Ζωές σε δεύτερη επιλογή

Ζίγκμουντ Μπάουμαν,
«Σπαταλημένες ζωές, Οι απόβλητοι της νεοτερικότητας»,
εκδόσεις Κατάρτι, 2005

Tης Mαρίας Μποντίλα*

Σήμερα το βιβλίο του Ζ. Μπάουμαν είναι επίκαιρο περισσότερο από ποτέ καθώς συνδέεται άμεσα με το προσφυγικό /μεταναστευτικό ζήτημα των ημερών μας και την πανδημία του Covid-19. Η παραγωγή ανθρώπινων απορριμμάτων και η αποκομιδή τους αποτελούν σε γενικές γραμμές τους κύριους άξονες του βιβλίου. Ο συγγραφέας μέσα από πολλά παραδείγματα, σύγχρονα και ιστορικά, ενισχύει τις σκέψεις και τα επιχειρήματά του πάνω σε αυτό το θέμα.
Η εποχή της νεωτερικότητας, που διαπνεόταν από το διαφωτιστικό όραμα της ισότητας και της καθολικής χειραφέτησης, της αυτοδιάθεσης και του αυτοπροσδιορισμού του υποκειμένου, το όραμα για ορθολογικό εκσυγχρονισμό καθώς και οι στρατηγικές της υπεραφθονίας κατέληξαν στην υπερπαραγωγή απορριμμάτων. Απορριμμάτων της ανθρώπινης δραστηριότητας αλλά και των ίδιων των ανθρώπων.

Τοπικά προβλήματα, παγκόσμιες λύσεις

Τα απόβλητα αποτελούν το σκοτεινό μυστικό κάθε παραγωγής και η σύγχρονη επιβίωση της εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα της αποκομιδής και της διαχείρισής τους. Και ενώ οι συνέπειες των βιομηχανικών και οικιακών αποβλήτων για την οικολογική ισορροπία του πλανήτη έχει συζητηθεί πολύ, δεν έχουν υπολογιστεί επακριβώς οι συνέπειες της μάζας των απόβλητων ανθρώπων για τις κοινωνικές και πολιτικές ισορροπίες των κοινωνιών. Παλιότερα οι «περιττοί των πόλεων» διοχετεύονταν σε απομακρυσμένες περιοχές αποσοβώντας έτσι την πληθυσμιακή έκρηξη. Τα υπεράριθμα σώματα, που δεν ήταν πλέον απαραίτητα για κάποια εργασία, μεταφέρονταν σε «κενές» περιοχές, όπου μετά την εξολόθρευση των ντόπιων ανακυκλώνονταν και αποκτούσαν πάλι αξία.
Σήμερα όμως οι παρείσακτοι της παγκοσμιοποίησης, οι πρόσφυγες και οι μετανάστες, οι εκτοπισμένοι και οι αιτούντες άσυλο, οι χωρίς χαρτιά άνθρωποι, αντιμετωπίζονται σαν τα ανθρώπινα απορρίμματα απομακρυσμένων περιοχών που ρίχτηκαν στην αυλή μας. Η έλλειψη «κενών» περιοχών οδηγεί στην επιλογή τοπικών «λύσεων» όπως τοπικοί πόλεμοι, φυλετικές συγκρούσεις, σφαγές αντάρτικα και προσφυγικοί καταυλισμοί. Χιλιάδες άνθρωποι εκδιώκονται από τα σπίτια τους, δολοφονούνται ή αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα τους για να σωθούν. Τους ανθρώπους αυτούς οι αναπτυγμένες χώρες προσπαθούν να τους αποθέσουν κοντά στις χώρες προέλευσής τους, σε μονίμως προσωρινά στρατόπεδα με στόχο τα τοπικά προβλήματα να παραμείνουν τοπικά και να μην αναζητηθούν παγκόσμιες λύσεις, όπως συνέβη στις απαρχές της νεωτερικότητας.
Για τους δυνατούς της γης οι άνθρωποι αυτοί είναι περιττοί κυρίως για δύο λόγους. Πρώτον, η εργασία τους δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς όφελός τους, αφού όλα τα αγαθά παράγονται πιο γρήγορα και φθηνότερα χωρίς αυτούς, και, δεύτερον, γιατί στην καταναλωτική κοινωνία τους οι άνθρωποι αυτοί είναι «ελαττωματικοί καταναλωτές» από τη στιγμή που αδυνατούν να διευρύνουν ή να στηρίξουν τις καταναλωτικές αγορές τους.

