Ύστατο απόθεμα γραφής

Πέτρος Κουτσιαμπασάκος
«Δρόμοι»
Εκδόσεις Πατάκης
Μάιος 2015

Ο Πέτρος Κουτσιαμπασάκος, στην πρόσφατα εκδοθείσα, δεύτερη συλλογή διηγημάτων του, δοκιμάζει διαφορετικούς αφηγηματικούς τρόπους. Δεν φαίνεται να στοχεύει στην εξάσκηση προς τελειοποίηση της τεχνικής του, ούτε στην επίδειξη μέριμνας περί τη μορφή. Πρόθεσή του είναι μάλλον να αναδείξει το θέμα του, που, κατά μία άποψη, παραμένει σταθερό στα διηγήματα της συλλογής. Αν και ως προς αυτό, δεν υπάρχει ομοφωνία. Κατ’ εμάς, ο κυρίως θεματικός καμβάς, πάνω στον οποίο υφαίνεται ο ιστός των ιστοριών, ανήκει στο πεδίο της κοινωνικής ψυχολογίας. Πιο συγκεκριμένα, αφορά την ψυχική κατάσταση, από δυσάρεστη μέχρι και δραματική, που βρίσκεται κάποιος, επειδή κουβαλά ελλιπή πρόσληψη της εξωτερικής πραγματικότητας. Οι Άλλοι, που τον περιβάλλουν, δίνουν ως σήματα της διάθεσης και των προθέσεών τους, κινήσεις, πράξεις, λόγια. Με αυτά, όμως, μόνο πλασματικές εκδοχές μπορεί εκείνος να φαντασιώσει για όσα διαδραματίζονται γύρω του. Είναι ένας πρωταγωνιστής, που στηρίζει το πλάσιμο του ρόλου του, δηλαδή τις δικές του κινήσεις ανταπόκρισης, πράξεις και απαντήσεις, σε αμιγώς υποκειμενικές ερμηνείες και συχνά στρεβλές αντιλήψεις.
Με άλλα λόγια, το θέμα είναι οι διαπροσωπικές σχέσεις, όπως διαμορφώνονται και επηρεάζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Ένα αντικείμενο, για το οποίο έχουν διατυπωθεί πλείστες όσες κοινωνιο-ψυχολογικές θεωρίες, σε συνδυασμό με έρευνες, που εστιάζουν στην καθημερινή εμπειρία του αστικού χώρου. Μόνο, όμως,  μέσα από μία αφήγηση εσωτερικής εστίασης, η επικοινωνία με τον Άλλο αναδεικνύεται σε διανοητική και συναισθηματική δοκιμασία, αλλά και περιπέτεια. Το πόσο επώδυνη μπορεί αυτή να αποβεί, εξαρτάται από το εγώ της δράσης. Γι’ αυτό και η αφήγηση πολιορκεί το σκεπτόμενο εγώ σε πρώτο πρόσωπο και σε ενεστωτικό χρόνο. Για το παρελθόν του δίνονται – σε όσες ιστορίες δίνονται – λιγοστές και ως επί το πλείστον, έμμεσες πληροφορίες. Το πρόσωπο παραμένει εσκεμμένα αόριστο, καθώς ενδιαφέρει η αντιπροσωπευτικότητα ενός συγκεκριμένου ανθρώπινου τύπου και όχι, η φροϋδική σκιαγράφηση μίας ψυχοσύστασης.
Στη γενικότητά του, το θέμα στερείται πρωτοτυπίας. Τον Κουτσιαμπασάκο, όμως, τον απασχολεί συγκεκριμένος χαρακτήρας, που κι αυτός δεν δείχνει εξαιρετικός, καθώς ανήκει στην μεγάλη ομάδα, εκείνων που δυσκολεύονται στις κοινωνικές επαφές. Τον πολιορκεί συστηματικά, σε όλο το φάσμα των συναναστροφών του, επαγγελματικές, φιλικές, ερωτικές. Στη συλλογή, υπάρχουν διηγήματα για καθεμία από αυτές τις πτυχές κοινωνικότητας. Εναλλάσσεται το πρόσωπο, αλλά μόνο γραμματικά, καθώς ο συγγραφέας δοκιμάζει τη διαφορετική αίσθηση, μιας κάποιας αποστασιοποίησης, έστω και σχηματικής, που καλλιεργεί το τρίτο έναντι του πρώτου προσώπου. Σκιαγραφεί έναν τύπο, που δεν διακρίνεται στις παρέες. Αυτόν που μιλάει λίγο και, κατά κανόνα, συμφωνεί με τη γνώμη του Άλλου. Συχνά την επικροτεί με ενθουσιασμό, σαν να επιδιώκει να εξασφαλίσει έτσι μεγαλύτερη συμμετοχή. Τις πιο ενδιαφέρουσες σκέψεις του δεν τις εκστομίζει, μόνο τις ανακυκλώνει ενδομύχως.
