Ύστατο χαίρε στον Δημήτρη Χασαπογιάννη

Την Τετάρτη το μεσημέρι στην Πάτρα οι σύντροφοι, φίλοι και συγγενείς συνόδευσαν τον Δημήτρη Χασαπογιάννη, με μία απέριττη πολιτική κηδεία στην τελευταία του κατοικία. Η «Εποχή», για την οποία ο Δημήτρης υπήρξε αναγνώστης και ενισχυτής της, εκφράζει τα συλλυπητήριά της και δίνει το λόγο, για να τον γνωρίσουν οι αναγνώστες μας, στον Γιάννη Ζαρκάδη, που υπήρξε για δεκαετίες συνάδελφος, φίλος και σύντροφος του Δημήτρη.

Ξέρω, ξέρω, Δημήτρη μου, θα πεις άστα αυτά,
αν και από την αρχή πρέπει να πω κι αυτό. Είμαι σίγουρος, όπως πάντα το έκανες με τους απέναντί σου, ότι θα με αφήσεις να ολοκληρώσω. Γιατί Δημήτρη μου, εσύ άκουγες, άκουγες πολύ τον καθένα και την καθεμιά της συντροφιάς σου, που την επέλεγες υπομονετικά και με πάθος, και με προσήλωση, και με νοιάξιμο, και με ανοιχτοσύνη. Το έδειχνες με το μοναδικό τρόπο σου, της απόσυρσης και της σιωπής, αν κάτι σε ενοχλούσε, αφού το δήλωνες πριν καθαρά. Άκουγες πολύ, δεν διέκοπτες την αλήθεια του δίπλα σου, γιατί έτσι υπήρχες κι εσύ. Και όσο κι αν ήταν ιδιαίτερες, φωτισμένες και διορατικές οι απόψεις και παρεμβάσεις σου, και σε απίθανα θέματα που διακλαδίζονταν οι κουβέντες μας, επιστήμη, ποδόσφαιρο, κινηματογράφος, μουσική, θέατρο, ιδίως οι μεταμεσονύκτιες, στον Χασομέρη στον Ηλία ή τα μεσημέρια στην Αμαλία, ήσουνα ιδανικός μαχητής της δημοκρατίας των σωματικά συμμετεχόντων, κράταγες τη μονάδα σου μόνο. Φανατικός πάντα για τη συλλογικότητα, ποτέ για την άποψή σου.
Δεν υπέκυπτες ποτέ σε διαδικασίες, σε πρακτικές, σε τερτίπια, που συνέβαιναν στις συνεδριάσεις μας, όσο κι αν λοξοκοιτάζαμε εμείς, στο ΚΚΕ ΕΣ, στο ΚΚΕ ΕΣ ΑΑ, στην ΑΚΟΑ, στην ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ και στα εκλεγμένα όργανά τους, όταν σπάνια συμμετείχες, όχι λόγω έλλειψης χρόνου και κόπου. Δεν υπέκυπτες στο λάθος των πρόσκαιρων πλειοψηφιών, στη νίκη της μιας μικρής έναντι της άλλης αριστερής ομάδας και άποψης, «τρικυμία στο ποτήρι», όπως χαρακτηριστικά έλεγες. Γι’ αυτό και ήσουν φανατικός με όλα τα εγχειρήματα, ιδίως τα κινηματικά, για την ενότητα της αριστεράς, στο Κοινωνικό Φόρουμ, στο Χώρο Διαλόγου. Κινηματικός και κομματικός και κυρίως βαθιά αναρχικός, διαολιζόσουν όταν έρχονταν οι ντιρεκτίβες από τις ηγεσίες και επέμενες στην ουσία και την πεμπτουσία του μέλους, του κάθε μέλους την άποψη. Της άμεσης σωματικής συμμετοχής.
Ξέρω, ξέρω, θα πεις άστα αυτά, αλλά συνεχίζω.
Από την περιπλάνησή σου στην Ευρώπη μόλις πήρες το πτυχίο στο ΕΜΠ, χωρίς διαβατήριο όλη την επταετία των Συνταγματαρχών της Χούντας, ποτίστηκες και άνθησες με όλα τα λουλούδια που έφερε ο Μάης του ’68 και τα εργατικά κινήματα, στην κοινωνία και στις τέχνες της, αν και ποτέ δεν σε άκουσα με λεπτομέρειες να μιλάς γι’ αυτά. Κι έτσι μηχανικός εσύ, ανήσυχος και αντισυστημικός, σε τράβηξε η κοινωνιολογία της εργασίας και των μηχανών. Μαζί σου γνώρισα τις κριτικές σχολές της επιστήμης και τις φωνές και τα γραπτά των Φέγιεραμπεντ και του Κουν, τις κοινωνικές τους ατροφίες και ακυρώσεις. Τους κορσέδες που φορέσαμε στις επιστήμες, για να μην μολύνονται από τα αχ! του κόσμου της εργασία.
