Ξαναδιαβάζοντας την πολιτική λογοτεχνία του Μπ. Τράβεν

 

Μπ. Τράβεν «Το Λευκό Ρόδο», μετάφραση: Λένα Ζήση, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2020

Κρατάω στα χέρια μου ένα βιπεράκι, αυθεντικό, κανονικό Βίπερ: Βιβλία Περιπτέρου. Έκδοση 1973. «Το πλοίο των νεκρών» του Μπ. Τρέιβεν (έτσι είχε αποδοθεί το όνομα του συγγραφέα), μετάφραση Νίκου Σαρλή. Το ξεφυλλίζω ξανά και δεν μπορώ να μη θυμηθώ το σοκ που είχα νιώσει τότε, παιδί σχεδόν, διαβάζοντας αυτό το βιβλίο. Σε μια εποχή που το διαδίκτυο ίσως να υπήρχε μόνο σε κάποια σελίδα επιστημονικής φαντασίας, τα βιογραφικά στοιχεία που υπήρχαν στο βιβλίο για τον συγγραφέα μάλλον δημιουργούσαν ερωτηματικά παρά έδιναν απαντήσεις.

πρώτη σελίδα αυτού του βίπερ του ’73 αποτύπωνε όλα τα ερωτήματα και τις αμφιβολίες σχετικά με την ταυτότητα αυτού του μυστηριώδους συγγραφέα, τον οποίο δεν τον συνάντησε ποτέ προσωπικά κανένας εκδότης, κανένας μεταφραστής, κανένας δημοσιογράφος.
Πολλά έχουν ειπωθεί για την ταυτότητα του Τράβεν. Αυστριακός αρχιδούκας ή εξερευνητής της Αρκτικής ή λεπρός που κρυβόταν κ.λπ., κ.λπ. Όταν ο σκηνοθέτης Τζον Χιούστον αποφάσισε το 1947 να μεταφέρει στον κινηματογράφο το βιβλίο του Τράβεν Ο θησαυρός της Σιέρα Μάδρε (με τους Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και Ουόλτερ Χιούστον, ο οποίος μάλιστα πήρε και Όσκαρ, ένα από τα τρία Όσκαρ που κέρδισε η ταινία, μαζί με τα βραβεία σκηνοθεσίας και σεναρίου), αποπειράθηκε να συναντήσει τον συγγραφέα. Πήγε λοιπόν στην Πόλη του Μεξικού, όπου υποτίθεται θα τον συναντούσε. Εκεί όμως τον περίμενε ο μεταφραστής Χαλ Κρόουβς, εξουσιοδοτημένος ως εκπρόσωπος του Τράβεν. Σύντομα άρχισαν να δημιουργούνται αμφιβολίες: μήπως ο Κρόουβς ήταν ο ίδιος ο συγγραφέας; Αυτός πάντως το αρνιόταν κατηγορηματικά.
Κάπου εκεί εμφανίζεται ένα μεξικανικό περιοδικό που ισχυρίζεται ότι ο πραγματικός Τράβεν ήταν κάποιος Τράβεν Τόρσβαν, που ζούσε στο Ακαπούλκο. Ο ίδιος ο Τόρσβαν όμως επίσης αρνήθηκε ότι ήταν ο Τράβεν, που όσο πιο μεγάλη επιτυχία είχαν τα βιβλία του, τόσο πιο αυστηρά κρατούσε μυστική την ταυτότητά του.

Έχει, τελικά, σημασία ποιος ήταν ο Τράβεν;

Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ένα σενάριο που, τελικά, πολλοί υποστηρίζουν πως είναι το πιο πιθανό. Με βάση στοιχεία βιογραφικά αλλά και υφολογικά, από αναλύσεις των κειμένων, διατυπώθηκε η πρόταση πως ο Τράβεν ήταν στην πραγματικότητα ο αναρχικός αγωνιστής Ρετ Μαρούτ, ο οποίος είχε συλληφθεί στο Μόναχο μετά την ήττα της Βαυαρικής Δημοκρατίας των Συμβουλίων, το 1919, και παραλίγο να εκτελεστεί. Δραπέτευσε όμως (ίσως από το φορτηγό που τον μετέφερε στον τόπο της εκτέλεσης) και κάποια στιγμή (ίσως γύρω στο 1924) διέφυγε στο Μεξικό, όπου έζησε την υπόλοιπη ζωή του.
[Αυτή την άποψη υιοθετεί, για παράδειγμα, και ο Φόλκερ Βάιντερμαν στο βιβλίο του Οι ονειροπόλοι (μτφ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα): «Ένας από τους σημαντικότερους συνεργάτες του Λάνταουερ είναι ο επαναστάτης Ρετ Μαρούτ, που κατά τη διάρκεια του πολέμου εξέδιδε την ειρηνιστική αντιπολεμική εφημερίδα Ο κεραμοποιός, γράφοντας μόνος του όλα της τα άρθρα. Ο Μαρούτ ήταν αόρατος. Δεν εμφανιζόταν ποτέ δημοσίως. Αργότερα θα γράψει με μεγάλη επιτυχία περιπετειώδη μυθιστορήματα ταξικής πάλης με το ψευδώνυμο Μπ. Τράβεν, ζώντας εξόριστος στο Μεξικό, σαν φάντασμα, άγνωστος μεταξύ αγνώστων». Μετά την ήττα ο Μαρούτ περνάει στρατοδικείο αλλά «ξεγλιστράει και το σκάει»: «Και τότε εξαφανίστηκε από το Μόναχο ο αόρατος Ρετ Μαρούτ. Κανένας δεν τον ξαναείδε».]
Έκτοτε έγιναν δημοσιογραφικές έρευνες, γράφτηκαν βιογραφίες, γυρίστηκαν ντοκιμαντέρ (με χαρακτηριστικό εκείνο του BBC, το 1978, που ταυτίζει τον Τράβεν με τον Ρετ Μαρούτ, ψευδώνυμο κι αυτό του Hermann Albert Otto Maximilian Feige, που γεννήθηκε το 1882 σε περιοχή που σήμερα ανήκει στην Πολωνία) και έχουν διατυπωθεί πολλές θεωρίες, πιθανές και απίθανες, για την ταυτότητα του Τράβεν που μόνο για να τις συνοψίσει κανείς θα χρειαζόταν πολλές σελίδες. Ακόμα και η θεωρία ότι ήταν ψευδώνυμο του Τζακ Λόντον διατυπώθηκε. Τα ερωτήματα που δημιουργούσαν τα κείμενά του σχετικά με την πρωτότυπη γλώσσα στην οποία είχαν γραφτεί (αγγλικά ή γερμανικά) περιέπλεκαν συνεχώς περισσότερο τα πράγματα, ενώ ποτέ δεν εξήγησε ο ίδιος τι σήμαινε το «Μπ.» του ονόματός του.

Ανώνυμος σε διαρκή επανεπινόηση του εαυτού

Όταν πέθανε ο μεταφραστής Χαλ Κρόουβς (1969, στην Πόλη του Μεξικού), οι στάχτες του σκορπίστηκαν από αεροπλάνο στην Τσιάπας. Μετά από λίγο καιρό, η χήρα του παραδέχτηκε κάτι που μέχρι πριν από λίγο αρνιόταν: πως ο Κρόουβς ήταν πράγματι ο Ρετ Μαρούτ, άρα και ο Τράβεν. Νέες θεωρίες άρχισαν να διατυπώνονται για το ποιος ήταν ο Μαρούτ πριν γίνει ο Μαρούτ.
Ο ίδιος ο Μπ. Τράβεν, ουσιαστικά ανώνυμος μέσα σε αυτό το διαρκές παιχνίδι της επανεπινόησης του εαυτού, συνέδεε πάντα τα βιογραφικά του στοιχεία με τη λογοτεχνία του: όταν ρωτήθηκε (σε επιστολή) από έναν δημοσιογράφο «ποιος είσαι, επιτέλους;» απάντησε: «Αν ήξερα, νομίζω πως δεν θα μπορούσα να συνεχίσω να γράφω ή πως δεν θα είχα γράψει τα βιβλία που εχω γράψει». Στο επίμετρό του στο Λευκό Ρόδο με τίτλο «Μπ. Τράβεν: οι μεταμορφώσεις ενός μοναδικού», που στην πρώτη έκδοση του βιβλίου το 1990 είχε κυκλοφορήσει σε ανεξάρτητο φυλλάδιο, ο Λευτέρης Αναγνώστου αναφέρει τη γνωστή δήλωση του Τράβεν προς τους αναγνώστες του: «Από έναν εργάτη που δημιουργεί πνευματικά έργα, ποτέ δεν θα έπρεπε να ζητάει κανείς τη βιογραφία του. […] Τον βάζει σε πειρασμό να πει ψέματα. […] Αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει διακριτός μέσα στα έργα του, τότε είτε ο ίδιος δεν αξίζει τίποτε είτε τα έργα του δεν έχουν καμία αξία».
Σχεδόν όλα τα βιβλία του Τράβεν (που είχαν απαγορευθεί στη ναζιστική Γερμανία) μιλάνε για το Μεξικό, τους αγρότες και τους εργάτες του τα χρόνια πριν και μετά την επανάσταση, τη ζούγκλα του νότου, τους ιθαγενείς της αγαπημένης του Τσιάπας. Έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 30 γλώσσες και έχουν πουλήσει πολλά εκατομμύρια αντίτυπα, ενώ πολλά έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο, όπως π.χ. το γνωστό Η επανάσταση των κρεμασμένων, σε σενάριο… Χαλ Κρόουβς.

