Συνέντευξη με την διακεκριμένη βιολονίστα, Φανή Βοβώνη

Ανάμεσα στην ελαφρότητα και την έκσταση

fani-vovoni-barockvioline

«Θραύσματα από τον Κάφκα», μια συνάντηση κειμένου και ήχου, όπου οι προσωπικές αναζητήσεις δύο μεγάλων καλλιτεχνών γεννούν ένα διαχρονικό έργο τέχνης που μας αφορά όλους

Το Σημείο Μηδέν συνεχίζει το ερευνητικό του έργο στο σύμπαν του Κάφκα. Η πορεία που άρχισε τόσο υποσχετικά με τη «Σωφρονιστική αποικία» το 2009, την οποία είδαμε ξανά σε νέα εκδοχή το 2014, και συνεχίστηκε με τη «Μεταμόρφωση», έχει τώρα ένα νέο σταθμό, τα «Θραύσματα από τον Κάφκα», μουσικό έργο του σημαντικού ούγγρου συνθέτη Γκιόργκι Κούρταγκ, που συναντήθηκε με το έργο του Κάφκα και συνομίλησε μαζί του μέσα από σύγχρονες μουσικές φόρμες. Το έργο του Κούρταγκ ανεβαίνει στο Άττις Νέος Χώρος σε θεατρική φόρμα, σκηνοθετημένο από τον Σάββα Στρούμπο και υποστηριγμένο δραματικά από την Έλλη Ιγγλίζ. Η σοπράνο Φανή Αντωνέλλου ερμηνεύει το δύσκολο τραγουδιστικό μέρος και η βιολονίστα Φανή Βοβώνη αναλαμβάνει το απαιτητικότατο μουσικό κομμάτι. Ζητήσαμε από την γνωστή βιολονίστα να μας μιλήσει για το έργο και τη συνεργασία της με το Σημείο Μηδέν.