Υποψιασμένος και μελετημένος βαθιά για τις κοινωνικές απολήξεις των δικών σου αντικειμένων του μηχανικού, ήσουν ένας δάσκαλος φάρος, γι’ αυτό και φουρνιές φοιτητών και φοιτητριών ήταν μαγεμένες και πίναν (μεταφορικά και κυριολεκτικά) στ’ όνομά σου, αλλά και μαζί σου. Εκεί στο γραφείο σου στο πανεπιστήμιο, μαζί με τον Σταύρο, είχατε φτιάξει μια φωλιά βιβλίων και σημειώσεων και συζητήσεων και αναζητήσεων, βαθιάς ελευθερίας και κριτικής της ίδιας της δουλειάς μας, πρωτόγνωρη και απίστευτη για μένα που ερχόμουν από ένα συντηρητικό ακαδημαϊκό περιβάλλον του χημικού, και της ιατρικής αργότερα. Ακόμα έχω σπίτι μου, μετά από τόσες εκκαθαρίσεις, σε φωτοτυπίες, αντίτυπο ενός βιβλίο σου για τις μηχανές και το κοινωνικό τους πρόσημο, μαζί με τον αντίκτυπο στα επαναστατικά κινήματα των εργατών.
Ξέρω, ξέρω θα πεις άστα αυτά, για σένα δεν ήθελες να μιλάνε, αλλά τώρα πλέον δεν μπορείς να κάνεις κάτι. Ήσουνα ένας διανοούμενος των διεξόδων και των αδιεξόδων, κι εγώ μαζί με τους άλλους και τις άλλες, τυχεροί που σε γνωρίσαμε, και πορευτήκαμε αυτά τα χρόνια, εγώ από την πολύμηνη κατάληψη του Παραρτήματος το 1978, και την εμβληματική σας απεργία του ΕΔΠ των εκατό ημερών, που σημάδεψε το μετέπειτα φοιτητικό και πανεπιστημιακό κίνημα. Μειλίχιος ακόμα και στις ρήξεις και στις διαφωνίες, συνεπής στις δεσμεύσεις σου (εκτός στον εαυτό σου βέβαια), έδινες χώρο και χρόνο στις ουσιαστικές σχέσεις, με έγνοια και φροντίδα, μακριά από συμβάσεις, τυπικότητες και πρωτόκολλα. Άπλωνες φτερούγες σε κατατρεγμένους, πρώτος για βοήθεια και τα βιβλιάριά σου, διαθέσιμα για να κλείνουν πληγές. Ήσουν ένας ουσιαστικός άνθρωπος του κόσμου.
Όμως κάτι άλλο με είχε σημαδέψει και φαίνεται το είχα ξεχάσει, αφού δεν μου άφησε εμένα ουλές, αλλά σχετίζεται και με την ειλημμένη απόφασή σου να φύγεις. Ένα από τα πρώτα βιβλία που μου χάρισες ήταν του τραγικού πατρινού ποιητή Περικλή Γιαννόπουλου, γεννημένος το 1870. Δεν ξέρω αν ήταν τα ποιήματα ή το τέλος του Περικλή στον Σκαραμαγκά που σε μάγεψε. Το περιγράφει η Εστία στο φύλλο της 12ης Απριλίου 1910. «Μετά τούτο ίππευσε, στεφανωμένος με αγριολούλουδα, και, αφού ανήρτησεν επάνω του ένα κομψόν σάκκον πλήρη βαρών και επλύθη με αρώματα, ώρμησε προς τα μαινόμενα κύματα και την ανοιξιάτικην μπόραν και απερίγραπτον τραγικήν ορμήν. Όταν έφθασε, καβάλλα εις το άλογο που εκολυμβούσεν, εις τα βαθειά, τότε επυροβόλησε κατά της κεφαλής του και αχάθη, ενώ το άλογο, αγριεμένο και ρουθουνίζον, απανήλθεν εις την ακτήν».
Εσύ Δημήτρη, όταν στα τελευταία, έρχονταν ο Γιάννης και η Νάντια να σε δουν, το κανες σαν τον Μίλτο Σαχτούρη. Καιρό όσο ζούσε κι εκείνος κλεισμένος στο σπίτι του, ο Χρήστος Μπράβος πήγαινε συχνά να τον επισκεφτεί και πίσω από την πόρτα, τον περίμενε ο Σαχτούρης και του έλεγε «Φύγε Χρήστο, έχω τον δαίμονα μέσα». Με τους δαίμονές σου κι εσύ έκανες παρέα και ήθελες να τελειώσεις μαζί τους την κουβέντα και να φύγεις. Με τη μοναξιά και τη μοναχικότητα πάλευες, εκεί που χάνεις το λογαριασμό. Ήσουνα μοναχικός, μια ευλογία γνωριμίας με τον εαυτό μας, γι’ αυτό και ευχαριστιόσουν τις παρέες σου, όταν και όποιες επέλεγες. Με τη μοναξιά όμως; Τι να την θρέψεις για να την ημερώσεις;
Έτσι τέλειωσες τις κουβέντες τον τελευταίο καιρό και με τους πιο δικούς σου ανθρώπους, που ήξερες καλά πόσο σε νοιάζονταν. Έκλεινες πόρτες και παραθύρια και όλες τις χαραμάδες τελικά. Βάρος δεν ήθελες να ‘σαι, κι ας ήξερες καλά, ότι οι άνθρωποι και η ζωή δεν είναι βάρη. Ή με άλλα λόγια, ζωή χωρίς βάρη δεν υπάρχει, παραφράζοντας τα τσιτάτα μας περί σοσιαλισμού. Τώρα, είναι αλήθεια, το βάρος της απουσίας σου, δεν το υπολόγισες. Ευτυχώς αυτό το άφησες σε εμάς, κάτι κι εμείς να ‘χουμε δικό σου. Δημήτρη, καλό σου ταξίδι!

Γιάννης Ζαρκάδης
Εξόδια παρέμβαση στην πολιτική κηδεία
του Δημήτρη Χασαπογιάννη