Ξένοι και ντόπιοι άρχοντες την εποχή της αποικιοκρατίας

 

Μουλτατούλι «Mαξ Χάβελααρ ή Οι δημοπρασίες καφέ της Ολλανδικής Εμπορικής Εταιρείας» (μτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, εκδ. Αιώρα, 2018)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το μυθιστόρημα Μαξ Χάβελααρ, που εκδόθηκε το 1860 προκαλώντας σοκ και έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις, μας μεταφέρει στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες (τη σημερινή Ινδονησία), την εποχή που η ολλανδική αποικιοκρατία, προσπαθώντας να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της από την εκμετάλλευση της Ιάβας, της Σουμάτρας και των υπολοίπων εδαφών, αρχίζει να εφαρμόζει πολιτικές που θα οδηγούσαν χιλιάδες ντόπιους αγρότες στην καταστροφή και την πείνα, εξαναγκάζοντάς τους να εγκαταλείψουν την καλλιέργεια παραδοσιακών προϊόντων προς βρώση για να καλλιεργούν προϊόντα εξαγώγιμα (όπως ο καφές) που θα απέφεραν κέρδη στους Ολλανδούς.

Βρισκόμαστε στα μέσα του 19ου αιώνα, λίγα χρόνια αφότου την εξουσία στην περιοχή έχει αναλάβει η κυβέρνηση της Ολλανδίας, αφού για τους προηγούμενους δύο αιώνες περίπου όλα αυτά τα εδάφη ανήκαν σε μια εταιρεία, την Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, η οποία –σαν πραγματικό κράτος– εκμεταλλευόταν τον πλούτο και τους κατοίκους της.
Την εικόνα λοιπόν αυτού του αποικιοκρατούμενου τόπου αποτυπώνει, αποκαλύπτει μάλλον, με το μυθιστόρημά του ο Μουλτατούλι. Για να αφηγηθεί την ιστορία του, στήνει ένα παιχνίδι με τα πολλαπλά πρόσωπα που χτίζουν την αφήγηση, όπως ο υποκριτής έμπορος καφέ που, κοροϊδεύοντας τον εαυτό του και τους άλλους, υποδύεται –ή ίσως και να πιστεύει πως πράγματι είναι– δίκαιος και καλός, ο ρομαντικός γιος κάποιου πελάτη του προηγούμενου τον οποίο ο έμπορος προσπαθεί να μετατρέψει σε εγγύηση για τις εμπορικές συναλλαγές που έχει με τον πατέρα του, ενώ καθοριστικό είναι και το υλικό που περιέχεται σε ένα πακέτο γεμάτο κείμενα που έχει αφήσει στον έμπορο ένας κακομοίρης πρώην συμμαθητής του που ψάχνει απεγνωσμένα κάποιον εκδότη (κάτι σαν λογοκλοπή, δηλαδή), και επιπλέον στο τέλος βγαίνει στο προσκήνιο ο ίδιος ο συγγραφέας, με έναν μαχητικό επίλογο-διακήρυξη κατά της εκμετάλλευσης και της αποικιοκρατίας («Δεν ήταν πρόθεσή μου να γράψω καλά – ήθελα να γράψω έτσι ώστε να ακουστώ. Το βιβλίο είναι χαώδες, δεν έχει δομή, ο ρυθμός είναι άνισος, ο συγγραφέας είναι άπειρος, ατάλαντος. Έξοχα, κανένα πρόβλημα! Παρ’ όλα αυτά: οι Γιαβανέζοι είναι θύματα εκμετάλλευσης!»).

