Τριάντα χρόνια και συνεχίζουμε

 

Αφιέρωμα για την επέτειο της εφημερίδας μας. Γράφουν οι Σία Αναγνωστοπούλου, Νίκος Βούτσης, Νίκος Φίλης, Βασίλης Παπαστεργίου, Βιβή Κεφαλά, Νίκος Ξυδάκης και Σταύρος Καπάκος

.

Τριάντα ολόκληρα χρόνια από τότε που, χωρίς την παραμικρή σιγουριά για όσα επρόκειτο να συμβούν και με μόνη βεβαιότητα πως έπρεπε να πούμε ό,τι θεωρούσαμε απαραίτητο να ειπωθεί και δεν ακουγόταν από κανέναν άλλο, αποφασίσαμε να εκδώσουμε την «Εποχή».
Προϊόν μιας διάσπασης, του ΚΚΕ Εσωτερικού, και μιας ανάγκης να διατυπωθεί και να διαδοθεί μια διαφορετική από τις κρατούσες άποψη για την πολιτική και την αριστερά, από την αρχή, ωστόσο, πίστεψε στην ανάγκη να οδηγηθούμε από τις φυγόκεντρες τάσεις σε μια νέα σύνθεση και μια νέα ενότητα. Ήταν η εποχή που, κάτω από το βάρος της κατάρρευσης κυρίως της Σοβιετικής Ένωσης, ακόμη και όσοι προέρχονταν από την αριστερά, δεν πίστευαν στην αναγκαιότητα της ύπαρξής της.
Στο βαθμό που αυτό έγινε κάποτε πραγματικότητα με τον ΣΥΡΙΖΑ, δικαιολογημένα μπορούμε να διεκδικήσουμε την εκτίμηση ότι έχουμε συμβάλει κι εμείς στην επίτευξη ενός στόχου, που δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί χωρίς την αντιπαράθεση πολλών και διαφορετικών απόψεων, δηλαδή χωρίς την παραδοχή ότι κανείς από μόνος του δεν κατέχει την απόλυτη αλήθεια. Χωρίς την παραδοχή ότι ακόμα και η πιο καταλυτική κριτική δεν γίνεται να έχει στόχο τη διάλυση, αλλά τη σύνθεση.
Τριάντα χρόνια είναι μια ζωή. Δεν μας φάνηκαν, όμως, ατέλειωτα. Ήταν τόσο πυκνά τα γεγονότα, που, αντίθετα, μοιάζει η αρχή να έγινε μόλις χτες. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι αυτό που ήταν για όλους όσοι συνέπραξαν στη δημιουργία του. Για πολλούς δεν είναι ούτε η «Εποχή» το ίδιο. Κι αν κάτι μας στενοχωρεί, είναι ότι, παρά τις νέες διαφωνίες, τις νέες συγκρούσεις, τις νέες φυγόκεντρες τάσεις, δεν έχουμε καταφέρει ακόμα να πείσουμε ότι οι σελίδες της «Εποχής» θέλουν, επιδιώκουν, επιθυμούν να είναι σελίδες φιλόξενες σε κάθε άποψη, όσο κριτική κι αν είναι, αρκεί να στοχεύει στην υπέρβαση των διαφορών ή, έστω, στην αποσαφήνιση και την εκλογίκευσή τους –γιατί αυτό είναι το πρώτο βήμα.
Ο στόχος αυτός είναι, προφανώς, πιο δύσκολος με ένα τμήμα της αριστεράς στην κυβέρνηση και, μάλιστα, με τις συγκεκριμένες συνθήκες. Ωστόσο, σίγουρα δεν είναι μόνο αυτός ο λόγος. Κλείνουμε, τα τριάντα χρόνια τής «Εποχής» με την ελπίδα ότι η επέτειος αυτή μπορεί να γίνει αφορμή για να ειπωθούν από τις σελίδες της –και όχι μόνο στο διαδίκτυο– όσα θα μας κάνουν πάλι να επιχειρήσουμε μια δύσκολη συζήτηση, με επιχειρήματα, όχι με αφορισμούς σίγουρα θα αποδειχθεί σίγουρα γόνιμη.
«Ε»

 

Ένα διαρκές «οδόφραγμα»

 

Της Σίας Αναγνωστοπούλου

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, σε μια από τις πιο δύσκολες καμπές της Ιστορίας του 20ου αιώνα, σε μια από αυτές τις καμπές που αλλάζουν τον κόσμο, μια νέα εφημερίδα της Αριστεράς τόλμησε να ξεκινήσει το ταξίδι της –ήταν η Εποχή. Ο Μπάμπης Γεωργούλας, ο Παύλος Κλαυδιανός και ο Άγγελος Ελεφάντης, αψηφώντας τα σημάδια των καιρών –εχθρικά έως απειλητικά για την Αριστερά- «γέννησαν» την Εποχή. Θα έλεγα καλύτερα, ακριβώς επειδή «έπιασαν» τα σημάδια των καιρών, θέλησαν να ενισχύσουν το σώμα της Αριστεράς, να την μπολιάσουν με νέα μπόλια. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, τότε που με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού άλλαζε διεθνώς για πάντα το τοπίο, τότε που η παγκοσμιοποίηση άρχισε να επιταχύνει την περπατησιά της εξορίζοντας ως αναχρονιστική την ιδέα του διεθνισμού, τότε που τα σημάδια για τη νομιμοποίηση του νεοφιλελευθερισμού ως του μοναδικού δρόμου για την ανθρωπότητα άρχισαν να πυκνώνουν, στην Ελλάδα το τοπίο επίσης άλλαζε δραματικά. Η Μεταπολίτευση, και το στοίχημα της μεγάλης αλλαγής που αυτή έφερε μαζί της, κλυδωνιζόταν άγρια σε ένα πέλαγος σκανδάλων και διαφθοράς, ενώ η παγκοσμιοποίηση και οι απαρχές του νεοφιλελευθερισμού μεταφράζονταν σ’ εκείνη τη φάση με ένα ξέφρενο πάρτι που μόλις άρχιζε στη χώρα μας –αυτό του λάιφ στάιλ. Η Αριστερά άρχισε να φαντάζει σαν μια παλιά ιδιοτροπία, σαν ένα ατύχημα διαδρομής που έπρεπε να διορθωθεί.
Από την άλλη μεριά, η Αριστερά και τα κόμματα που την εξέφραζαν, το μόνο ρόλο που φαινόταν ότι θα μπορούσαν να επιτελέσουν, ήταν αυτόν του να περισώσουν ό,τι μπορούσε να περισωθεί, να διατηρήσουν κάτι «από το παλιό σπίτι», μήπως κάποτε ξαναγυρίσει ο καιρός και «φτιάξουν τα πράγματα». Ακόμα και η ανανεωτική Αριστερά έχανε το στόχο: αυτό που έπρεπε να ανανεωθεί είχε χαθεί, και μαζί με αυτό κινδύνευε να χαθεί και ο δικός της κόσμος αναφοράς. Ωστόσο, αυτή η περίοδος αποδέσμευε νέες δυνάμεις. Οι μεγάλες αυτές ανακατατάξεις αναμόχλευαν τις κοινωνίες και έφερναν στην πρώτη γραμμή δυνάμεις που η «κομματική» Αριστερά, κομμουνιστική και ανανεωτική, δεν μπορούσαν τότε να πιάσουν. Το αριστερό μέτωπο έσπαγε μεν, αλλά πολλά μέτωπα, μικρά-μικρά άρχισαν να διαμορφώνονται. Με αυτά τα μέτωπα ακριβώς άνοιξε κουβέντα η Εποχή -μας τα έμαθε, κι εμείς μάθαμε από αυτά.