Από την πλευρά της πρόσληψης, δυσκολεύεται να αποδεχτεί φιλικές χειρονομίες, ακόμη κι όταν δείχνουν αυθόρμητες. Στις συμπεριφορές των Άλλων, υποψιάζεται σκοτεινά κίνητρα και συνωμοσίες. Ακόμη και στην περίπτωση ενός ζητιάνου στο συρμό του Ηλεκτρικού, δεν ενδίδει σε φιλανθρωπικά αισθήματα, αλλά δυσπιστεί, υποψιαζόμενος πως πρόκειται για επαγγελματία του είδους. Αντί, πάντως, της επίθεσης ή έστω της επιθετικής άμυνας, λ.χ., στην οργανωμένη γλωσσοφαγιά των συναδέλφων του, επιλέγει τη  φυγή από τις παρέες και τέλος, ακόμη και από τη θέση εργασίας του. Είναι γνωστό πως μοναδική λύση του ανασφαλούς απομένει η παραίτηση. Η ανασύνθεση των συνειρμών, έτσι όπως ανακαλούν σωρευτικά παραπλήσια συμβάντα, συνοψίζοντας τα αισθήματα που αυτά γεννούν, αντικατοπτρίζουν τη βάσανο του πνευματικού λεπτολογήματος, ως χαρακτηριστικό συνακόλουθο της εσωστρέφειας. Το πώς αυτή η εσωστρεφής τάση προσλαμβάνεται διαισθητικά από τον Άλλο και τον τρέπει σε φυγή, το δείχνει επιγραμματικά σε μία ιστορία η έκβαση της ερωτικής προσέγγισης που ο ήρωας για χρόνια επιθυμούσε. “Το πρωί, δεν είπαν να ξαναβρεθούν. Και οι δυο το είδαν όταν ξύπνησαν ό,τι συνέβη, συνέβη για εκείνο το βράδυ.” Ένας παρόμοιος τύπος μπορεί να αισθανθεί άνετα μόνο μέσα σε μία ομάδα κοινωνικά μειονεκτούντων. Στο διήγημα, επιλέγονται οι μετανάστες, αλλά θα μπορούσε να είναι και οποιαδήποτε άλλη.
Σε αυτήν την ιστορία, ο χαρακτήρας φωτίζεται σε σχετικά μεγάλη κλίμακα χρόνου, καλύπτοντας τα πρώτα χρόνια του επαγγελματικού του βίου. Σαν αποτέλεσμα, η εσωτερική ασφυξία ενός γραφείου σε Τράπεζα αποτυπώνεται με παραστάσεις, που δημιουργούνται με επάλληλες συνειδησιακές ζυμώσεις. Σε αντίθεση, με το επόμενο, όπου ο χρόνος εκτείνεται σε ένα πρωινό. Εύστοχα η αφήγηση εκκινεί από το πρωινό ξύπνημα, όταν η ένταση μιας αγχώδους νεύρωσης είναι υψηλή, καθώς τροφοδοτείται παρασιτικά από τις ζωογόνες δυνάμεις του ύπνου. Μόνη λύση αποβαίνει η κίνηση. Στην άφωνη απομόνωση της κατ’ ιδίαν συνομιλίας, χαρακτηριστικό είναι το ξεκίνημα του μονόλογου. Μία προστακτική απόταση προς εαυτόν, που επαναλαμβάνεται: “Το θέμα είναι το κεφάλι να μένει ψηλά…Οι σκέψεις να μην το βαραίνουν…Το βλέμμα να στενεύει, κάθετο να γυρίζει σε σένα…Το ένα πόδι μπροστά, το άλλο πίσω. Το άλλο μπροστά, το ένα πίσω…” Περίπατος στο κέντρο της πόλης, με εμφανή προσπάθεια, η ροή των εντυπώσεων από την εξωτερική πραγματικότητα να εξοστρακίζει την  εφιαλτικά επιταχυνόμενη δίνη των σκέψεων. “Το βλέμμα κρέμεται σε πρόσωπα.” Σχεδόν ασυναίσθητα αναλογίζεται: “Γενικά η ευδαιμονία δεν με καθησυχάζει… Προτιμώ τα στενά…” Τόσο πλαγίως, ο συγγραφέας συστήνει τον αγοραφοβικό ήρωά του.
