Μπροστά στο ενδεχόμενο αναπαραγωγής μιας νοσηρής κατάστασης;

Το 39ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ γίνεται σε συγκυρία δυσμενέστατη για τις δυνάμεις της εργασίας διεθνώς και στη χώρα μας. Όμως ατυχώς το Συνδικαλιστικό Κίνημα, όπως εκφράζεται ιδίως με την πλειοψηφία της ηγεσίας της ΓΣΕΕ δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να αγωνιστεί για να αποτρέψει αντεργατικά μέτρα, να κατακτήσει θέσεις. Πολύ χειρότερα όλα δείχνουν ότι το Συνέδριο θα αναπαράξει την ίδια περίπου σύνθεση ηγεσίας που, πλειοψηφικά, θήτευσε για πάρα πολλά χρόνια με κυρίαρχη την αντίληψη συνεργασίας, παρά αντιπαράθεσης, με εργοδοσία και κυβέρνηση. Μακριά από κάθε έννοια ταξικής αντίληψης, ακόμη και τον κλασικό ρεφορμισμό που συναντάμε σε πολλά ευρωπαϊκά συνδικάτα.

Δράση σε δύσκολες συνθήκες

Μια ματιά στο πλαίσιο όπου ζουν και εργάζονται οι μισθωτοί. Πρώτον, η επιλογή των άκρατων πολεμικών εξοπλισμών μεταφέρει πόρους από το κοινωνικό κράτος και υπονομεύει ευθέως τον ήδη υποτιμημένο κοινωνικό μισθό. Είμαστε ακόμη στην αρχή. Δεύτερον, η πολυδιαφημισμένη «καλή εικόνα» της οικονομίας είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ψεύτικη, χωρίς βάθος. Το πόσο αθωράκιστη είναι προέκυψε ήδη από τον πόλεμο όπου αμέσως οι προβλέψεις για το ΑΕΠ αναθεωρούνται από 2,4% στο 1,9% και του πληθωρισμού από 2,5% στο 3,5%. Ήδη τον Μάρτιο εκτινάχθηκε στο 3,9%. Όμως τα 21 από τα 27 κράτη της ΕΕ προχώρησαν σε μείωση ΦΠΑ και όλες οι μελέτες λένε έγινε επιτυχώς. Τρίτον, η μείωση της ανεργίας στο 8% αποκρύβει το οξύ πρόβλημα των νεόπτωχων εργαζόμενων. Το 62,5% των μισθωτών (στοιχεία από άρθρο Κώστα Καλλίτση στην Καθημερινή) κάπου 1,5 εκατ. νέοι, κυρίως, εργαζόμενοι παίρνουν 956 ευρώ καθαρά τον μήνα. Οι ανισότητες διευρύνονται, με το εισόδημα από εργασία να υπολείπεται όλο και περισσότερο από το εισόδημα από κέρδη. Ενώ το 2019 τα κέρδη ήταν 21,3 δισ. περισσότερα, το 2024 ήταν κατά 36,1 δισ., δηλαδή 69,5% περισσότερα! Τέταρτον, η κυβέρνηση χειροτέρευσε ακόμη περισσότερο τους όρους αμοιβής και εργασίας. Το 13ωρο, η έλλειψη Συλλογικών Συμβάσεων, η υπονόμευση του ΟΜΕΔ, η εντατικοποίηση και η μείωση ελέγχων οδηγούν σε καθεστώς πλήρους ασυδοσίας της εργοδοσίας, όπως στη Βιολάντα. Πέμπτον, η τεχνολογία, με επίκεντρο την τεχνητή νοημοσύνη, επιβάλλει οργανωμένη απάντηση για να αποφευχθούν θυσίες. Απαιτείται γνώση και αγωνιστική διαδικασία από τα συνδικάτα. Έκτον, οι μισθωτοί, όπως όλοι, ζουν και εργάζονται όλο και περισσότερο σε υποβαθμισμένο περιβάλλον, δύσκολες συνθήκες μετακίνησης κτλ. Δίπλα στην εκμετάλλευση της εργασίας τα συνδικάτα οφείλουν να εντάξουν την εκμετάλλευση της φύσης.

Η κατάσταση των συνδικάτων

Αυτό το πελώριο έργο απαιτεί και συνδικαλιστική εκπροσώπηση αντίστοιχη. Και η ΓΣΕΕ έως τώρα δεν είναι. Η μικρή συμμετοχή στα συνδικάτα οφείλεται στη γραφειοκρατική λειτουργία και συμβιβαστική αντίληψη της πλειοψηφίας της ηγεσίας, στα θεσμικά εμπόδια και στις διώξεις της εργοδοσίας.