«Εκτός νόμου» για την έννοια του νόμου

Τα στρατόπεδα εγκλεισμού όμως που κτίστηκαν δεν φτάνουν. Ο αριθμός των θυμάτων των ανισοτήτων και των αποκλεισμών αυξάνεται με εκθετικό ρυθμό. Για τον περιορισμό και τον έλεγχό τους απαιτείται συνεχής και επιμελής επαγρύπνηση. Το σύνορο ανάμεσα στα χρήσιμα και τα περιττά, τα αποδεκτά και τα απορριπτέα πρέπει να φυλάσσεται συνεχώς, καθώς δεν πρόκειται για κάποιο φυσικό σύνορο αλλά για σύνορο που αλλάζει και επαναχαράζεται κάτω από μια συνεχή πίεση. Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες την εποχή της παγκοσμιοποίησης βρίσκονται εκτός νόμου, όχι σύμφωνα με το νόμο μιας συγκεκριμένης χώρας αλλά «για την ίδια την έννοια του νόμου». Βρίσκονται σε μια κατάσταση «οριακής διολίσθησης», κατά τον συγγραφέα, και όπως όλοι οι έγκλειστοι ανά τους αιώνες απογυμνώνονται από κάθε στοιχείο της ταυτότητάς τους. Πέρα από τις άσχημες συνθήκες διαβίωσης που ταλαιπωρούν το σώμα τους, η αβεβαιότητα ταλαιπωρεί την ψυχή τους. Ζουν σε μια περίοδο συνεχούς μεταβατικότητας, αοριστίας και προσωρινότητας.

Εγχώρια ανθρώπινα απόβλητα

Οι ίδιες πολιτικές όμως ακολουθούνται και όσον αφορά τα εγχώρια ανθρώπινα απόβλητα. Υπάρχουν και οι περιττοί άνθρωποι που βρίσκονται ήδη εντός των αναπτυγμένων χωρών και πρόκειται να παραμείνουν εκεί. Και για αυτούς τους πλεονάζοντες ανθρώπους υπάρχουν χώροι αποκομιδής απορριμμάτων, κυρίως στις μεγάλες πόλεις. Πρόκειται για τα αστικά γκέτο. Και αυτοί οι άνθρωποι όπως και οι μετανάστες δαιμονοποιούνται και η παρουσία τους έχει συνδεθεί με την εγκληματικότητα και το φόβο, τη βία και την ανασφάλεια. Παρέχουν στις κυβερνήσεις τον ιδανικό αποκλίνοντα Άλλον, τον αποδιοπομπαίο τράγο της προεκλογικής τους εκστρατείας.
Η πρόσφατη πανδημία επιβεβαίωσε επίσης τις θέσεις του συγγραφέα. Ο Covid-19 όχι μόνο με την τοξικότητά του αλλά και την ταξικότητά του απέδειξε καθαρά ότι ευάλωτες ομάδες δεν είναι μόνο αυτοί που έχουν υποκείμενα νοσήματα αλλά και οι κάθε είδους περιθωριοποιημένοι. Οι ανασφάλιστοι, οι πρόσφυγες, οι φτωχοί, οι άνεργοι και οι μετανάστες βρίσκονται σε μια συνεχή έκθεση στο διπλό κίνδυνο, της μόλυνσης από τον κορονοϊό και της απομόνωσής τους από το υπόλοιπο «υγιές» κομμάτι της κοινωνίας.

Κατά του «εξαναγκαστικού» εκσυγχρονισμού

Στο βιβλίο του ο Μπάουμαν στρέφει τα βέλη του κατά του «εξαναγκαστικού» εκσυγχρονισμού που όχι μόνο αδιαφορεί για τις «παράπλευρες απώλειες» που προκαλεί, αλλά κυρίως γιατί αξιολογεί αρνητικά τους ανθρώπους που αποτελούν ή υφίστανται αυτές τις απώλειες, χαρακτηρίζοντάς τους ως παρίες, παρείσακτους, περιττούς, υπεράριθμους, άχρηστους, αχρείαστους, ανεπιθύμητους, απόβλητα ή απορρίμματα των σύγχρονων κοινωνιών. Δεν υποστηρίζει την επιστροφή στις κλειστές κοινότητες των προνεωτερικών χρόνων. Στο στόχαστρο της κριτικής του βρίσκεται η διαδικασία της μετάβασης από την πρώτη νεωτερικότητα στη σύγχρονη ρευστή νεωτερικότητα της καταναλωτικής κοινωνίας κατά την οποία, παρά τις αρχικές εξαγγελίες και τους ευαγγελισμούς περί αναβάθμισης των ανθρώπων, μεγάλες μάζες έχουν μετατραπεί σε απορρίμματα που ρίχτηκαν και αποκλείστηκαν στις ανθρώπινες χωματερές.
Αυτό που είναι σημαντικό για τη ριζοσπαστική Αριστερά, όπως προκύπτει από τις θέσεις του Μπάουμαν, είναι το γεγονός πως κάθε καινοτομία δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη στην πρόοδο και δεν μπορεί να γίνεται δεκτή χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι κοινωνικές της επιπτώσεις. Μια τέτοια κοινωνική επίπτωση είναι και η «μετατόπιση» περισσότερων ανθρώπων στο περιθώριο – πολλές φορές αόρατη αλλά πάντα υπαρκτή. Ο εκσυγχρονισμός που αδιαφορεί για τα θύματά του και τα αντιμετωπίζει ελαφρά τη καρδία ως «παράπλευρες απώλειες» υπονομεύει στην ουσία τη νεωτερικότητα και υποσκάπτει στην πραγματικότητα τα δικά της τα ιδεολογικά θεμέλια.

* Φιλόλογος, Ιστορικός της Εκπαίδευσης.