Τα μέτωπα ανασύνθεσης

Ήταν τα μέτωπα που έφτιαχναν τα πολλά μικρά ή μεγάλα κινήματα (της δράσης, αλλά και της θεωρίας). Αποσπασματικά και κατακερματισμένα στην αρχή, ασύνδετα μεταξύ τους, καταπιάνονταν με τα «μικρά» και τα «ελάσσονα», αυτά τα «μικρά» και τα «ελάσσονα» που θα μπορούσαν να ανασυνθέσουν το μεγάλο όραμα της Αριστεράς, το παλιό, αλλά με νέα υλικά όραμα της Αριστεράς. Σε αυτό τον κόσμο της πληθυντικής, της κινηματικής Αριστεράς, της πολυπλοκότητας και της ασύνδετης ακόμα Αριστεράς μας εισήγαγε η Εποχή, και σ’ αυτό τον κόσμο μας καθοδήγησε να πάρουμε θέση και να αναλάβουμε δράση. Έφερε σε επαφή και επικοινωνία, σε διάλογο ανθρώπους από διαφορετικά μέτωπα, της Ελλάδας, αλλά και διεθνώς. Η Εποχή εν ολίγοις πρόσφερε μια νέα επικοινωνιακή και θεωρητική στέγη σε ανθρώπους των κινημάτων, σε ανθρώπους των Πανεπιστημίων, σε κάθε λογής ανθρώπους που μόνοι τους ή συλλογικά προσπαθούσαν να ανακαλύψουν και να επινοήσουν τους νέους αριστερούς δρόμους. Τα άρθρα για τις προκλήσεις της οικονομίας και των κοινωνικών διεκδικήσεων άνοιγαν διάλογο με τις νέες τάσεις της ιστοριογραφίας κατά του εθνικισμού, άνοιγαν διάλογο με τις προκλήσεις στα Βαλκάνια, την Ευρώπη και τον κόσμο που η κατάρρευση του σύμπαντος του 20ου αιώνα έφερε.
Μέσα από αυτόν το διάλογο άρχισε να διαμορφώνεται σταδιακά, με κόπο, συγκρούσεις, πισωγυρίσματα και αντιφάσεις το νέο όραμα της Αριστεράς. Άρχισαν καταρχάς να στήνονται οι γραμμές άμυνας της πληθυντικής Αριστεράς: ο κόσμος της Εποχής μπόλιαζε και το άλλο μετερίζι της Αριστεράς, την Αυγή και τον Πολίτη και άλλα –και το αντίστροφο. Άρχισαν, δηλαδή, να συγκοινωνούν οι διαφορετικοί επικοινωνιακοί και θεωρητικοί δρόμοι, παλιοί και νέοι, της Αριστεράς. Ένας πλατύτερος κόσμος ανοίχθηκε, που πλάτυνε τον κόσμο των μέσων επικοινωνίας της Αριστεράς. Κόσμος πηγαινοερχόταν από το ένα «οδόφραγμα» στο άλλο, ανανεώνονταν τα παλιά και αναζωογονούνταν τα νέα.

Με την κοινωνία

Έτσι την βλέπω την Εποχή, τώρα μετά από 30 χρόνια: σαν ένα «οδόφραγμα» απέναντι σε κάτι –παγκοσμιοποίηση και νεοφιλελευθερισμό- που άρχισε να επελαύνει σαρώνοντας τα πάντα. Σαν ένα «οδόφραγμα» που στήθηκε εκεί στο τρίστρατο μιας Αριστεράς, τότε σε σύγχυση, και την έμαθε να στήνει οδοφράγματα, να γίνει η ίδια «οδόφραγμα», όχι για να περισώσει ό,τι μπορεί να περισωθεί, όχι για σώσει το παλιό σπίτι, αλλά για να ξαναφτιάξει το νέο διάβημα για το μέλλον, τη νέα μεγάλη επίθεση, όχι από πάνω, αλλά με τη «μικρή» κοινωνία από κάτω, με αυτή την κοινωνία που μπορεί να αναστήσει και να επικαιροποιήσει οράματα.
Εξακολουθώ να βλέπω την Εποχή ως ένα διαρκές «οδόφραγμα» που καλεί μονίμως σε μάχη, που δεν εφησυχάζει.

 

 

 

Το μέλλον της «Εποχής»

Του Βασίλη Παπαστεργίου

Θα αντισταθώ στον πειρασμό να γράψω βιωματικά για κάποια στιγμιότυπα της πορείας 30 χρόνων της «Εποχής». Ο πειρασμός είναι μεγάλος, γιατί η πορεία της εφημερίδας αντανακλά λίγο ως πολύ την πολιτική διαδρομή πολλών από εμάς που συμμετείχαμε στον ύστερο Ρήγα.
Δεν θα αναφερθώ επίσης στην εν γένει συμβολή της «Εποχής», αυτού του ιδιαίτερου εντύπου, στον Τύπο της Αριστεράς, αλλά και στη δύσκολη πορεία της ανασυγκρότησης της Αριστεράς μετά τις δραματικές εξελίξεις της περιόδου 1989-1991.
Αυτά έχουν ειπωθεί αρκετές φορές από περισσότερο αρμόδιους και με τρόπο πλήρη και συγκροτημένο.
Θεωρώ σημαντικότερη στην παρούσα φάση μια συζήτηση για το παρόν και το μέλλον αυτής της εφημερίδας.
Είναι φανερό ότι η «Εποχή» περνά μια πολύ δύσκολο περίοδο, καθώς είναι αντιμέτωπη με πολλές και πολυεπίπεδες δυσκολίες:
Α. Επηρεάζεται έντονα από τη γενικότερη παγκόσμια, αλλά και εγχώρια κρίση του Τύπου, δηλαδή τη γενικότερη κρίση του μέσου. Είναι γνωστό ότι οι πωλήσεις των εφημερίδων μειώνονται παγκόσμια, ότι η μείωση είναι ακόμα μεγαλύτερη στη χώρα μας, ενώ φαίνεται ότι χάνεται η συνήθεια της έντυπης ανάγνωσης του Τύπου. Αυτή η τάση αφορά και τον Τύπο της Αριστεράς, ίσως μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό.
Β. Επηρεάζεται από την κρίση του πολιτικού υποκειμένου, καθώς η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 δίχασε και τραυμάτισε το ούτως ή άλλως μικρό αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας. Η «Εποχή», διέθετε την εξής ιδιομορφία μέσα στον Τύπο της Αριστεράς: παρά την αναφορά της σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό σχήμα (διαδοχικά το ΚΚΕ εσ-ΑΑ, την ΑΚΟΑ και τον ΣΥΡΙΖΑ). Ωστόσο, μπορούσε να φιλοξενεί διαφορετικές, ακόμα και κριτικές προς τη βασική κατεύθυνση της εφημερίδας, φωνές. Η ένταση της κρίσης του 2015 και το γεγονός ότι πεδίο της διάσπασης υπήρξε η κυβερνητική πολιτική, «έκαψε» τις γέφυρες και κατέστησε πολύ δύσκολη τη συνύπαρξη διαφορετικών απόψεων μέσα στην εφημερίδα. Αρκετοί από τους, ούτως ή άλλως όχι ευάριθμους, αναγνώστες αποξενώθηκαν πλήρως και σταμάτησαν να την αγοράζουν.
Γ. Τέλος, η «Εποχή» αντιμετωπίζει μια δική της διαρκή εσωτερική κρίση, καθώς σημαντικοί της συνεργάτες έχουν απομακρυνθεί για διάφορους λόγους, ενώ το προσωπικό της δεν ανανεώνεται. Επίσης, η θεματολογία της «χάνει» σημαντικές περιοχές της κοινωνικής ζωής (εργασιακοί χώροι, νεανική κουλτούρα, κίνηση ιδεών, βιβλία). Σήμερα η «Εποχή» μοιάζει να εκδίδεται αποκλειστικά χάρη στο πείσμα κάποιων, λίγων, σημαντικών στελεχών της Αριστεράς. Έχω την εντύπωση, όμως, ότι αυτό δεν μπορεί να έχει μεγάλες προοπτικές.