Οι συσχετισμοί στην ηγεσία της ΓΣΕΕ είναι σχεδόν ανάλλαχτοι για πολλά χρόνια. Ίδιος πρόεδρος, ίδια ηγετική ομάδα. Η «σταθερή εικόνα», η νοσηρή στασιμότητα, αντανακλά τους ενισχυμένους μηχανισμούς αναπαραγωγής σε όλη την ιεραρχία. Η ηγετική ομάδα αξιοποιεί τα πολλά μέσα που διαθέτει με τη διακριτική στήριξη της κυβέρνησης.

Οι προβλέψεις λένε ότι θα έχουμε τον ίδιο συσχετισμό –με μια έδρα παραπάνω πιθανόν οι παρατάξεις ΔΑΚΕ και ΠΑΜΕ– και τον ίδιο πρόεδρο που, το πιθανότερο, θα στηριχθεί από τη ΔΑΚΕ. Πρώτη δύναμη αναμένεται η ΠΑΣΚΕ, επιρροής Παναγόπουλου, καθώς το ηγετικό ΠΑΣΟΚ (Ανδρουλάκης) έκρινε πιο επωφελές να μην συγκρουστεί μαζί του, την πλειοψηφία της ΠΑΣΚΕ. Η χωριστή κάθοδος μικρού τμήματός της δεν αλλάζει την πραγματικότητα ότι η ΠΑΣΚΕ ελέγχεται από τον νυν πρόεδρο και το ΠΑΣΟΚ, προς το παρόν το ανέχεται. Η ΔΑΚΕ κατάφερε να κρατήσει ή και να αυξήσει λίγο τις δυνάμεις της. Παρά τις εσωτερικές διαφωνίες για στήριξη ή όχι Παναγόπουλου, αυτή φαίνεται να είναι η επιλογή, με έγκριση και του Μαξίμου.

Οι δυνάμεις επιρροής του ενιαίου άλλοτε ΣΎΡΙΖΑ, καθώς και ανένταχτοι αριστεροί συνδικαλιστές θα επιδιώξουν να διατηρήσουν τις δυνάμεις τους. Κατεβαίνουν ενιαία, παρά τις διασπάσεις του χώρου, με κάποιες νέες δυνάμεις αλλά και απώλειες. Το ερώτημα είναι αν θα καταφέρουν να συγκροτήσουν ένα ευρύ ρεύμα, αυτόνομο και ριζοσπαστικό, που να συγκεντρώνει νέες και νέους που ανακαλύπτουν την ανάγκη συλλογικής οργάνωσης, που εργάζονται κατά κανόνα στους μοντέρνους κλάδους αλλά και παραδοσιακούς. Αν, δηλαδή, στραφούν κυρίως στη βάση, στα πρωτοβάθμια σωματεία και βλέπουν λιγότερο την ηγετική κορυφή. Στον χώρο, όπως φάνηκε στις έως τώρα παρεμβάσεις, ιδίως στην ημερίδα του Παντείου λίγους μήνες πριν, υπάρχουν αυτές οι δυνάμεις και το ερώτημα είναι αν μπορέσουν (με τους απαραίτητους επιστημονικούς, οικονομικούς, οργανωτικούς, στελεχικούς πόρους) να αναπτυχθούν.

Οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ αναμένεται να αυξηθούν ως αποτέλεσμα και της οργανωτικότητας που έχει επιδείξει ο χώρος, αλλά και διότι συχνά είναι σχεδόν η μόνη δύναμη που διαφοροποιείται από την φθαρμένη ηγεσία της ΓΣΕΕ και συγκρούεται με την εργοδοσία σε πρωτοβάθμιο επίπεδο. Το ΠΑΜΕ ρίχνει το βάρος του στα πρωτοβάθμια σωματεία, συνεισφέροντας και στην ίδρυση νέων, πράγμα πολύ σημαντικό. Ωστόσο, με τη δύναμη που συγκεντρώνει, σκοπεύει πολύ στα ηγετικά πόστα. Θεμιτό, ασφαλώς, αλλά αυτό καθώς δεν έχει πολιτική συμμαχιών, οδηγεί τις ηγετικές θέσεις που κερδίζει είτε εντός του πολύμορφου φάσματος της γραφειοκρατίας, είτε σε αναποτελεσματικότητα ως προς τις διεκδικήσεις των εργαζόμενων.