Τη συνέντευξη πήρε
η Μαρώ Τριανταφύλλου

Θα μπορούσατε να εξηγήσετε τι είναι το έργο του Γκ. Κούρταγκ «Θραύσματα από τον Κάφκα» και γιατί είναι σημαντικό για τη μουσική του 20ού αιώνα;
Καταρχάς να σας ευχαριστήσω για το ενδιαφέρον σας για την παράστασή μας και τη δυνατότητα που μας παρέχετε, να πούμε δυο λόγια για το έργο.
Ο Γκιόργκι Κόυρταγκ, γεννημένος το 1926 στην Ουγγαρία, ανήκει σε μια γενιά συνθετών που επηρεάστηκαν καταλυτικά από τον Μπέλα Μπάρτοκ. Η μουσική του γλώσσα βρισκόταν σε συνεχή συνομιλία με το ουγγρικό στοιχείο, οι σχέσεις με τα ρεύματα της κεντρικής Ευρώπης ήταν, και λόγω του καθεστώτος, περιορισμένη. Ήταν λίγο μετά την επανάσταση του 1956 όταν έφυγε για το Παρίσι, που ήρθε σε επαφή με όλα τα μοντέρνα ρεύματα της εποχής. Μεταξύ άλλων, ήταν η ενασχόληση με τη δεύτερη σχολή της Βιέννης, τον δωδεκαφθογγισμό και τις μικρές και σύντομες στρουκτούρες στο έργο του Άντον φον Βέμπερν, που καθόρισαν έντονα τη μετέπειτα πορεία του. Άρχισε να δουλεύει με τη μείωση του υλικού του στο ελάχιστο δυνατό, με το αποσπασματικό, το ημιτελές. Καθώς και με την εκφραστικότητα του απομονωμένου από την τονική του υπόσταση ήχου. Αυτά τα χαρακτηριστικά παρέμειναν πλέον μόνιμα ανοιχτά μέτωπα στο έργο του. Οι καλλιτεχνικές και συνθετικές του αναζητήσεις τον έφεραν συχνά αντιμέτωπο με προσωπικές, υπαρξιακές κρίσεις τις οποίες προσπάθησε να αντιμετωπίσει κάνοντας ψυχανάλυση στο Παρίσι. Η ψυχανάλυση σημαίνει αναζήτηση και αναθεώρηση, κάτι που ο Κούρταγκ ακολούθησε με θάρρος και συνέπεια, ονομάζοντας το πρώτο έργο που προέκυψε μετά από αυτή τη διαδικασία αναγέννησης, op.1. Σε αυτήν την περίοδο, γνωρίζει και το έργο του Φραντς Κάφκα, και αμέσως συνδέεται με τον εσωστρεφή Τσέχο, με το χαρακτηριστικό λακωνικό γράψιμο και την αέναη αυτοαμφισβήτηση.
Ήθελα να κάνω αυτή τη σύντομη αναφορά στην πορεία του Κουρταγκ για να καταλήξω στα Kafka Fragmente, στα Θραύσματα από τον Κάφκα, καθώς αυτό το έργο είναι η επιτομή αυτής της πορείας. Γραμμένο το 1985-1987, μόνο και η επιλογή μιας σοπράνο και ενός μονάχα βιολιού αναδεικνύουν την επιθυμία για μινιμαλισμό στα μέσα, για συγκέντρωση στο απολύτως απαραίτητο, του οποίου όμως οι δυνατότητες εξαντλούνται στο μέγιστο. Διαλέγει σύντομα αποσπάσματα από τα προσωπικά ημερολόγια και επιστολές του Κάφκα συνθέτοντας τα σε 40 ξεχωριστά μέρη, κάποια από τα οποία διαρκούν 30 δευτερόλεπτα, το μεγαλύτερο 8 λεπτά. Το αποσπασματικό του κειμένου δένεται με την αποσπασματική μουσική φόρμα, μια τεχνική που ο Κούρταγκ αναπτύσσει αριστοτεχνικά σε αυτό το έργο. Η αποσπασματικότητα, ένα μεγάλο ζήτημα στην μουσική του 20ού αιώνα, είναι αυτή που υπαινίσσεται αυτό το οποίο λείπει, το ανοίκειο, το ανείπωτο. Είναι αυτή που αντικατοπτρίζει το ανολοκλήρωτο, τη δημιουργική αναζήτηση ως στάση ζωής. Ο Κούρταγκ αναπτύσσει τα μουσικά του αποσπάσματα και μας παρασύρει σε ένα πολυποίκιλο κόσμο. Δεν τον ενδιαφέρει το καινούριο με εκκεντρικό τρόπο. Η μουσική του δεν είναι μεν τονική αλλά δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει στοιχεία παραδοσιακής ουγγρικής μουσικής, τεχνικές του Μπαρόκ, αναφορές στο Ρομαντισμό και Εξπρεσιονισμό, και να αφομοιώσει όλα αυτά εκπληκτικά στο δικό του προσωπικό στιλ. Στο μουσικό του ιδίωμα, και πάντα συντονισμένος με τον Κάφκα, είναι εκρηκτικός, εσωστρεφής, τρυφερός, σκωπτικός, ειρωνικός, ψάχνει την ελαφρότητα και αναζητά την έκσταση. Είναι ένα έργο πολύ-πολύ ανθρώπινο. Η σχέση του με την αναζήτηση της φόρμας αναδεικνύεται καλύτερα μέσα από τα δικά του λογία: « Οι φόρμες… με τις οποίες έχω μια περίεργη σχέση, γιατί δεν ξέρω ποτέ, το πως… δεν τις βλέπω και δεν τις θυμάμαι, απλά αισθάνομαι ασφάλεια κοντά τους. Μπορώ να κρατιέμαι στις καμπύλες κυρτωμένων κλαδιών, χωρίς να μπορώ να τις αναπαράγω. Αυτές οι καμπύλες είναι που και στη μουσική δημιουργούν την αίσθηση και την ανάγκη της φόρμας.»

