Η 27η Απριλίου στέκει ως μια ιδιότυπη ιστορική σύμπτωση: την ίδια ημέρα που, το 1937, έσβηνε ο Αντόνιο Γκράμσι, το 1903 είχε γεννηθεί ο Νίκος Ζαχαριάδης. Δύο μορφές που άφησαν ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στο κομμουνιστικό κίνημα της Ευρώπης, ακολουθώντας δρόμους που άλλοτε συγκλίνουν και άλλοτε αποκλίνουν βαθιά.
Ο Γκράμσι γεννήθηκε στη Σαρδηνία, σε μια Ιταλία που σπαρασσόταν από κοινωνικές ανισότητες. Από νωρίς εντάχθηκε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα Ιταλίας, όπου γνώρισε –σε μια σχεδόν ειρωνική τροπή της ιστορίας– τον μετέπειτα δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι. Στα πρώτα τους βήματα συμπορεύτηκαν, ακόμη και στο ζήτημα της στάσης της Ιταλίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όμως η ιστορία τους χώρισε βίαια: ο Μουσολίνι στράφηκε στο φασισμό και ίδρυσε το φασιστικό κόμμα Ιταλίας , ενώ ο Γκράμσι εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο βαθυστόχαστους θεωρητικούς του μαρξισμού.
Ως ιδρυτικό στέλεχος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Γκράμσι ανέπτυξε μια πρωτότυπη σκέψη γύρω από την έννοια της ηγεμονίας, δίνοντας έμφαση στον ρόλο της κουλτούρας και της συναίνεσης στην άσκηση εξουσίας. Τα «Τετράδια της Φυλακής» αποτέλεσαν έργο-σταθμό, επηρεάζοντας καθοριστικά μεταγενέστερα ρεύματα όπως ο ευρωκομμουνισμός, που επιδίωξε έναν σοσιαλισμό συνδεδεμένο με τη δημοκρατία και τις ατομικές ελευθερίες.
Με την άνοδο του Μουσολίνι, ο Γκράμσι έγινε βασικός στόχος του καθεστώτος. Η κριτική του ήταν βαθιά και δομική, αγγίζοντας τον πυρήνα της φασιστικής εξουσίας. Στη δίκη του, ο εισαγγελέας Μικέλε Ισγκρό διατύπωσε τη χαρακτηριστική φράση ότι «Πρέπει για είκοσι χρόνια να σταματήσουμε να λειτουργεί αυτό το μυαλό».. Το φασιστικό καθεστώς επέλεξε τη φυλάκιση του αντί της εκτέλεσης, οδηγώντας τον ουσιαστικά σε έναν αργό θάνατο. Πέθανε το 1937, λίγο μετά την αποφυλάκισή του, διατηρώντας μέχρι τέλους το διεθνές κύρος μιας μορφής που ούτε οι αντίπαλοί της τολμούσαν να αγνοήσουν.
Στην Ελλάδα, ο Ζαχαριάδης αντιπροσώπευσε μια διαφορετική ιστορική εμπειρία: εκείνη της πολιτικής σύγκρουσης μέσα σε συνθήκες διώξεων, πολέμου και εμφυλίου. Υπήρξε ίσως η πιο αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, ηγέτης του ΚΚΕ σε μια από τις πιο ταραγμένες και κρίσιμες περιόδους της ιστορίας του.
Κατά τη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά φυλακίστηκε και βρέθηκε αντιμέτωπος με τον μηχανισμό καταστολής του διαβόητου υφυπουργού ασφαλείας Κωνσταντίνου Μανιαδάκη, ο οποίος επιχείρησε να αποσαθρώσει το ΚΚΕ μέσω της λεγόμενης «πλαστής Κεντρικής Επιτροπής». Μέσα από τις φυλακές, ο Ζαχαριάδης αγωνίστηκε να διατηρήσει την ενότητα και τη συνέχεια του κόμματος μετατρέποντας την απομόνωση σε χώρο πειθαρχίας και εσωτερικής συγκρότησης για τα μέλη. Στη μακρά αυτή περίοδο φυλακίσεων και εξοριών, η εμπειρία του δεν ήταν μόνο πολιτική αλλά και υπαρξιακή. Η φράση που του αποδίδεται «Τρώγε το φαΐ σου, αγάπα το κελί σου, διάβαζε πολύ» συμπυκνώνει αυτή την εσωτερική πειθαρχία: μια προσπάθεια να μετατραπεί η φυλακή από χώρο εξόντωσης σε χώρο σκέψης, αντοχής και συγκέντρωσης.
Ιστορική υπήρξε η πρώτη του ανοιχτή επιστολή του το 1940, μετά την ιταλική εισβολή, ένα κάλεσμα προς τον ελληνικό λαό για παλλαϊκή αντίσταση απέναντι στον ιταλικό φασισμόα. Σε εκείνη τη στιγμή, η φωνή του Ζαχαριάδη συμβολικό βάρος, ταυτίζοντας το ΚΚΕ με την αντίσταση του λαού στις Ιταλικές δυνάμεις. Αντίθετα, η λιγότερο γνωστή δεύτερη επιστολή στην οποία καλούσε τον Μεταξά να ζητήσει τη μεσολάβηση της ΕΣΣΔ για να σταματήσει ο πόλεμος και να εκδιώξει τα αγγλικά στρατεύματα από την χώρα. Η στενή του σχέση με την ΕΣΣΔ κα τον Στάλιν που εκείνη την περίοδο επιδίωκε ειρήνη με τον Άξονα, εικάζεται ότι τον ανάγκασε να αλλάξει πολιτική στάση. Η επίδραση που δεχόταν σταθερά από την πολιτική γραμμή της Μόσχας αποτυπώνεται και στη μετέπειτα πορεία και στρατηγική του ίδιου του Ζαχαριάδη.