Η εισβολή των πετρελαϊκών εταιρειών

Δεκαετία 1920. Το Λευκό Ρόδο, η Ρόσα Μπλανκα, είναι μια φάρμα στο Μεξικό, μια φάρμα στην οποία ζουν ντόπιοι ιθαγενείς και όπου «όλα γίνονταν και διευθύνονταν με τον παραδοσιακό τρόπο». Ο ίδιος ο ιδιοκτήτης της, ιθαγενής κι αυτός, ο δον Χασίντο, αισθάνεται πως η φάρμα δεν του ανήκει («Δεν μπορώ να την πουλήσω. Δεν μου ανήκει καθόλου. Ανήκει συνάμα σ’ αυτούς που θα είναι ζωντανοί αφού φύγω εγώ. Δεν είμαι παρά ο διαχειριστής της περιουσίας αυτών που θα ζήσουν αργότερα»). Ο λευκός επίδοξος αγοραστής τα ακούει όλα αυτά και τα βρίσκει ακατανόητα, θεωρεί τον Ινδιάνο ηλίθιο, τρελό. Γιατί η Ρόσα Μπλάνκα έχει ένα μεγάλο μειονέκτημα: βρίσκεται σε γη που έχει πετρέλαιο και η πετρελαϊκή εταιρεία «Κόντορ» («η πιο αχόρταγη») είναι αποφασισμένη να αποκτήσει αυτή τη γη. Μπαίνουμε έτσι στη ζωή του κ. Κόλινς, του προέδρου της εταιρείας. Και παρακολουθούμε τον άγριο, ανελέητο τρόπο με τον οποίο έχει φτάσει «στην κορυφή».
Σε κάθε σελίδα του βιβλίου, ο Τράβεν θέλει να φέρνει διαρκώς στην επιφάνεια τους μηχανισμούς με τους οποίους λειτουργούσε ο καπιταλισμός («αυτό το όμορφο οικονομικό σύστημα που δήθεν επινόησε και διέταξε ο Θεός») εκείνη την εποχή και τον τρόπο που το κεφάλαιο εισέβαλε στις παραδοσιακές ιθαγενικές κοινότητες: πώς διέλυσε τα πάντα, πώς κατάφερε να πείσει, ακόμα και να γίνει ελκυστικό, να γοητευσει, πώς κατάφερε να επιβληθεί όπου δεν περνούσε ο λόγος. Συνάμα ο Τράβεν αναδεικνύει τους ενδοκαπιταλιστικούς ανταγωνισμούς, τη στενή σχέση των επιχειρηματιών με την κρατική εξουσία, τους ιδεολογικούς μηχανισμούς με τους οποίους η καπιταλιστική εξουσία εμπεδώνεται.
Με έναν διαρκή κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό, άλλοτε οργισμένο και άλλοτε σαρκαστικό, ο Τράβεν εντοπίζει συνεχώς κρυφές ή μη γωνιές της κοινωνικής αδικίας και στηλιτεύει τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία («είχαν έρθει να δείξουν πόσο εξεγερμένοι ήταν, όταν όμως τους πρόσφεραν εξαιρετικά πούρα και τους προσκάλεσαν να καθίσουν σε βαθιές, μαλακές πολυθρόνες, έγιναν τόσο ήρεμοι που ο πρόεδρος μπορεί να έβαζε το κεφάλι του στο στόμα του θηρίου χωρίς να νιώσει τα δόντια του»), την καταστολή («η κυβέρνηση έκανε το μόνο πράγμα που μια κυβέρνηση φαίνεται ότι μπορεί να κάνει σήμερα: έστειλε στρατό και πολυβόλα στις περιοχές της απεργίας»), την κοινωνική υποκρισία και την υποκρισία του γάμου, τις αθλιότητες των δημοσιογράφων και των ΜΜΕ («οι δημοσιογράφοι υπηρετούν μόνο την αλήθεια, ακόμα κι αν πρέπει να την ψάξουν μέσα στους υπονόμους του κόσμου ή ανάμεσα στα κλινοσκεπάσματα κάθε ανθρώπου», σαρκάζει), την «αφόρητη κυριαρχία της Καθολικής Εκκλησίας» αλλά και τους «φαρισαίους του προλεταριακού κινήματος», την πολεμική τρέλα («κανένας βασιλιάς, κανένας πρόεδρος, καμιά ομάδα καπιταλιστών δεν θ’ αρχίσει έναν πόλεμο χωρίς να τον δικαιολογήσει με το πρόσχημα ότι εξυπηρετεί το κοινό καλό»), την έλλειψη εργατικής και κοινωνικής αλληλεγγύης, τους μηχανισμούς του καπιταλισμού που αφενός δημιουργούν κρίσεις, αφετέρου κρύβουν τις αιτίες τους («Για το 99% των ανθρώπων υπάρχει κάτι το μυστήριο σε μια οικονομική κρίση. Θρήσκοι ή άθρησκοι, οι άνθρωποι βλέπουν μια οικονομική κρίση σαν τη μάστιγα που τους έστειλε κάποια υπερφυσική δύναμη»), αλλά και κάποιους κομμουνιστές που «δεν έχουν την ικανότητα να συλλάβουν τα θεμελιώδη προβλήματα του λεγόμενου καπιταλιστικού συστήματος» και κυνηγούν τα προσωπικά σκάνδαλα των καπιταλιστών «για ν’ αποδείξουν μέσα απ’ αυτό πόσο σάπιο και ετοιμόρροπο είναι το καπιταλιστικό σύστημα», μιας και «είναι πιο σίγουροι ότι θα κερδίσουν το χειροκρότημα των ακροατών τους όταν σερβίρουν μια σκανδαλώδη ιστορία παρά όταν αναφέρουν και αναλύουν τα προβλήματα του συστήματος».