Ανανέωση και απεύθυνση στους αναγνώστες

Είναι φανερό ότι η εφημερίδα προκειμένου να μπορέσει να συνεχίσει με ένα τρόπο αντίστοιχο της καλής της παράδοσης, θα πρέπει να έρθει αντιμέτωπη με το πιο δύσκολο από όλα τα καθήκοντα: να έρθει σε ρήξη με τις συνήθειές της, να ανανεωθεί σε όλα τα επίπεδα.
Αυτό αφορά πρώτα από όλα την πολιτική της στόχευση. Μπορώ να κατανοήσω -και προφανώς σέβομαι- την επιλογή των βασικών συντελεστών της εφημερίδας να υποστηρίξουν το εγχείρημα της σημερινής κυβέρνησης. Ωστόσο, ο μονοσήμαντος προσανατολισμός που εκφράζεται κάθε Κυριακή μέσα από εκτενείς συνεντεύξεις κυβερνητικών και κομματικών στελεχών εν τέλει δεν υπηρετεί καν το σκοπό της στήριξης του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ, καθώς καθιστά την εφημερίδα προβλέψιμη και μη ελκυστική.
Αυτό που νομίζω ότι αντιστοιχεί στην ίδια την παράδοση της εφημερίδας είναι -διατηρώντας τον προσανατολισμό της- να κινηθεί σε όλο το φάσμα των απόψεων, από την κριτική στήριξη της σημερινής κυβέρνησης έως την αντιπαραθετική τοποθέτηση προς αυτήν.
Σημαντικότερο ζήτημα, ωστόσο, κι από το παραπάνω, θεωρώ την ανάγκη η εφημερίδα να κινηθεί έξω από το «καθηκοντολόγιο» της κυρίαρχης αντίληψης για την πολιτική. Η Αριστερά συνεχίζει να διαθέτει εξαιρετικούς επιστήμονες, όχι κατ’ ανάγκη πολιτικά στελέχη, καθώς και ένα πολύ μεγάλο δυναμικό ανθρώπων που έχουν αναφορές σε εργασιακούς και κοινωνικούς χώρους. Σε μια κοινωνία που μας καλεί όχι μόνο να την αλλάξουμε, αλλά και να την κατανοήσουμε, αυτό το δυναμικό είναι σημαντικό να βρει ένα έντυπο βήμα έκφρασης. Αυτό θα ήταν πολύ σημαντικότερο από την ευκολία της μονότονης κεντρικής πολιτικής συζήτησης.
Τέλος, η εφημερίδα θα πρέπει να σκεφτεί τη σχέση της με το μεγαλύτερο ανταγωνιστή της, δηλαδή το διαδίκτυο και τις νέες συνήθειες που αυτό έχει επιβάλει στην ανάγνωση. Η ιστοσελίδα της εφημερίδας, που πλέον είναι ενεργή μετά από χρόνια μεγάλης αδράνειας, νομίζω ότι θα πρέπει να υιοθετήσει την πρακτική μιας μικρής συνδρομής, αφήνοντας κάποια κείμενα ελεύθερα προς ανάγνωση, ιδίως όταν το φύλλο αποσυρθεί από τα περίπτερα. Η ύλη της εφημερίδας μπορεί να «ανοίγει» μετά από ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Με δύο λόγια, η Εποχή θα πρέπει να απευθυνθεί άμεσα στο κοινό, που ούτως ή άλλως δεν αγοράζει πια εφημερίδες, αλλά και να δημιουργήσει κίνητρα αγοράς σε όσους επιμένουν στη συνήθεια της έντυπης ανάγνωσης.

 