H… αλληλεγγύη της εξουσίας

Ο πρωταγωνιστής, Μαξ Χάβελααρ, είναι ένας μεσαίου επιπέδου αξιωματούχος που εκπροσωπεί την ολλανδική κυβέρνηση σε μια περιοχή της αποικίας και αναλαμβάνει τα καθήκοντά του αποφασισμένος να καταπολεμήσει κάθε είδους διαφθορά, εκμετάλλευση, κακομεταχείριση, ορκισμένος να επιβάλει τη δικαιοσύνη. Σύντομα όμως θα έρθει αντιμέτωπος με τη σκληρή πραγματικότητα της τυφλής εκμετάλλευσης των φτωχών αγροτών από τους Ολλανδούς αποικιοκράτες αλλά και τους ντόπιους άρχοντες που απομυζούν τον κόσμο σε αγαστή συνεργασία και αλληλοϋποστήριξη με τους εκπροσώπους της ολλανδικής κυβέρνησης. Ο Μαξ Χάβελααρ, έχοντας πάρει στα σοβαρά τον όρκο που έχει δώσει περί δικαιοσύνης, σύμφωνα με τον οποίο οφείλει, μεταξύ άλλων, «να προστατεύει τους ιθαγενείς από την εκμετάλλευση και την καταπίεση», θα συγκρουστεί με αυτή την κατάσταση –ζώντας σε ένα σύννεφο ελπίδων και αυταπατών– με αποτελέσματα μάλλον προβλέψιμα τελικά.
Ο Μαξ Χάβελααρ αρνείται να αποδεχτεί μια κατάσταση όπου «η επίταξη της εργασίας εξακολουθεί να είναι νόμιμη» και οι κυβερνώντες «μπορούν να πουν στους κατοίκους ότι η κυβέρνηση χρειάζεται τη δουλειά τους χωρίς να θέλει να πληρώσει γι’ αυτήν», μια κατάσταση όπου «όταν ο πληθυσμός μειώνεται εξαιτίας ελλείψεων ή λιμού, αυτό είναι πάντοτε αποτέλεσμα ξηρασίας ή βροχής, ποτέ κακής διακυβέρνησης». Ταυτόχρονα, ο συγγραφέας θίγει μια σειρά από άλλα επίμαχα ζητήματα, όπως η θρησκεία και ο ρόλος της, η πατερναλιστική σχέση των Ολλανδών αποικιοκρατών με τους ντόπιους (καθώς ο νομάρχης υποτίθεται πως οφείλει να επιδεικνύει μια «γονική μέριμνα για τον λαό») κ.ά.
Και βέβαια κάθε στιγμή επιβεβαιώνεται η αλληλεγγύη της εξουσίας ανάμεσα στους Ολλανδούς και τους ντόπιους άρχοντες. Χαρακτηριστική είναι η κατηγορία κατά του Χάβελααρ για την αντίδρασή του όταν ανακάλυψε «κακές πρακτικές των ιθαγενών αρχηγών της επαρχίας».

Σκληρή καταγγελία της αποικιοκρατίας

Ο συγγραφέας θέλει να αφηγηθεί μια ιστορία που «προορίζεται για κείνους που μπορούν να πιστέψουν πως κάτω από τη σκούρα επιδερμίδα υπάρχουν καρδιές». Έτσι, χρησιμοποιώντας διάφορες αφηγηματικές τεχνικές και στήνοντας κάποιους χαρακτηριστικούς πρωταγωνιστές, δημιουργεί ένα μυθιστόρημα που είναι μια καταγγελία της κατάστασης που είχε δημιουργήσει η αποικιοκρατία στις τότε Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες, γραμμένη με ειρωνεία, με σαρκασμό, με σκληρό σατιρικό ύφος, που στηλιτεύει τη «χρόνια πειρατεία» που υφίστανται οι φτωχοί ιθαγενείς. «Εγώ δεν είμαι κανένας πράος ονειροπόλος, όπως ο Χάβελααρ», διακηρύσσει στο τέλος του βιβλίου για τον πρωταγωνιστή του ο Μουλτατούλι, για να προσθέσει πως πρέπει να βρεθεί λύση «νόμιμα, αν αυτό είναι δυνατόν, νόμιμα διά της βίας, αν χρειαστεί». Λίγο πριν, ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας του βιβλίου, ο Μαξ Χάβελααρ, έχει τον λόγο και απευθύνεται στον γενικό κυβερνήτη λέγοντάς του «είναι ματωμένη η περιουσία που αποκτήσατε στις Ινδίες, Εξοχότατε», αφού «η Εξοχότης σας έχει καθαγιάσει το υπάρχον σύστημα κατάχρησης εξουσίας, καταλήστευσης και φόνων, κάτω από το οποίο στενάζουν οι Γιαβανέζοι».
Το όνομα Μουλτατούλι (λατινικής καταγωγής, που σημαίνει «εγώ που έχω υποφέρει πολλά») είναι ψευδώνυμο του Έντουαρντ Ντ. Ντέκερ, ο οποίος θεωρείται από τους σπουδαιότερους Ολλανδούς συγγραφείς, ίσως ο σπουδαιότερος κατά πολλούς. Το Μαξ Χάβελααρ στηρίζεται και στις δικές του εμπειρίες, καθώς ο Μουλτατούλι υπηρέτησε για αρκετά χρόνια σε διάφορες κυβερνητικές θέσεις στην αποικία. Το βιβλίο έχει μεταφραστεί σε πάνω από τριάντα γλώσσες και έγινε κινηματογραφική ταινία το 1976. Μάλιστα, το όνομα Max Havelaar έχει υιοθετήσει ένας οργανισμός χορήγησης πιστοποίησης (σήματος) για το λεγόμενο δίκαιο εμπόριο. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία…

Κώστας Αθανασίου