Ένας πολιτικός συγγραφέας

Ο Τράβεν είναι ένας βαθιά πολιτικός συγγραφέας. Στις σελίδες του ανατέμνει τους μηχανισμούς κυριαρχίας, την απάνθρωπη αδηφαγία των καπιταλιστών, τον ρόλο της Εκκλησίας, ενώ τα βιβλία του είναι γεμάτα από αντιπολεμικές, αντιμιλιταριστικές αναφορές.

Λεπτομέρεια από την τοιχογραφία του Ντιέγο Ριβέρα “Ντιτρόιτ”.

Το βασικό χαρακτηριστικό του Τράβεν είναι ότι, με μια αναρχική ματιά, μιλάει πάντα από τη σκοπιά των από κάτω, είτε αυτοί είναι προλετάριοι είτε ιθαγενείς. Γιατί ο Τράβεν, έχοντας ζήσει ανάμεσα στους ιθαγενείς της αγαπημένης του Τσιάπας, έθεσε το ζήτημα της καταπίεσης των ιθαγενών σε μια εποχή που κανείς δεν είχε αρχίσει να μιλάει γι’ αυτό, προκαλώντας μάλιστα και αντιδράσεις στο Μεξικό εκείνης της εποχής.
Ακόμα και σε βιβλία που δεν θεωρούνται «ευθέως» πολιτικά, όπως ο Θησαυρός της Σιέρα Μάδρε και το Πλοίο των νεκρών (το κορυφαίο ίσως βιβλίο του Τράβεν που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1926), ο Τράβεν βρίσκει τρόπο να εισάγει διαρκώς πολιτικά σχόλια. Στο Πλοίο…, αυτό το γεμάτο απελπισία και πίκρα βιβλίο, αυτή την απεγνωσμένη και γεμάτη σαρκασμό κραυγή κατά της αδικίας, ο ναύτης που έχει χάσει το ναυτικό του φυλλάδιο και είναι καταδικασμένος να μπαρκάρει σε κάποιο πλοίο-φάντασμα λέει κάποια στιγμή: «Στην εποχή μας, εποχή της ιδανικής δημοκρατίας, αιρετικοί είναι οι τύποι σαν εμένα, δηλαδή όσοι δεν έχουν διαβατήριο. Κάθε εποχή έχει την Ιερή Εξέτασή της».
«Όσο δεν έχεις τίποτα, είσαι σκλάβος του άδειου σου στομαχιού κι οποιουδήποτε μπορεί να σ’ το γεμίσει. Και μόλις αποκτήσεις κάτι, γίνεσαι σκλάβος της ιδιοκτησίας σου», γράφει στον Θησαυρό της Σιέρα Μάδρε (εκδόθηκε το 1927, ελληνική έκδοση μτφ. Γιάννης Ευαγγελίδης, εκδ. γράμματα, 1986), όπου βρίσκει εν παρόδω την ευκαιρία να μιλήσει και για τα συνδικάτα του Μεξικού: «οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι στο Μεξικό ανήκουν, χωρίς εξαίρεση, σ’ ένα σωματείο πρώτης τάξης, ριζοσπαστικό όσο δεν παίρνει, που ποτέ δεν λέει όχι σε απεργία. Είναι πολύ δεμένοι μεταξύ τους».