Προπομπός και εμβρυουλκός εξελίξεων και διεργασιών

Του Νίκου Βούτση

Η έκδοση της εφημερίδας «Η Εποχή» και η αδιάλειπτη παρουσία της επί 30 χρόνια εγγράφεται κατά κοινή πλέον αντίληψη στην Ιστορία της Αριστεράς, με εναρκτήρια ορόσημα τη διάσπαση στους κόλπους της Ανανεωτικής Κομουνιστικής Αριστεράς και, βέβαια, την πτώση του τείχους λίγο μετά, μέχρι και σήμερα που συμπληρώνονται 4 χρόνια διακυβέρνησης της χώρας με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ.
Είναι βέβαιο ότι θα καταγραφούν εκατοντάδες ψηφίδες και σελίδες στο πανόραμα και το βιβλίο αυτής της ιστορικής διαδρομής. Θα αποτυπώνουν αδρά τον ισχυρό παρεμβατικό ρόλο της εφημερίδας στη συγκυρία της κάθε φάσης και στην ανάγνωση της κάθε ενδιάμεσης πολιτικής εποχής.
Είναι επίσης βέβαιο ότι θα μπορούσε να γεμίσει μια ολόκληρη έκδοση της εφημερίδας με αναφορές στα πρόσωπα. Πρώτα από όλα, στον Γιάννη Μπανιά. Τη διαχρονική ραχοκοκαλιά των σπουδαίων φίλων και συντρόφων, του Μπάμπη Γεωργούλα, του Παύλου Κλαυδιανού, του Μπάμπη Κοβάνη. Την εμβληματική παρουσία του Άγγελου Ελεφάντη και την εξαιρετική συμβολή του αείμνηστου, επίσης φίλου και συντρόφου, Θοδωρή Μιχόπουλου. Καθώς επίσης και των νεότερων συντρόφων δημοσιογράφων και μη, αρθρογράφων, ανταποκριτών, αναλυτών. Μια ολόκληρη μεγάλη κυψέλη δημιουργικής έκφρασης και παρέμβασης επί 30 χρόνια, που υπήρξε ταυτόχρονα και σχολή για τα πιο νέα παιδιά, όταν ήταν νέα, μέσα σε αυτές τις 3 δεκαετίες.
Θέλω να επιμείνω στον εντελώς ιδιαίτερο ρόλο που έπαιξε «Η Εποχή», βλέποντας τώρα από μια σχετική απόσταση, μέσα στον απίστευτα πυκνό πολιτικό χρόνο της τελευταίας δεκαετίας με επίκεντρο την κρίση, το ρόλο του προπομπού και εμβρυουλκού εξελίξεων και διεργασιών που αναφέρονται στο μεγάλο διεθνές και ευρωπαϊκό κάδρο και βέβαια στις ανατρεπτικές κινηματικές και εν τέλει πολιτικές αλλαγές. Δηλαδή στη διαμόρφωση του νέου έναντι του παλαιού πολιτικού σκηνικού της χώρας.
Σ’ αυτό τον ιδιαίτερο ρόλο, η παρουσία της εφημερίδας υπήρξε διακριτή, πρωτοπόρα και ταυτοτική για τη ριζοσπαστική και κινηματική Αριστερά.
Υπηρετήθηκε αυτός ο ρόλος με ισχυρά πολιτικά και ιδεολογικά μέτωπα, με ευθεία συμμετοχή ακόμα και στις ενδοαριστερές αντιπαραθέσεις. Χωρίς όμως εχθρότητα, χτυπήματα κάτω από τη ζώνη και σκανδαλολογία.

Για το Σοσιαλισμό με Δημοκρατία και Ελευθερία

Παράλληλα, υπήρξε μια ταυτόχρονη αναζήτηση, μια εναγώνια διεισδυτική, αλλά στοχευμένη, περιπλάνηση θεωρητικών καταβολών, με βλέμμα πάντοτε πλανητικό. Με σταθερή αναφορά στις διαχρονικές αξίες των ανθρωπίνων ελευθεριών, των κοινωνικών δικαιωμάτων, της αλληλεγγύης, εν τέλει όλων όσων συμπύκνωσαν στο παρελθόν και για το μέλλον το αίτημα για Σοσιαλισμό με Δημοκρατία και Ελευθερία.
Με αυτήν την έννοια η «Εποχή» έχει εγγραφεί οργανικά στη διαμορφούμενη ιστορία της Αριστεράς κι έχει πιστωθεί μια «καθαρή ματιά». Έτσι μπορεί και στην παρούσα φάση να «δει» ευθέως και χωρίς παλινδρομήσεις, αντιφάσεις και ανιστόρητες εμμονές που χαρακτηρίζουν άλλα αριστερά πολιτικά και δημοσιογραφικά εγχειρήματα.
Να «δει» και να υπηρετήσει τα αναγκαία μέτωπα που πρέπει να διαμορφωθούν απέναντι στις μεταδημοκρατικές, νεοφασιστικές απειλές σε κλίμακα Ευρώπης. Να «δει» και να υπηρετήσει την ωρίμανση των απαραίτητων προϋποθέσεων για να οικοδομηθούν οι προοδευτικοί πόλοι με τα κοκκινοπράσινα και κινηματικά χαρακτηριστικά των καλύτερων παραδόσεων από τα πολιτικά εγχειρήματα της Ανανεωτικής Κομμουνιστικής, της Ριζοσπαστικής Πράσινης παράδοσης, σε επαφή με τις αναζητήσεις, όπου υπάρχουν, αριστερών σοσιαλδημοκρατικών διεργασιών, που οριοθετούνται πέραν της ιστορικής νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης αυτού του χώρου.

 

Ένα πολιτικό εργαστήρι της Αριστεράς

Του Νίκου Φίλη

Η «Εποχή», πριν από 30 χρόνια, βγήκε ως εφημερίδα εκπροσώπησης ενός μικρού κομματικού σχήματος, του ΚΚΕ Εσωτερικού – Ανανεωτική Αριστερά. Γρήγορα, όμως, σε συνάρτηση με τη διάψευση της αυτόνομης συγκρότησης του χώρου, μετεξελίχθηκε σε μια αριστερή εφημερίδα γνώμης. Η πολιτική προδιάθεση του χώρου, το γεγονός ότι εγκαίρως είχαμε απορρίψει το παραδοσιακό κομματικό όργανο, διευκόλυνε αυτήν τη μετεξέλιξη. Υπήρχε, όμως, κάτι πιο ουσιαστικό, «μια σταθερότερη σταθερά», μια ανοικτή ιδεολογική αναζήτηση μέσα σε μια ραγδαία μεταβαλλόμενη παγκόσμια πραγματικότητα, που οδήγησε την «Εποχή» από «μέρος» να γίνει το «όλον» της συγκεκριμένης προσπάθειας για την ανανέωση του κομμουνιστικού κινήματος, στην ύστερη φάση της. Και η μάχη για το «Κ» να αποκτήσει στην πορεία τον χαρακτήρα του αγώνα για το «Α», για την Αριστερά, σε συνθήκες πίεσης για αποϊδεολογικοποίηση, που εντάθηκαν μετά την κατάρρευση του 1989.
Η «Εποχή» υπήρξε προϊόν συλλογικής, ανιδιοτελούς προσπάθειας εκατοντάδων Αριστερών, χωρίς πλουσιοπάροχα υλικά μέσα, με μοναδική «περιουσία» το παράδειγμα ζωής, τη συνομιλία τους με την ιστορία και το μέλλον της Αριστεράς, χωρίς δογματισμούς, με δημοκρατικό και ανανεωτικό τρόπο. Αυτήν την ώρα, από όλους όσοι συμμετείχαν καθοριστικά σε αυτό το επίτευγμα, αισθάνομαι την ανάγκη να μνημονεύσω τον Άγγελο (Ελεφάντη) και τον Γιάννη (Μπανιά), δύο τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους συντρόφους, που η απουσία τους είναι αισθητή σήμερα…