Επτά τα διηγήματα αυτής της συλλογής, επτά και της πρώτης, εκδομένης πριν δέκα χρόνια. Για την ακρίβεια, στην πρώτη ήταν οκτώ, μόνο που στο τελευταίο, «Αδειανή καρέκλα», ο συγγραφέας αποπειράται να συνδέσει χαλαρά τα διηγήματα αναμεταξύ τους, με κάποιους ήρωες να επανεμφανίζονται, ενώ αφηγητής είναι ένας συγγραφέας που αναζητεί θέμα για το βιβλίο του. Κατά τα άλλα, εκτός από την περιγραφική δεινότητα, που παραμένει κύριο χαρακτηριστικό του Κουτσιαμπασάκου, τα δυο βιβλία διαφέρουν ουσιαστικά. Στο πρώτο, υπήρχαν οι τόποι –η ομίχλη στη λίμνη της Καστοριάς, το πετρώδες και ερημικό της Πίνδου– ακόμη, η τρυφερότητα του έρωτα, είτε ματαιωμένου είτε με αίσια κατάληξη, κυρίως, η νοσταλγία. Στη δεύτερη, η αφήγηση ποικίλλει, με σταθερή παράμετρο την αποστασιοποίηση. Χαρακτηριστικό το δεύτερο διήγημα, «Ψ συν Χ», γραμμένο σαν σε μορφή σεναρίου. Το θέμα είναι η ψυχογράφηση μίας ερωτικής σχέσης και μέσω αυτής δυο διιστάμενων χαρακτήρων. Σε τρίτο πρόσωπο η αφήγηση, εστιάζει στη γυναίκα. Με δυσκολία στις ερωτικές της σχέσεις, όταν δημιουργεί έναν δεσμό, αφοσιώνεται εξ ολοκλήρου. Αδυνατεί να συλλάβει τον ψυχισμό εκείνου και το συναισθηματικό του μοίρασμα ανάμεσα στην ίδια και την πρώην, όπως αυτό εκδηλώνεται με αφορμή την εμφάνιση καρκίνου, που λειτουργεί ως προαγγελία θανάτου. Χωρίς καταφυγές στον θείο Φρόυντ, η αφήγηση, μάλλον λακωνική, το δείχνει με ενάργεια. Μόνο που σε αυτό το διήγημα η παραίτηση της γυναίκας φτάνει μέχρι τα όρια της αυτοχειρίας.
Δύο από τα διηγήματα της συλλογής είναι μικρής έκτασης και φαινομενικά, διαφοροποιούνται θεματικά. Από μία άποψη, ο κεντρικός ήρωας θα μπορούσε να εξεικονίζει ηλικιακά το πριν και το μετά εκείνου των διηγημάτων, που αποτελούν τον κυρίως κορμό της συλλογής. Στο ένα, περιγράφεται μία έξοδος από την Παιδόπολη ενός αγοριού, που έχει εκεί μεγαλώσει. Αφορμή μία Πρωτοχρονιά και η φιλοξενία, που του προσφέρει ένα ζευγάρι, το πιθανότερο ως συμμετοχή σε φιλανθρωπική χειρονομία, αλλά και δικής του ανάγκης, καθόσον άκληρο με στομωμένα τα αισθήματα, ιδίως τα μητρικά της γυναίκας. Το διήγημα αντλείται από το ίδιο βιωματικό υλικό με το μυθιστόρημα του Κουτσιαμπασάκου, «Πόλη παιδιών». Υπαινικτικό, παρακολουθεί την οπτική του παιδιού, κατορθώνοντας να αποδώσει την αμφιθυμία του απέναντι στους δυο τόσο διαφορετικούς τρόπους διαβίωσης: τον ιδρυματικό και τον οικογενειακό. Στο δεύτερο σύντομο διήγημα, ο συγγραφέας κινείται σε ένα μεταφυσικό πεδίο, πολιορκώντας την ιδέα μίας ενύπνιας επίσκεψης του Χάροντα. Δεν είναι παρά εφιάλτης, που θα μπορούσε να ξεκινάει από παλαιές εμπειρίες βίαιης απομάκρυνσης από την οικογενειακή του εστία. Πρόκειται για αφηγηματική απόπειρα, που θα χρειαζόταν επιπλέον επεξεργασία. Το ίδιο και σε κάποια άλλα διηγήματα της συλλογής. Εκεί, ορισμένες λεκτικές επιλογές μοιάζουν άστοχες, ενώ κάποια  μεταφορικά σχήματα φαίνεται να πάσχουν νοηματικά. Αυτά, καταπώς προϊδεάζουν τα δυο προηγούμενα βιβλία του, ο Κουτσιαμπασάκος θα τα επιμελείτο δεόντως.