Στο Γεφύρι στη ζούγκλα (σε βιβλίο εκδόθηκε το 1929, ελληνική έκδοση μτφ. Πέρσα Ντούπη, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1990), είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που αποτυπώνει το πώς οι ιθαγενείς προσπαθούν να αντισταθούν με τον τρόπο τους στην εισβολή του χριστιανισμού: ο κουρελής αγρότης, οπαδός της αγροτικής μεταρρύθμισης που «θεωρούσε τον εαυτό του κομμουνιστή», ψέλνει τους εκκλησιαστικούς ύμνους αναμιγνύοντας τις μελωδίες τους «με εγκόσμια τραγούδια, ακόμα και με αμερικανικούς χορευτικούς ρυθμούς των πιο πρόσφατων χρόνων», ενώ στο εικονοστάσι του σπιτιού, μαζί με την Παρθένο της Γουαδελούπης, ήταν και «η θέση για διάφορα εγκόσμια αντικείμενα που χρειάζονταν στο σπίτι». Τίποτα δεν θα καταλάβεις από τον κόσμο που σε περιβάλλει, λέει ο Τράβεν, «αν πιστεύεις πως ο πολιτισμός στον οποίο γεννήθηκες είναι ο μόνος που έχει αξία. Πήγαινε και κοίτα τριγύρω με την ιδέα πως όλα όσα έμαθες στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο είναι λάθος».

Όπλο στους αγώνες για κοινωνική χειραφέτηση

Όπως και οτιδήποτε γράφεται για τον Τράβεν, έτσι κι αυτό το κείμενο έχει πέσει σε έναν βαθμό στην παγίδα της συζήτησης περί της ταυτότητας του συγγραφέα – κάτι που ο ίδιος ο Τράβεν προφανώς απεχθανόταν, καθώς ήθελε πάντα να κρίνεται για τη λογοτεχνία του και το περιεχόμενό της.
Έχει επικριθεί για τον «ρητά» πολιτικό χαρακτήρα της λογοτεχνίας του. Έχει κατηγορηθεί ως απλουστευτικός, έχει κατακριθεί ότι εξιδανίκευε τους ιθαγενείς και τη ζωή τους. Του έχουν χρεώσει υπερβολικό συναισθηματισμό και αδούλευτη γραφή.
Κάποιες πλευρές αυτών των κριτικών μπορεί να χωράνε συζήτηση ή να έχουν βάση, ωστόσο πολλοί από τους επικριτές του απλώς δεν άντεχαν τη μαχητική και παρεμβατική λογοτεχνία του, που ο Τράβεν είχε μετατρέψει σε ακόμη ένα όπλο στους αγώνες για την κοινωνική χειραφέτηση. Ο αναρχικός αντιδυτικισμός και η αδιαπραγμάτευτη αντικαπιταλιστική και αντιεθνικιστική/αντιπατριωτική οπτική του ξένιζαν, ιδιαίτερα εκείνη την εποχή. Η αντιπολεμική ματιά του δεν βασιζόταν σε έναν αφηρημένο ουμανισμό αλλά σε έναν ταξικό διεθνισμό. Η γεμάτη εργάτες, αγρότες και ιθαγενείς λογοτεχνία του απέφευγε τις σοσιαλρεαλιστικές υπεραπλουστεύσεις και εύκολες σχηματικότητες και «σιδερένιες νομοτέλειες», κάτι που φαίνεται και στο Λευκό Ρόδο.
Και αυτή η πολιτική λογοτεχνία μπορεί να έδωσε και πιο αδύναμα βιβλία, ωστόσο έδωσε και κάποια μυθιστορήματα που μπορούν χωρίς κανέναν ενδοιασμό να χαρακτηριστούν κορυφαία.

Kώστας Αθανασίου