Δημιουργική συνάντηση

Η «Εποχή» υπήρξε, ακριβέστερα είναι, ένα πολιτικό εργαστήρι της Αριστεράς. Κατόρθωσε τη δημιουργική συνάντηση των παλαιότερων με νέους. Εξακολουθεί να εκφράζει προβληματισμούς και αγωνίες μιας ολόκληρης περιόδου, τόσο ανομοιογενούς είναι αλήθεια, αν σκεφτούμε ότι τα 30 χρόνια ορίζονται από μια σειρά κοσμοϊστορικών γεγονότων. Από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, την επίπλαστη ευημερία, την παγκόσμια κρίση και ιδιαίτερα την ελληνική επώδυνη χρεωκοπία. Από τη συγκρότηση του ηγεμονικού νεοφιλελεύθερου σχεδίου της ευρωπαϊκής ενοποίησης, μέχρι τη σημερινή απονομιμοποίησή του. Από τα κινήματα κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, κατά του εθνικισμού και του ρατσισμού, που υπήρξαν ανατάσεις με ασυνέχειες της δημοκρατικής κοινωνίας των πολιτών, μέχρι τη σημερινή απειλή του νεοφασιστικού φαινομένου που απλώνεται σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Αυτές τις εξελίξεις δεν τις είχαμε προβλέψει, δεν υπήρξαμε, όμως, και ανυποψίαστοι, πολύ περισσότερο δεν βολευτήκαμε με τα καινούρια ρούχα που φόρεσαν οι περισσότερες ηγεσίες της Αριστεράς σε ολόκληρο τον κόσμο. Μέσα από τις σελίδες της «Εποχής» αναπτύχθηκε εγκαίρως μια κριτική στη «νέα επαγγελία του Μάαστριχτ», δηλαδή στην επιβολή της οικονομίας, με τη μορφή μάλιστα των ανεξέλεγκτων αγορών, πάνω στην πολιτική. Και αυτή η αντίσταση εκδηλώθηκε κόντρα στην παραζάλη ενός ακαθόριστου «νέου», που σκόρπιζε τόσες συγχύσεις.
Υπήρξαμε, είμαστε, ευρωπαϊστές, αλλά μέσα σε μια κατηγορηματική διεκδίκηση για τη δημοκρατική, κοινωνική και οικολογική επαναθεμελίωση της Ευρώπης. Ο αντινεοφιλελευθερισμός μας ξεπηδούσε μέσα από τη δημοκρατική εναντίωσή μας στον καπιταλισμό. Και, ταυτόχρονα, φανατικά αντιεθνικιστές, καθώς η εφημερίδα αναδείχθηκε σε μετερίζι αριστερής και διεθνιστικής ευψυχίας, αλλά και σε μια άλλη εκδοχή του πατριωτικού καθήκοντος, κόντρα στις σειρήνες της εθνικιστικής αναδίπλωσης, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση του «Σκοπιανού».

Για την αλλαγή του κόσμου

Κοινός παρονομαστής όλων των επιλογών υπήρξε η αγωνία για την αλλαγή του κόσμου, δηλαδή για το παρόν και το μέλλον της Αριστεράς. Γι’ αυτό σύντομα ο χώρος της «Εποχής» διατέθηκε, στρατεύτηκε στην προσπάθεια «του διαλόγου και της κοινής δράσης της Αριστεράς», που οργανικά κατέληξε στον ΣΥΡΙΖΑ και νοηματοδότησε την πορεία για την αριστερή διακυβέρνηση. Και μέσα σε συνθήκες της αριστερής απαισιοδοξίας, που διαδέχτηκε την πρώτη περίοδο της «εφόδου» και των διαψεύσεων, ο χώρος της «Εποχής», οργανικό μέρος του λαού του ΣΥΡΙΖΑ, συμμετείχε με την καρδιά και το πνεύμα του στη διαμόρφωση και την ανόρθωση ενός πολιτικού σχεδίου της Αριστεράς σε συνθήκες νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και μνημονιακών ελέγχων. Δεν ήταν εύκολο να βρούμε λύσεις, συχνά όχι μόνο εξαιτίας της αντικειμενικής πραγματικότητας, αλλά και λόγω της κατανοητής υποκειμενικής διάθεσης, του γεγονότος δηλαδή ότι συμμετέχουμε ως Αριστεροί, ψυχή τε και σώματι, σε μια διακυβέρνηση με μεγάλους καταναγκασμούς και αποστάσεις, με ένα πρόγραμμα που δεν είναι δικό μας. Στη νέα φάση, καθώς αφήνουμε πίσω μας τη σκληρή επιτήρηση, αλλά στις αποσκευές μας εξακολουθούμε να έχουμε τις μνημονιακές δεσμεύσεις, η «Εποχή», ως οργανικό μέρος του ΣΥΡΙΖΑ, παραμένει ένα πολιτικό εργαστήρι για να αποκτά υλικότητα η προγραμματική εμβάθυνση και η ιδεολογική αναζήτηση. Σε μια περίοδο, μάλιστα, που είναι επείγουσα η επανασύνδεση του ΣΥΡΙΖΑ με τον αριστερό ριζοσπαστισμό και η απεύθυνσή του στους πολίτες που τον εμπιστεύτηκαν, αλλά τώρα στέκουν λίγο απόμακρα, πιεσμένοι από τα προβλήματά τους, παρά τις όποιες κυβερνητικές προσπάθειες. Απόμακρα, αλλά όχι εχθρικά, παρακολουθώντας και ψάχνοντας θετικά νέα και, κυρίως, ειλικρίνεια για να ξαναβρούν κοινό βηματισμό μαζί μας. Κοινό βηματισμό στο διαρκή εμπλουτισμό – επικαιροποίηση και πάλι του «Α», της Αριστεράς, ως δύναμης αγώνα και διακυβέρνησης.
Τα 30 χρόνια δεν είναι απλά μια επέτειος, παρότι και ως επέτειος διαθέτει έναν ισχυρό συμβολισμό αγωνιστικής θέλησης. Τα 30 χρόνια επιβεβαιώνουν μια πορεία που έρχεται από το παρελθόν και αναγνωρίζεται βαθιά μέσα στο μέλλον. Απομένει οι συνθήκες να καθορίσουν τη νέα μετεξέλιξη (ή αναβάθμιση!), καθώς η πραγματικότητα του ΣΥΡΙΖΑ θέτει νέες προκλήσεις, τόσο για τη δική του ιδεολογική-προγραμματική-οργανωτική επαναθεμελίωση, όσο και για την αποτελεσματικότερη συνεργασία των επιμέρους προσπαθειών και (αναλόγως των ωριμάνσεων) τη μετάβαση σε κοινές και πιο αποδοτικές εκδοτικές προσπάθειες.

 

 

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες γεννήθηκε η «Εποχή»

Της Βιβής Κεφαλά

Αναμφίβολα το 1989 αποτέλεσε μία καμπή στη σύγχρονη ελληνική πολιτική Ιστορία, που σηματοδότησε το τέλος της μεταπολιτευτικής περιόδου: Η χώρα συνταρασσόταν από ένα τεράστιο σκάνδαλο, η αποκάλυψη του οποίου αντί να οδηγήσει στην εξυγίανση του πολιτικού συστήματος, αποτέλεσε για τη συντηρητική παράταξη την ευκαιρία να παίξει το ρόλο του τιμητή και το εφαλτήριο για την εκ νέου κατάκτηση της εξουσίας.
Όμως το 1989 ήταν ακόμα σημαντικότερο σε διεθνές επίπεδο, μια και το κίνημα της «Αλληλεγγύης» στην Πολωνία αποτέλεσε το προανάκρουσμα της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού και, ακολούθως, την ταύτιση του με ένα τυραννικό καθεστώτος, μια «μελανή ιστορική παρένθεση».