Μόνο που, από αυτήν τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων, δεν γεύτηκε την ευχαρίστηση της έκδοσης. Όχι, γιατί την απέρριψαν οι εκδότες, αλλά γιατί δεν πρόλαβε να την υποβάλλει στην κρίση τους. Εκδόθηκε ένα χρόνο μετά τον θάνατό του (8/1/2014), με πρωτοβουλία φίλων του, που εντόπισαν τα επτά διηγήματα σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή. Βρίσκονταν εντός φακέλου, όπου στην έντυπη υπήρχε σελίδα με τους τίτλους των διηγημάτων, ενώ στην ηλεκτρονική, ο τίτλος του συνόλου, «Δρόμοι». Οι επιμελητές της έκδοσης δεν δίνουν πληροφορίες για τις πρώτες δημοσιεύσεις, ούτε για το πότε γράφτηκαν τα διηγήματα. Ο συγγραφέας, πάντως, σε συνέντευξή του (27/4/2013), δηλώνει πως, εκείνον τον καιρό, δεν έγραφε τίποτα, συμπληρώνοντας επιγραμματικά, “Αγρανάπαυση”. Τον Οκτ. του 2012 είχε κυκλοφορήσει το μυθιστόρημά του. Παρουσιάζει ενδιαφέρον, όχι μόνο φιλολογικό, αν τα διηγήματα γράφτηκαν παράλληλα. Ας πληροφορούσαν, τουλάχιστον, για την ημερομηνία που φέρει ο ηλεκτρονικός φάκελος. Αντ’ αυτού, παίρνουν ορισμένες πρωτοβουλίες, που πιστεύουμε πως προδίδουν το συγγραφικό ύφος και ήθος.
Προσθέτουν Παράρτημα με δέκα κείμενα του Κουτσιαμπασάκου. Σύμφωνα με το Επίμετρο του Κώστα Καβανόζη, που επέχει θέση εισαγωγής στο Παράρτημα, τα οκτώ επιλέγονται από το ηλεκτρονικό μπλογκ μιας εξαμελούς παρέας συνομηλίκων, με πρεσβύτερο τον Κουτσιαμπασάκο, γεννημένο το 1965, και νεότερο, τον Σπύρο Γιανναρά, το 1972. Ενώ, δυο κείμενα εμφανίζονται ως συρραφές. Φαίνεται να τα έγραψαν οι επιζώντες, ανακαλώντας κουβέντες του αποθανόντος στις δια ζώσης συναντήσεις της ομάδας. Δεν προσδιορίζεται, ποια είναι αυτά τα δυο. Πάντως, το προτασσόμενο, με τίτλο «Το κωλαράκι», αλλά και το δεύτερο στη σειρά, δείχνουν εκτός του δικού του αφηγηματικού κλίματος. Όπως και να έχει, τα κείμενα αξιολογούνται από τους επιμελητές ως εφάμιλλα των διηγημάτων. Υπόσχονται, μάλιστα, έκδοση του συνόλου. Αν την πραγματοποιήσουν, τουλάχιστον, ας προσδιορίσουν ποια είναι του Κουτσιαμπασάκου.
Μεγαλύτερη απορία προκαλεί η εισαγωγή του Σπύρου Γιανναρά. Κατ’ αρχήν, οι λανθασμένες αναφορές, όπως ότι τα κείμενα του Παραρτήματος είναι εννέα αντί για δέκα ή ότι ο Κουτσιαμπασάκος πέθανε σαρανταεπτάχρονος αντί σαρανταεννιάχρονος ή έστω σαρανταοχτάχρονος, αναλόγως με την ημερομηνία γεννήσεως. Μετά ο τρόπος, που αναφέρεται στους ομότεχνούς του, δίνει εντύπωση αφ’ υψηλού, σαν ο ίδιος να μην ανήκει στο σινάφι τους. Επίσης, ο τρόπος, με τον οποίο παρουσιάζει τον αποβιώσαντα, όσο και να είναι ειλικρινής, λεκτικά δείχνει υπερβολικός. Έχουμε την εντύπωση, πως μεταθανάτιες εκδόσεις, όπως αυτή του Κουτσιαμπασάκου, επιβάλλουν πιο διακριτική μεταχείριση. Κοχλάζοντα συναισθήματα και ανεξέλεγκτοι ενθουσιασμοί ηθικού χρέους πρέπει να φιλτράρονται επιμελώς. Σε αντίθετη περίπτωση, καταλήγουν ζημιογόνα.

Μ. Θεοδοσοπούλου