρη ανδρική ομοφυλοφιλία στα συμφραζόμενα της μαύρης κοινωνίας», όπως έγραψε το 1979, όταν εκδόθηκε το βιβλίο, ο Έντμουντ Γουάιτ στην Washington Post.
Οι πρωταγωνιστές του Κουαρτέτου… πολλές φορές κινούνται στις φωτεινές ρωγμές ενός δύσκολου κόσμου που τους περιβάλλει. Μπορεί οι αναφορές στα ταξίδια τους στις νότιες ΗΠΑ να είναι χαρακτηριστικές («είσαι νέος, ωραίος και μαύρος… δεν τους αρέσει καθόλου αυτό… κάθε σαββατόβραδο σκοτώνουν παιδιά σαν εσένα, έτσι για πλάκα»), αλλά αξέχαστη είναι η σκηνή στο πολυκατάστημα όπου οι υπάλληλοι σπεύδουν μεν να εξυπηρετήσουν τον μαύρο πελάτη έχοντας όμως τον διαρκή τρόμο πως δεν ήταν παρά ένας «αδέκαρος κλέφτης» και νιώθοντας την «ανάγκη» να τον πληροφορήσουν διακριτικά πως το μαγαζί μάλλον είναι πολύ ακριβό γι’ αυτόν και όντας πάντα έτοιμοι να πατήσουν το κουμπί του συναγερμού…
Έτσι λοιπόν, μέσα σε όλη την γκάμα των συναισθημάτων που νιώθουν οι πρωταγωνιστές, ο φόβος είναι εκείνος που πολύ συχνά ξεχωρίζει: «Αν είσαι μαύρος στην Αμερική, είναι αδύνατον να αποβάλεις τον αδιάλειπτο φόβο που σου προκαλούν οι συμπατριώτες σου», καθώς δεν βλέπεις γύρω σου παρά «ανθρώπους που ουσιαστικά έχουν χάσει την ικανότητα να σε βλέπουν». Ακόμα και αν η πρακτική του δημόσιου λιντσαρίσματος αρχίζει να εγκαταλείπεται, ακόμα και αν «στα χαρτιά και στον δρόμο, οι λευκοί και οι μαύροι μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν τους ίδιους δημόσιους χώρους», ένας μαύρος όχι μόνο κινείται στον Νότο με την καρδιά σφιγμένη από τον φόβο, αλλά δεν τολμά καν να το συζητήσει ανοικτά, αφού μάλλον τον πνίγει η ανασφάλεια και η ντροπή. Και αυτός ο φόβος δεν είναι ο μόνος: μετά από χρόνια ερωτικής σχέσης, «όπως έβλεπε ο Τραγανός τα πράγματα, ο Άρθουρ απειλούσε τον ανδρισμό του, αφού φοβόταν πως ο ίδιος κατέστρεφε τον ανδρισμό του Άρθουρ»…
Και τελικά, λογικό αποτέλεσμα του φόβου, η οργή, που δεν μπορεί να τιθασευτεί, ούτε να κρυφτεί: «εφόσον δεν ήμουν εγώ ασφαλής στη χώρα μου, τότε κανείς άλλος δεν μπορούσε να είναι ασφαλής […] τώρα που είχαν γίνει αυτοί οι Αμερικανοί, ήμουν εγώ ο ξένος».

Κώστας Αθανασίου