Η αναζήτηση

Μέσα σε αυτό το παλιρροϊκό κύμα των αλλαγών και των ανατροπών, αρχίσαμε να συζητάμε τι θα έπρεπε να κάνουμε εμείς, δηλαδή όλοι όσοι δεν ταύτιζαν την αριστερή ιδεολογία με το σοβιετικό μοντέλο, αλλά είχαν επιλέξει το ρεύμα του ευρωκομμουνισμού. Μάλιστα, το ζήτημα γινόταν ακόμα πιο επιτακτικό, αφού μετά την διάσπαση του 1986 είχαμε μείνει και χωρίς εφημερίδα, μια και η «Αυγή» είχε περιέλθει στην κατοχή της Ε.Αρ.
Μια πρώτη σκέψη ήταν η ίδρυση ενός ραδιοσταθμού, πράγμα που θα μπορούσε να γίνει εύκολα, αφού το 1987 ο τότε δήμαρχος Αθηναίων, Μιλτιάδης Έβερτ, είχε ιδρύσει τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθήνα 9.84, χωρίς άδεια αλλά και χωρίς καμία κυβερνητική αντίδραση. Υπέρ αυτής της άποψης συνηγορούσαν και τα εξής: υπήρχαν πολλοί και πολλές που θα μπορούσαν να κάνουν εκπομπές, το κόστος λειτουργίας του θα ήταν μηδαμινό και, βεβαίως, η απήχηση του θα ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτήν μίας εφημερίδας.
Παρά ταύτα, υπήρξαν έντονες αντιρρήσεις, όμως το ζήτημα της έκφρασης του ΚΚΕ εσωτερικού – Ανανεωτικής Αριστεράς παρέμενε. Έτσι, καταλήξαμε στην λύση της ίδρυσης μιάς νέας κυριακάτικης εφημερίδας, μιάς και οι οικονομικές δυσκολίες ήταν τεράστιες και –μεταξύ μας- παραμένουν ακόμα. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες γεννήθηκε η Εποχή.

Με νηφαλιότητα

Έκτοτε, έχει κυλήσει πολύ νερό κάτω από τα γεφύρια του κόσμου και ο κόσμος άλλαξε με τεράστια ταχύτητα. Μέσα σε τριάντα χρόνια, οι αυταπάτες περί μιάς γραμμικής πορείας προς τη συνεχή και αυξανόμενη ευημερία κατέρρευσαν, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε βαθιά κρίση, οι πολίτες της εκπτωχεύονται, ο φανατισμός κάθε είδους κερδίζει έδαφος, ο νέο-φασισμός δείχνει το ειδεχθές του πρόσωπο και η θεωρία των «δύο άκρων» θεωρείται εν πολλοίς θέσφατο. Την ίδια ώρα, ατέρμονοι πόλεμοι καταστρέφουν γειτονικές μας χώρες, δημιουργώντας μια πλημμυρίδα προσφύγων, η οποία συχνά αντιμετωπίζεται ως απειλή.
Απέναντι σε αυτές τις μεταβαλλόμενες, όλο και πιο χαοτικές συνθήκες, οι άνθρωποι της Εποχής σταθήκαμε, όσο πιο νηφάλια γινόταν, απέναντι στα σαρωτικά πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά γεγονότα. Προσπαθήσαμε -και προσπαθούμε ακόμα- να εκφράσουμε ιδέες και αξίες , χωρίς κραυγές, χωρίς εντυπωσιασμούς, χωρίς να θέλουμε «να πουλήσουμε φύλλα», αν και ένας Θεός ξέρει πόσο το χρειαζόμαστε. Όμως, παρόλες τις δυσκολίες πιστεύω ότι οι προσπάθειές όλων μας, που έγιναν από το υστέρημα του χρόνου και του κόπου μας, άξιζαν τον κόπο.
Μέσα σε αυτά τα τριάντα χρόνια, όπως ήταν αναμενόμενο, πολλοί ήρθαν και έφυγαν, άλλοι μας αποχαιρέτησαν για πάντα. Κάποιοι γράφουν σποραδικά, κάποιοι άλλοι συστηματικά, χωρίς ποτέ κανείς να τους θέσει περιορισμούς. Όμως, υπάρχουν και αυτοί που είναι η ψυχή της εφημερίδας, που χωρίς αυτούς δεν θα λύνονταν τα καθημερινά, τετριμμένα αλλά τόσο σοβαρά προβλήματα λειτουργίας και σε αυτούς χρωστάμε ένα μεγάλο ευχαριστώ.
Σε πείσμα των καιρών, λοιπόν, και από το υστέρημα μας, η Εποχή είναι εκεί: κάθε Κυριακή στα περίπτερα.

 

Μας άλλαξε η εποχή;

 

Του Νίκου Ξυδάκη

Μετράμε τη ζωή μας με επετείους. Με απουσίες. Και μεταμορφώσεις. Από την τριακονταετηρίδα της Εποχής, της δικής μας alma mater, απουσιάζει ένας εκ των συνιδρυτών και εμπνευστών, ο Αγγελος Ελεφάντης, ο Ευρυτάν που μας πήρε απ’ το χέρι και είπε: τώρα θα βγάλουμε εφημερίδα, μάλιστα μια Monde στα ελληνικά. Και ο Ηλείος Θοδωρής Μιχόπουλος.
Κρατάμε από την τριακονταετηρίδα τις αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις, τη σκόνη του χρόνου που κάθισε πάνω μας, πλούσια, βαριά, ασήκωτη. Όταν εκδόθηκε η Εποχή, λίγο μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ εσωτερικού (άλλη μία…), η Ιστορία δεν είχε ακόμη χωριστεί στα δύο, πριν και μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Το Τείχος υπήρχε ακόμη, ετοιμόρροπο μεν, αλλά υπήρχε. Εμείς εκείθεν του Τείχους περισσότερο βλέπαμε την ετεροδοξία, τις ωθήσεις της πολωνικής Αλληλεγγύης, τις προσδοκίες για μετασχηματισμούς. Εντεύθεν του Τείχους, ζούσαμε την αποσύνθεση της κραταιάς μεταπολεμικής Αριστεράς, στην Ιταλία, στην Ελλάδα, στη Βρετανία, καθώς επέλαυνε ο θατσερισμός κλονίζοντας και επιμολύνοντας τη σοσιαλδημοκρατική και αριστερή παράδοση της Ευρώπης. Είχε τελειώσει προς πολλού η χρυσή τριακονταετία της μεταπολεμικής Ευρώπης, το trente glorieuses και το miracolo economico, και η νέα τριακονταετία έφερνε λιγότερη αισιοδοξία, βαθείς μετασχηματισμούς στην εργασία, επιβράδυνση της κοινωνικής ανάπτυξης, νέα ανθρωπολογικά υποδείγματα, και ασφαλώς νέες απαιτήσεις για πολιτική και επικοινωνιακή δράση.