Μετά την παράδοσή του στους Ναζί από το καθεστώς Μεταξά, μεταφέρθηκε στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου. Μετά την απελευθέρωσή του από το Νταχάου το 1945, επέστρεψε σε μια χώρα βαθιά διχασμένη. Η στάση του υπερ της Συμφωνία της Βάρκιζας και η σύγκρουσή του με τον Άρη Βελουχιώτη, στρατιωτικό διοικητή του ΕΛΑΣ σφράγισαν την εξέλιξη των γεγονότων. Ο Βελουχιώτης, που διαφώνησε με τη γραμμή της αποστράτευσης του ΕΛΑΣ αποκηρύχθηκε με εντολή Ζαχαριάδη ενώ η ηγεσία του ΚΚΕ προσανατολίστηκε αρχικά στη νομιμότητα και στη συμμετοχή στο πολιτικό σύστημα μέσω εκλογών»
Ωστόσο, η όξυνση της βίας στην ύπαιθρο από παρακρατικές συμμορίες , η λεγόμενη «λευκή τρομοκρατία» και οι πολιτικές εξελίξεις της περιόδου οδήγησαν σε μια σταδιακή αναθεώρηση. Η απόφαση αποχής από τις εκλογές του 1946 και στο δημοψήφισμα για την επιστροφή του βασιλιά αποτέλεσαν κρίσιμες επιλογές που, σε συνδυασμό με τη γενικότερη πόλωση, συνέβαλαν στην πορεία προς τη αναζωπύρωση της εμφύλιας σύγκρουσης.
Στον Εμφύλιο Πόλεμο, ο Νίκος Ζαχαριάδης προσανατολίστηκε στη μετατροπή του Δημοκρατικού Στρατού σε τακτική στρατιωτική δύναμη, με στόχο τη την κατάληψη μεγάλου αστικού κέντρου, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πολιτική έδρα της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης. Αυτή η στρατηγική τον έφερε σε ανοιχτή σύγκρουση με τον Μάρκο Βαφειάδη, ο οποίος υποστήριζε τη συνέχιση του αντάρτικου πολέμου και την αναζήτηση ευνοϊκότερων όρων για κατάπαυση του πυρός και πολιτική διευθέτηση με την ελληνική κυβέρνηση.
Έτσι, ο Βαφειάδης απομακρύνθηκε από την ηγεσία του ΔΣΕ, ενώ σειρά στρατιωτικών και κομματικών στελεχών καθαιρέθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες, σε ένα κλίμα εσωκομματικών εκκαθαρίσεων σταλινικού τύπου. Η στρατηγική Ζαχαριάδη της μάχης εκ παρατάξεως κλιμάκωσης αποδείχθηκε ολέθρια για το ΔΣΕ : βαριές απώλειες σε κρίσιμες επιχειρήσεις, όπως η μάχη της Φλώρινας, οδήγησαν σταδιακά στην αποδυνάμωση και τελικά στη συντριβή του στον Γράμμο και το Βίτσι το 1949.
Ως τραγική ειρωνεία, λίγα χρόνια αργότερα, ο ίδιος ο Ζαχαριάδης βρέθηκε αντιμέτωπος με τις εσωκομματικές ανακατατάξεις που ακολούθησαν τον θάνατο του Στάλιν και την αποσταλινοποίηση υπό τον Νικίτα Χρουστσόφ. Στην Τασκένδη, το 1956, καθαιρέθηκε από την ηγεσία του ΚΚΕ στο πλαίσιο της 6ης Ολομέλειας, σε μια διαδικασία που πολλοί ιστορικοί έχουν περιγράψει ως αντίστοιχα σκληρή και αιφνιδιαστική με εκείνες που ο ίδιος είχε εφαρμόσει παλαιότερα στο εσωτερικό του κόμματος για την εξουδετέρωση των αντιλάλων του .
Ακολούθησε μακρά περίοδος εξορίας στη Σιβηρία, όπου έζησε αποκομμένος από την πολιτική ζωή. Πέθανε το 1973, μακριά από την Ελλάδα και το κόμμα που υπηρέτησε επί δεκαετίες. Η τελευταία επιστολή που άφησε, με ημερομηνία 1η Αυγούστου 1973, τελείωνε με το υστερόγραφο «Το κουφάρι μου το κληροδοτώ στους Μπρέζνιεφ, Κολιγιάννη, Φλωράκη και Σία. Χαλάλι τους».
Γκραμσι , Ζαχαριάδης οι δύο αυτές μορφές συμπυκνώνουν δύο διαφορετικές αρκετα αντικρουόμενες παραδόσεις του κομμουνιστικού κινήματος. Ο Γκράμσι εκπροσωπεί τη θεωρητική ανανέωση, τη σύνδεση με τη δημοκρατία και την πολιτισμική ηγεμονία. Ο Ζαχαριάδης στον αντίποδα ενσαρκώνει τη σκληρή πολιτική πράξη, την σκληρή κομματική πειθαρχία και τις δύσκολες και μοιραίες επιλογές μια ηγεσίας μέσα σε ασφυκτικές συνθήκες πολέμου και διώξεων.





