Τζόκερ: Ανήλικοι στην αίθουσα

Του Θωμά Τσαλαπάτη

Ο Τζόκερ, ως χαρακτήρας, αποτελεί έναν από τους πιο πετυχημένους «κακούς» στην ιστορία των κόμιξ. Στερούμενος υπερφυσικών δυνάμεων, απόκοσμος, αλλά ταυτόχρονα ανθρώπινος ως όριο και ως υπέρβασή του, ο ήρωας αντλεί κίνητρα και ιδιότητες από το ανθρώπινο υπέδαφος: το μέσα σκοτάδι. Την τρέλα, το σαδισμό, την υπέρβαση των ηθικών ορίων στο όνομα μιας άλλης ηθικής. Δίπλα σε έναν «καλό» ήρωα αμφιλεγόμενης ηθικής (το διττό αυτό στοιχείο είναι μάλλον ένα από τα αφηγηματικά κλειδιά που ορίζουν τον Batman ως μακράν τον πιο ενδιαφέροντα υπερήρωα), ο Τζόκερ έρχεται ως το τέλειο συμπλήρωμα. Και αυτό γιατί συγγενεύουν στην πραγματικότητα πολύ περισσότερο απ ό, τι αναγνώστες και θεατές ομολογούν. Ο καλός και ο κακός είναι χαρακτηρισμοί που δεν αντιστοιχούν σε αυτές τις ιστορίες. Και αυτό τις κάνει θελκτικές. Αλλά επειδή μιλάμε για κόμιξ, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως σημασία δεν έχει η γενική ιδέα, αλλά ο τρόπος που αυτή ενσαρκώνεται από τους ήρωες, ο τρόπος που αυτή αποτυπώνεται στο χαρτί. Ο κόσμος του Τζόκερ είναι το ίδιο του το παρουσιαστικό. Το βαρύ μέικαπ, τα πράσινα μαλλιά, τα μωβ κουστούμια. Και ο τρόπος που όλα αυτά μαζί δεν σε παραπέμπουν σε κλόουν, αλλά σε εφιάλτη. Η όψη του Τζόκερ είναι κωμωδία και αγριότητα.

Η κωμωδία

Και έχει ενδιαφέρον πως αυτός θα ήταν ένας εξαιρετικός υπότιτλος για τους πρώτους αυτούς μήνες διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Το γεγονός πως ένα περιστατικό σαν αυτό που συνέβη την προηγούμενη εβδομάδα στον κινηματογράφο Αελλώ, έφερε κοντά τα δύο αυτά σημεία (τον Τζόκερ και τη Νέα Δημοκρατία) μοιάζει με φάρσα απέναντι στην πραγματικότητα. Προσπαθήστε να το εξηγήσετε σε κάποιον φίλο σας από κάποιο άλλο σημείο του πλανήτη. Για εμάς εδώ μοιάζει με μια κωμική έκφραση της αγριότητας, της πολιτικής που η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να εφαρμόσει απέναντι στους πολίτες της ανεξαιρέτως. Σε ομοφυλόφιλους που ξευτιλίζονται από όργανα της τάξης, σε πρόσφυγες που αντιμετωπίζονται σαν εγκληματίες, σε παιδιά που «παράκουσαν» τη σήμανση της ταινίας.
Η κωμωδία, όμως, συνεχίστηκε (με όρους κωμωδίας αυτή τη φορά) και στη διαχείριση του γεγονότος. Αρχικά η είδηση αντιμετωπίστηκε από τους υπέρμαχους της κυβέρνησης περίπου σαν fake news. Στη συνέχεια επιβεβαιώθηκε από την αστυνομία. Η είδηση κυκλοφόρησε επίσημα σε σάιτ και περιοδικά. Στη συνέχεια η Μενδώνη είπε πως οι υπάλληλοι που κάλεσαν την αστυνομία θα τιμωρηθούν (λέγοντας περίπου ότι πρόκειται για προβοκάτσια), στη συνέχεια μαθαίνουμε πως η παρέμβαση έγινε με εντολή εισαγγελέα. Στη συνέχεια ο Χρυσοχοΐδης βγαίνει και λέει πως θα πάει να δει την ταινία με τον ανήλικο γιο του και στη συνέχεια ο Μπογδάνος και η Μπακογιάννη λένε πως την αστυνομία την κάλεσα ο ΣΥΡΙΖΑ και πιο συγκεκριμένα η πρώην γενική γραμματέας του υπουργείου Πολιτισμού, Μαρία Βλαζάκη. Στη συνέχεια ζητούν δήθεν συγνώμη, γιατί και καλά έπεσαν θύματα παραπληροφόρησης. Η ροή της γελοιότητας ταρακουνά τα φράγματα.

Η αγριότητα

Επιστρέφουμε στην αγριότητα όταν κάτσουμε και δούμε τα δύο συμπεράσματα της ιστορίας μας. Το πρώτο είναι η σχιζοφρενικής υφής (ταιριαστή με τον Τζόκερ) διπλή ταυτότητα της Νέας Δημοκρατίας. Από τη μία, η ακροδεξιά της στρούγκας και, από την άλλη, η tech neoliberal (όλα αγγλικά) τεχνοκρατική δεξιά της Ευρώπης και του μέλλοντος, της αριστείας και του Χάρβαρντ. Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει και περηφανεύεται πως είναι η δεύτερη, ενώ αποδεικνύει μέρα με τη μέρα πόσο ριζωμένη είναι στο πολιτικό της γενετικό υλικό η πρώτη. Όσο πιο πολύ προσπαθεί να δείξει το φιλελεύθερο πρόσωπό της, τόσο πιο βαθιά στο βούρκο της συντήρησης την βουλιάζει το ίδιο της το (άκρο)δεξιό της πόδι.
Αυτό, όμως, που περιγράφει πιο καλά την αγριότητα, είναι το δεύτερο συμπέρασμα. Το γεγονός πως οι υπάλληλοι του υπουργείου Πολιτισμού, ο εισαγγελέας και η αστυνομία έπραξαν αυτοβούλως και με δική τους κρίση και ευθύνη. Η κίνηση αυτή περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η ακροδεξιά λογική της κυβέρνησης έχει διαχυθεί στο κράτος και την κοινωνία. Βρισκόμαστε μπροστά σε έναν ηθικό πανικό χωρίς αντικείμενο, που διαπερνά την κοινωνία κάθετα ως κυρίαρχη αφήγηση ως δίδαγμα του ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους. Ένα υπαλληλικό ενθουσιασμό εντός του οποίου ο κάθε φορέας προσπαθεί να ταυτιστεί όσο το δυνατόν περισσότερο με τη διαταγή από τα πάνω. Μια ιεραρχημένη κοινωνία προστακτικών, καλοθελητών και ακραίας συντηρητικοποίησης. Μια κοινωνία στην οποία ο Τζόκερ γελάει υπέροχα.

http://tsalapatis.blogspot.com/