Οι νέες προτυπώσεις

Σε αυτή την καμπύλωση του καιρού βγήκε η Εποχή (σοφή επιλογή τίτλου…) και μας πήρε μαζί της, μάς έστειλε στο άδηλο μέλλον. Πάνω στη γουτεμβέργεια βάρκα της Εποχής υποδεχθήκαμε και σχολιάσαμε και αντιμετωπίσαμε τις νέες προτυπώσεις που μεταμόρφωναν ήδη την ελληνική κοινωνία της ώριμης μεταπολίτευσης: το λάιφστάιλ, την κρίση του ΠΑΣΟΚ, το λαϊκισμό, το «βρώμικο» ‘89, τη συνάσπιση της αριστεράς και την επανααποκόλλησή της, τον εγχώριο θατσερισμό, τον εκσυγχρονισμό και το κόμμα του Χρηματιστηρίου, τα πρόδρομα φανερώματα της κρίσης, την ανάδυση μιας Νέας Αριστεράς των παραδόσεων και των αντιπαγκοσμιοποιητικών κινημάτων, εντέλει την ίδια την κρίση, σφοδρή και καταλυτική.
Από την κριτική και την αμφισβήτηση, από την πληγωμένη ουτοπία και τη διαρκή αντιπολίτευση, στην εξουσία, στη διακυβέρνηση. Το 2015 είναι η τομή και η δοκιμασία για την Αριστερά. Τομή και δοκιμασία και για την Εποχή των ιδαλγών, των μοναχικών, των μαρτύρων άλλων καιρών και άλλου ήθους, άλλων προσδοκιών. Τομή και δοκιμασία για όλους μας στο φιλόξενο μα περιορισμένης ως τότε απήχησης οικοσύστημα της αριστεράς. Το σιδερένιο χέρι της ιστορίας μάς άρπαξε και μας πέταξε στο προσκήνιο, όργανό της, προσάναμμα και καύσιμη ύλη. Εδώ βρισκόμαστε τώρα. Σε μια νέα εποχή.

Γινήκαμε άλλοι

Αναρωτιέμαι. Πόσο ίδιοι είμαστε; Πόσο βαθιά αλλάξαμε; Μας άλλαξε ο Καιρός, ο βλοσυρός γέρων Χρόνος; Μας άλλαξε η εποχή; Ναι. Γινήκαμε άλλοι, αφεύκτως. Όχι καλύτεροι ή χειρότεροι· άλλοι. Άλλοτε καλύτεροι, άλλοτε χειρότεροι. Ο καιρός έπνευσε μέσα από τις σελίδες και τους τίτλους, τις παραγράφους και τα Times, και μας άσπρισε τα μαλλιά, εκβάλλει ήδη σε άυλες ιστοσελίδες, σε σμάρτφον, σε ιδέες που δοκιμάστηκαν και σαρώθηκαν, σε ιδέες που δοκιμάστηκαν και άντεξαν, σε ήθη και σε περπατησιές που μας κράτησαν όρθιους, σε σχέσεις και φιλίες που μένουν, σε σχέσεις και φιλίες που σκόρπισαν, σε πολιτικές πλατφόρμες που υπερφορτώθηκαν με ψευδαισθήσεις και βολονταρισμό, σε χαρακτήρες που παραμορφώθηκαν από ματαιοδοξία και βοναπαρτισμό.
Τι είναι αλλαγή; Πολλά. Στον Γατόπαρδο του Λαμπεντούζα ο νεαρός αριστοκράτης Τανκρέντι λέει στον θείο του, πρίγκιπα της Σαλίνα: «Εάν θέλουμε να παραμείνουν όλα ως έχουν, πρέπει όλα να αλλάξουν». Οι Χασιδίμ δάσκαλοι λένε: «Τα πάντα θα είναι όπως τώρα, αλλά μόνο λίγο διαφορετικά». Και ο Επίκουρος: «Άφοβον ο θεός, ανύποπτον ο θάνατος· και ταγαθόν μεν εύκτητον, το δε δεινόν ευκαρτέρητον».
Με υγεία και διαύγεια, εμπρός για την τεσσαρακονταετηρίδα!

 

 

 

Η κριτική ματιά της Εποχής 

Του Χρήστου ΠΙκριδά

Οταν αναπολώ την πρώτη περίοδο της Εποχής, μου έρχονται στο νου δύο λέξεις, που είναι αξίες ζωής: προσφορά και συντροφικότητα. Δεν είναι ώρα για μεγάλα λόγια και εμβριθείς αναλύσεις εκείνης της περιόδου, άλλωστε πολλές φορές οι ανθρώπινες σχέσεις υπερβαίνουν τη δυναμική μιας εποχής. Όσοι νομίζουν ότι στη συντακτική ομάδα συμφωνούσαμε σε όλα σφάλλουν. Συνυπήρχαμε με τις διαφωνίες μας, που δεν ήταν λίγες, ακόμη και για το περίφημο «κάπα». Πάντα όμως ήταν οι δύο λέξεις-αξίες ζωής, που μας ένωναν. Για να ευλογήσω τα γένια μας θα έλεγα ότι ήμασταν αυτό που λέμε, ανοικτά μυαλά, παρότι υπήρχαν διαφωνίες για το βαθμό «ανοίγματος» της Εποχής.

Θα μοιραστώ μαζί σας δυο τρεις σημαντικές στιγμές εκείνης της δημιουργικής συνύπαρξης. Η πρώτη ήταν η ονομασία της FYROM. Επειδή στην Εποχή υποστηρίζαμε την άποψη ότι πρέπει να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση με τη γειτονική χώρα μέσω του διαλόγου, είχαμε αποφασίσει να μην την ονομάζουμε «Σκόπια» ή τους κατοίκους της «Σκοπιανούς». Έπρεπε να βρούμε μια λύση για το πώς θα την ονομάζαμε. Καταλήξαμε σε μια σολομώντεια λύση που αποδείχθηκε προφητική. Σκεφθήκαμε ως εξής. Πώς ονομαζόταν η χώρα αυτή ως μέλος της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας και βάλαμε μπροστά το πρώην. Έτσι ο υπέρτιτλος ενός πρωτοσέλιδου ήταν: Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Και ο τίτλος, αν θυμάμαι καλά: «Διάλογος για λύση», αν και δεν παίρνω όρκο. Θυμάμαι όταν, μετά την ολοκλήρωση της δουλειάς για την έκδοση του φύλλου αργά το Σάββατο, πήγα στο MEGA, στο οποίο εργαζόμουν, ένας καλός συνάδελφος με ρώτησε ποιόν τίτλο βάλαμε για πρωτοσέλιδο. Μόλις είδε τη φωτοτυπία (σς. ποτέ δεν φεύγεις από τη δουλειά αν δεν πάρεις αντίγραφο της πρώτης σελίδας) με το «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» απεφάνθη: Ιδού το όνομα. Η ιδέα μεταφέρθηκε αμέσως στο υπουργείο Εξωτερικών και από τότε το ΠΓΔΜ καθιερώθηκε. Τώρα αν το υπουργείο είχε καταλήξει πριν από εμάς σε αυτήν την ονομασία ή από το πρωτοσέλιδο της Εποχής κατέληξε, δεν παίρνω όρκο, ούτε το έψαξα. Δεν ήταν δα και μεγαλοφυής η απόφαση που πήραμε.
Πάντα έλεγα αστειευόμενος στους συναδέλφους ότι όταν συμμετέχεις σε ορισμένες ιστορικές στιγμές δεν έχεις, πάντα, συνείδηση της πράξης σου. Εδώ που τα λέμε, η αλήθεια είναι ότι το έλεγα ως κίνητρο για να μείνουν περισσότερη ώρα στη δουλειά, προσδίδοντας μια νότα ιστορικότητας στο θέμα τους. Εκείνο για το οποίο είμαι σίγουρος είναι πως όταν στην Εποχή «βαφτίσαμε» την ΠΓΔΜ, δεν είχαμε ιδέα για την ιστορικότητα της πράξης μας ούτε για το τι θα επακολουθούσε, ούτε για το ενδεχόμενο να είχε προαποφασιστεί κάτι ανάλογο σε σύσκεψη στο υπουργείο Εξωτερικών και όλα να ήταν τελικά μια σύμπτωση. Πώς γράφεται καμία φορά η Ιστορία…

