Βουλεύτριες, λοιπόν, όπως εργάτριες ή χορεύτριες

 

Της Κατέ Καζάντη

«Tο να εκφέρεις μια πρόταση είναι το να κάνεις –ή μέρος του να κάνεις– μια πράξη», έγραφε ο Τζ. Λ. Όστιν, στο μνημειώδες «Πώς να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις», προσδίδοντας στη γλώσσα επιτελεστική διάσταση, πέρα από την απλή διαπιστωτική. Να λες, επί παραδείγματι, «σήμερα βρέχει» είναι μια φράση περίπου παθητική, δηλωτική μιας κατάστασης. Αλλά να λες «θα σε αφήσω στη βροχή» αποτελεί πρόταση ενεργή, πράξη, ακόμα και αν δεν συντελεστεί και καταστεί ψευδής.
Πατώντας στη θεωρία του Όστιν, η αμερικανίδα φιλόσοφος και φεμινίστρια Τζούντιθ Μπάτλερ όρισε την επιτελεστικότητα ως «μια θεωρία κατά την οποία ο λόγος συμμετέχει στη διαμόρφωση της πραγματικότητας, την οποία στοχεύει να παρουσιάσει». Στα ζητήματα του φύλου, ο λόγος παίζει σημαντικό ρόλο, αφού η καθημερινή ορολογία αποτελεί το υπόστρωμα διαμόρφωσης των ταυτοτήτων γυναίκα – άνδρας. Έτσι, το φύλο μπορεί να είναι μια πολιτισμική, συστημική παραγωγή, στο όριο της αυθαιρεσίας για τον άνθρωπο που φέρει τον χαρακτηρισμό. Ως εκ τούτου, η βία, που εμπεριέχεται με όχημα τις λέξεις σε μια μάλλον κανονιστική προσαρμογή, θεωρείται αυτονόητη. Ό,τι ονομάζουμε βιολογικό φύλο, επικαθορίζεται από το λεγόμενο κοινωνικό, αυτό που διαμορφώνει η κοινωνική συνθήκη. Και ακολουθεί μια «αναγκαστική τάξη», η οποία φιλτράρει φιλοδοξίες, επιθυμίες, τρόπους ζωής κ.ο.κ.
Στην -πλουσιότατη- ελληνική γλώσσα, στις καταλήξεις των ουσιαστικών που δηλώνουν επάγγελμα ή ιδιότητα, η εκλεγμένη στο κοινοβούλιο γυναίκα αποκαλείται επισήμως με το ανδρικό αντίστοιχο. Γράφεται και λέγεται «η βουλευτής». Ο διάλογος που άνοιξε, προ ολίγων ετών, με πρωτοβουλία εκλεγμένων γυναικών του ΣΥΡΙΖΑ, δεν οδήγησε πουθενά. Λησμονήθηκε, αφού δεν υποστηρίχτηκε ούτε από την κοινοβουλευτική ομάδα, ούτε, φυσικά, από γυναίκες ή άνδρες άλλων κομμάτων. Ο προβληματισμός εγγίζει και άλλες πολιτικές ιδιότητες -πρόεδρος, υπουργός, περιφερειάρχης κ.ο.κ.- ή επαγγελματικές -μηχανικός, δικηγόρος κτλ. Το θηλυκό αντίστοιχο εξαφανίζεται εκεί όπου η περιοχή ανδροκρατείται.
Η γυναίκα στην πολιτική δεν εμφανίζεται ως αναγνωρίσμένο υποκείμενο, αφού ο συστημικός πολιτικός κόσμος παράγει σταθερά άντρες και αναπαράγεται από αυτούς. Ή από γυναίκες που καταφάσκουν στην πατριαρχία.

Πολιτική αναγκαιότητα

Στην ελληνική γραμματική οι υπάρχουσες καταλήξεις εγείρουν γλωσσολογικές διαφωνίες. Τα θηλυκά σε -ινα (λ.χ. αστυνομικίνα, δικηγορίνα) ενέχουν σκωπτική διάθεση, ως κληρονομιά των «μαλλιαρών», εξ ου και αποφεύγονται τα βουλευτίνα, προεδρίνα κ.ο.κ. Αλλά το νόημα των λέξεων μπορεί να μεταβληθεί, αναλόγως του χρήστη. Οι γλωσσαμύντορες εστιάζουν στην ορθότητα, λες και τα ελληνικά απέθαναν. Η συμπερίληψη, η ανακατασκευή ή η δημιουργία όρων για να ειπωθούν νέα πράγματα συνιστά γλωσσικό πλούτο, χρήσιμο για τους ζωντανούς που ανανεώνουν διαρκώς την πολιτισμική τους ταυτότητα.
Να λέγονται οι εκλεγμένες γυναίκες «βουλεύτριες», όπως εργάτριες ή χορεύτριες, σημαίνει πως ανθίστασαι στην ενσωμάτωση σε μια βίαιη πατριαρχική κοινωνία, όπου κουμάντο, στα σοβαρά ζητήματα, κάνουν τ’ αρσενικά.
Να αντικατασταθεί επισήμως το μάλλον κακόηχο «η βουλευτής» από το «η βουλεύτρια» ή, αν συμφωνηθεί, «η βουλευτίνα», αποτελεί πολιτική αναγκαιότητα: έρχεται, μέσα από μια γλωσσική ανυπακοή, ένας νέος επιτελεστικός όρος, κόντρα στη βία της λεκτικής υποταγής. Διότι στα διγενή και μονοκατάληκτα ουσιαστικά, εκεί που, ενώ υπάρχει θηλυκή εκδοχή, η γλώσσα επιμένει να αναγνωρίζει μοναχά την αρσενική, βρίσκεται η καθαρή βία της πατριαρχίας που κρατάει το θηλυκό ένα βήμα πίσω.
Είκοσι περίπου χρόνια πριν, εν έτει 1998, η γαλλική κυβέρνηση, με σχετική εγκύκλιο, με τίτλο «Γυναίκα, γράφω το όνομά σου», συνιστά σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες τη χρήση των θηλυκών εκδοχών των επαγγελματικών ονομάτων*.
Αν η σημερινή νεοσυντηρητική κυβέρνηση της Γαλλίας, ή των λοιπών χωρών της Εσπερίας, εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για τέτοια ψιλά γράμματα, είναι άγνωστο. Αλλά ακριβώς τούτα τα ψιλά αποτελούν ταυτοτικά στοιχεία της αριστεράς -τα οποία τείνουμε, ενίοτε, να τα ξεχνάμε.

*Τα θηλυκά επαγγελματικά ουσιαστικά: γλωσσική χρήση και τυποποίηση, Άννα Ιορδανίδου, Έλενα Μάντζαρη (ΕΛΕΤΟ – 5ο Συνέδριο «Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία» Λευκωσία, Κύπρος, 13-15 Νοεμβρίου 2005).