Στα «Θραύσματα από τον Κάφκα» έχει κάποιος την αίσθηση ότι ο μουσικός και ο συγγραφέας δημιουργούν μια αξεδιάλυτη οργανική ενότητα. Τι συγκινεί τον συνθέτη στον μεγάλο συγγραφέα; Ποια είναι τα κοινά σημεία τους;
Η αριστουργηματικά πλεγμένη δραματουργική ενότητα των Θραυσμάτων είναι ένα μεγάλο ταξίδι στην ανθρώπινη ύπαρξη και τα βασικά ερωτήματα που την συνταράσσουν. Τα ημερολόγια του Κάφκα γίνονται κατά κάποιο τρόπο προσωπικά μουσικά ημερολόγια του Κούρταγκ και δημιουργούν μέσα από το αποσπασματικό των κειμένων και των χρονικά σύντομων μουσικών κομματιών μια ενότητα θραυσματική: την ίδια τη ζωή. Μιλά για την ανθρώπινη πορεία, για το φόβο, τον έρωτα, τον ψυχικό και σωματικό πόνο, την απομόνωση και τη μοναξιά, την αγωνία της δημιουργικής αναζήτησης. Γίνεται σαφές ότι ο Κάφκα δίνει στον Κούρταγκ το υλικό για να επεξεργαστεί τις προσωπικές του κρίσεις και αναζητήσεις. Παράλληλα, μέσα από αυτό το έργο έχουμε τη συνάντηση κειμένου και ήχου, το ευφυές αυτό πάντρεμα όπου οι προσωπικές αναζητήσεις δύο μεγάλων καλλιτεχνών γεννούν ένα διαχρονικό έργο τέχνης που μας αφορά όλους.

Τι σας προκαλεί στο έργο ως μουσικό;
Η πρόκληση που τίθεται είναι τεράστια και πολυεπίπεδη. Είχα να αντιμετωπίσω μια πολύ πυκνή παρτιτούρα, πολύ απαιτητική τεχνικά. Ο Κούρταγκ φέρνει και το βιολί και τη φωνή στα όρια τους, κάτι διόλου τυχαίο. Τα νοήματα του κειμένου, ο ακραίος Κάφκα τον ωθεί στην ακραία μουσική έκφραση. Καθότι επέλεξε τον εύθραυστο συνδυασμό βιολιού και φωνής, οι εναλλαγές δυναμικών, τεχνικών, συναισθημάτων και διαθέσεων εκφράζονται ακόμα πιο έντονα. Να προσθέσω ότι η ενασχόληση με το κείμενο του Κάφκα και της εποχής του και το πώς αυτό μπορεί να επηρεάσει τη μουσική ερμηνεία ήταν μια διεργασία πιο έντονη ίσως από άλλες φορές καθότι αυτή η σύνδεση είναι σπάνια τόσο επιτακτική για μια βιολονίστα.