Μάθημα πλουραλισμού

Το δεύτερο περιστατικό που μου έρχεται στο νου όταν η μνήμη μου γυρνά σε εκείνα τα εμπνευσμένα χρόνια στην Εποχή, είναι η αντιπαράθεση που είχα με τον Άγγελο Ελεφάντη για μια ανάλυση που έκανα για το ΠΑΣΟΚ, αμέσως μετά την εκλογική ήττα του 1989. Ο Άγγελος ήταν σημαντικός στοχαστής και νομίζω όλοι κάτι σημαντικό κρατήσαμε από τη συνεργασία αυτή. Τρώγαμε όμως πολλές φορές τα μουστάκια μας, όπως ευφυώς έλεγε ο ίδιος αστειευόμενος. Ο Άγγελος, ως οργανικός διανοούμενος της Αριστεράς, το ζούσε αυτό σε βαθμό υπερθετικό. Ζούσε από τις συζητήσεις που έκανε και, παρότι πολλές φορές δεν το έδειχνε, επηρεαζόταν από αυτές. Να μην τα πολυλογώ, το άρθρο που είχα γράψει τότε για την εκλογική ήττα του ΠΑΣΟΚ είχε τίτλο «Ο ηττημένος που ξαναγυρνά». Ο Άγγελος έβαλε «βέτο» για να μη δημοσιευθεί. Θυμάμαι ότι μαζευτήκαμε όλοι τότε για να λύσουμε τη διαφαινόμενη κρίση. Ο Μπάμπης, ο Παύλος, ο Άγγελος, η αφεντιά μου και αποφασίσαμε τελικά να μπει, με τη λογική ότι δεν μπορεί να κοπεί το άρθρο ενός βασικού στελέχους της Εποχής και μάλιστα για πολιτικούς λόγους. Έκανα και εγώ τότε μια υποχώρηση βάζοντας ένα ερωτηματικό στον τίτλο, ο οποίος έγινε: «ΠΑΣΟΚ: ο ηττημένος που ξαναγυρνά;»
Τι επακολούθησε είναι πια γνωστό. Το ΠΑΣΟΚ κυβέρνησε ξανά τη χώρα ενώ η Ιστορική Αριστερά πλήρωσε βαρύ τίμημα για την απόφασή της να συνεργαστεί για «ειδικό σκοπό» με τη ΝΔ. Το θυμάμαι όμως για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι επειδή η συντακτική ομάδα της Εποχής απέδειξε ότι δεν κόβεται άρθρο για πολιτικούς λόγους, δίνοντας ένα μάθημα πλουραλισμού στο πλαίσιο της Ιστορικής Αριστεράς, όπως είχε δώσει και ο ίδιος ο Άγγελος με τις σελίδες: «Η σιωπή δεν είναι χρυσός για την Αριστερά», που ήταν κάποτε μακράν οι πιο ενδιαφέρουσες σελίδες της Αυγής και δεν καταλαβαίνω, ή μάλλον καταλαβαίνω αλλά δεν είναι του παρόντος, γιατί δεν συνεχίζονται σήμερα. Ο δεύτερος λόγος, που το θυμάμαι και σήμερα, είναι επειδή νομίζω ότι ακόμη και οι πιο σημαντικοί στοχαστές υποτιμούν το θέμα της ιστορικότητας των πολιτικών ρευμάτων και ιδιαίτερα στη χώρα μας, μεταφέροντας σε πρώτο πλάνο αναλύσεις που έχουν σημασία αλλά όχι καθοριστική. Η κρατούσα ανάλυση της Ιστορικής Αριστεράς υποστήριζε τότε ότι η εκλογική ήττα του ΠΑΣΟΚ θα του αποστερούσε τον έλεγχο του κράτους και θα το οδηγούσε στο πολιτικό περιθώριο ή θα επέφερε μεγάλη μείωση της επιρροής του. Αρκετοί όμως, και σήμερα, εξακολουθούμε να υποστηρίζουμε ότι η πολιτική, πολύ περισσότερο ορισμένες ιστορικές της πλευρές, δεν εξαντλείται στις πελατειακές σχέσεις ούτε στο κράτος, όσο σημαντική και να είναι αυτή της η διάσταση.

Συνώνυμο της προσφοράς και της συντροφικότητας

Θυμάμαι ακόμη, με πίκρα είναι αλήθεια, ορισμένες αδράνειες ή ιστορικούς αναχρονισμούς, όπως εκείνο το πρόσκαιρο ευτυχώς αλληθώρισμα προς το ΚΚΕ καθώς και τη μη ευδοκίμηση της προσπάθειας για την ενοποίηση ή έστω τη συνεργασία Αυγής – Εποχής, τόσο παλαιότερα όσο και πριν από δύο χρόνια. Όπως και να ’χει, η κριτική ματιά της Εποχής, παρά το παλιομοδίτικο κασέ, θα συνεχίσει να με συντροφεύει τις Κυριακές (σσ. μη χαρίζεσθε σε ορισμένους ανθρώπους της εξουσίας, που αποδεικνύονται λιποβαρείς ή και αμετροεπείς είτε ακόμη χειρότερα βασιλικότεροι του βασιλέως. Ο σοβαρός και τεκμηριωμένος έλεγχος αποτελεί πάντα αντίδοτο στη γραφειοκρατική αντίληψη). Όσο για μένα, και σήμερα, είτε συμφωνώ είτε διαφωνώ, η Εποχή παραμένει συνώνυμο της προσφοράς και της συντροφικότητας…

Σταύρος Καπάκος