Πώς ήταν η εμπειρία της συνεργασίας μιας μουσικού με ένα σκηνοθέτη; Επηρέασε τον τρόπο που προσεγγίσατε και ερμηνεύσατε το μουσικό μέρος;
Είναι νομίζω σαφές ότι η θεατρική προσέγγιση και το προτσές που ακολουθεί μια ομάδα σαν αυτή του Σάββα Στρούμπου, είναι μια συνθήκη πολύ σπάνια για έναν μουσικό. Για μένα προσωπικά έδρασε καταλυτικά και είναι μια τεράστια πηγή έμπνευσης. Ο Σάββας ως βαθύς γνώστης του υλικού του Κάφκα μας άνοιξε καινούριους δρόμους προσέγγισης, ανέδειξε πρίσματα σε εμάς πρωτόγνωρα που εμπλούτισαν πολύ την εκφραστική μας εργαλειοθήκη. Είχαμε μακρές και συναρπαστικές συζητήσεις σε ζητήματα τόσο θεωρητικά όσο και σε ζητήματα της τέχνης του περφόρμερ. Είναι πολλά τα οποία μπορούμε εμείς οι μουσικοί να μάθουμε από τους ηθοποιούς, αλλά και αντίστροφα!
Κλείνοντας θέλω να αναφερθώ στην σπάνια αυτή συνεργασία ως μια ευκαιρία σύγκλισης διαφορετικών τεχνών, ένα θέμα που και εμένα προσωπικά με απασχολεί πολύ έντονα. Πώς βλέπει τη σωματικότητα του μουσικού – μια στη σύγχρονη μουσική ερμηνεία αρκετά παραμελημένη παράμετρο – ένας σκηνοθέτης, πώς αυτή μπορεί να έχει το ρόλο της σε μια παράσταση;  Πώς μπορεί να προσεγγίσει κανείς μέσα από το θέατρο και τη λογοτεχνία τη σύγχρονη μουσική δημιουργία, που συχνά απομονώνεται στα δικά της φεστιβάλ, στο δικό της κοινό, στο δικό της αποκλειστικό δίκτυο και μικρόκοσμο. Σε μια τέτοια συνεργασία βλέπω πολλές δυνατότητες να δημιουργηθούν νοηματικοί συσχετισμοί που ίσως μας βοηθήσουν, καλλιτέχνες και κοινό, να ξεπεράσουμε κλισέ, φοβίες και όρια και να αφεθούμε βασιζόμενοι στην αίσθηση και μόνο. Όπως λέει ο Κάφκα: Δεν θα επιτρέψω στην κόπωση να με καταβάλει / Θα πηδήξω μέσα στη νουβέλα μου,/ Ακόμα κι αν το άλμα μού ξεσκίσει το πρόσωπο. (Μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου)

Βιογραφικό σημείωμα

Η Φανή Βοβώνη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Σπούδασε βιολί στο Κarnten Landeskonservatorium του Klagenfurt με τον Helfried Fister και στο Πανεπιστήμιο Μουσικής και Δραματικής Τέχνης της Βιέννης με τον Ernst Kovacic, όπου και αποφοίτησε με διάκριση. Παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα μπαρόκ βιολιού με τον Hiro Kurosaki στη Βιέννη και τον Reinhard Goebel στο Μοτσαρτέουμ του Σάλτσμπουργκ.
Υπήρξε μέλος της European Union Youth Orchestra (2000, 2001) καθώς και της European Union Barock Orchestra (2004,2006) όπου και ξεκίνησε να ασχολείται με την ιστορική ερμηνεία. Ως νοηματικός αντίποδας λειτουργεί η εντατική ενασχόληση με τη μουσική του 20ού και 21ου αιώνα.
Ζει στη Βιέννη όπου και συνεργάζεται με σύνολα όπως as Il Pomo d´Oro, Barucco, Concerto Stella Matutina, Hofkapelle Esterhazy, Barocksolisten München, Les Passions de l’ame, Cappella Leopoldina, Ensemble Prisma, Clemencic Consort, Concerto Romano, Klangforum Wien, Camerata Salzburg, Ensemble Reconsil, Ensemble Phaceand Black Page Orchestra κ.ά., ενώ έχει λάβει μέρος σε διάφορα Φεστιβάλ στην Ευρώπη, καθώς και στην Βόρεια και Νότια Αμερική. Eίναι ιδρυτικό μέλος της Harmony of Nations Baroque Orchestra με την οποία και εμφανίζεται με σολίστες/αρχιμουσικούς όπως ο Ton Koopman, Lars Ulrik Mortensen, Alfredo Bernardini, Andrew Manze. Παράλληλα έχει τακτική συνεργασία με τα ελληνικά σύνολα παλαιάς μουσικής Ex Silentio και Latinitas Nostra.
Έχει διδακτική δραστηριότητα σε εργαστήρια παλαιάς μουσικής όπως το διεθνές σεμινάριο Mozaik στο Δυρράχιο της Αλβανίας, η μουσική ακαδημία του Sao Paulo της Βραζιλίας, το μουσικό χωριό του Πηλίου και το Ωδείο του Klagenfurt στην Αυστρία.