Η απομάκρυνση από παλαιότερες θέσεις του ΠΑΜΕ που δοκίμαζαν την ενότητα της ΓΣΕΕ είναι ασφαλώς θετική εξέλιξη για το συνδικαλιστικό κίνημα, κρίνοντας με ιστορικούς όρους. Αλλά η αντίφαση να επιδιώκει την ανάληψη της ηγεσίας, μιας Ομοσπονδίας ή ενός μεγάλου Εργατικού Κέντρου με βάση την αρχή των αναλογικών προεδρείων, αλλά χωρίς πολιτική συμμαχιών, μάλιστα λέγοντας ότι όλοι οι άλλοι συλλήβδην ενισχύουν την κυβερνητική προπαγάνδα –πχ στο ΕΚΑ– είναι φανερή με πιθανές συνέπειες.

Παύλος Κλαυδιανός

Συνάντηση εργοδοτών-εργαζομένων με θέμα τη σύναψη νέας κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας στον Επισιτισμό – Τουρισμό στα γραφεία της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας, Τρίτη 17 Μαρτίου 2026. Στην συνάντηση συμμετείχαν ΓΣΕΕ και ΓΣΕΒΕΕ ως τριτοβάθμιες οργανώσεις και η Ομοσπονδία Εργαζομένων Επισιτισμού-Τουρισμού (ΠΟΕΕΤ), η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εστιατορικών και Συναφών Επαγγελμάτων (ΠΟΕΣΕ) και τέλος η Ομοσπονδία Αρτοποιών Ελλάδος (ΟΑΕ), οι οποίες με βάση την πρόσφατη κοινωνική συμφωνία έχουν καταλήξει στην συνυπογραφή των κλαδικών συμβάσεων, ώστε να επεκταθεί στο σύνολο των εργαζομένων των κλάδων. (ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ/EUROKINISSI)

Η δυστυχία να μην υπάρχει η ηγεσία που απαιτούν οι καιροί

Βαδίζοντας προς το 39ο συνέδριο της ΓΣΕΕ, δικαίως απαξιωμένης στα μάτια του κόσμου της εργασίας, εάν θέλουμε κάτι να αλλάξει, ο κόσμος πάλι να ελπίζει, πρέπει να μιλήσουμε για τα δύο μεγαλύτερα προβλήματα του συνδικαλιστικού κινήματος. Θα αναφέρω πρώτα το δεύτερο για να καταλήξω στο πρώτο που είναι η πηγή του: η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων μας έχει γυρίσει την πλάτη, δεν μας ακολουθεί, είμαστε «στρατηγοί» χωρίς στρατό, δεν κινητοποιούμε ούτε τριακόσιους ανθρώπους.

Αν αυτό δεν το δούμε, δεν το αναλύσουμε, δεν το λύσουμε, τίποτα δεν θα αλλάξει. Θα πηγαίνουμε από ήττα σε ήττα, όπως εδώ και χρόνια. Αν ρωτήσεις τη γραφειοκρατική πλειοψηφία να το εξηγήσει χωρίς δεύτερη σκέψη θα απαντήσει γιατί ο κόσμος είναι συμβιβασμένος και βολεμένος! Δεν θα δει δική της ευθύνη! Όμως οι λόγοι είναι άλλοι:

  • Πρώτον, γιατί έχει χάσει τηνεκτίμηση και εμπιστοσύνη του προς εμάς που τον εκπροσωπούμε. Σωστά αφού κατ’ επανάληψη δεν σταθήκαμε στο ύψος των περιστάσεων. Ακόμα χειρότερα η πλειοψηφία, σαν τον εφιάλτη, άνοιξε την πόρτα στον ΣΕΒ και την κυβέρνηση για να μας αφαιρέσουν κατακτήσεις.
  • Δεύτερον, γιατί με δική μας ευθύνη έχει περάσει στο υποσυνείδητο της συντριπτικής πλειοψηφίας των εργαζομένων η καταστροφική αντίληψη της αναποτελεσματικότητας των αγώνων.
  • Τρίτον, γιατί έπιασε τόπο η μαύρη προπαγάνδα ότι δεν υπάρχει άλλη πολιτική, είναι μονόδρομος.

Εάν θέλουμε να αλλάξουμε το κλίμα, να φέρουμε τον κόσμο κοντά μας, να βάλουμε φρένο και να σταματήσουμε τις βάρβαρες, αντεργατικές και αντιλαϊκές πολιτικές,πρέπει να εξαλείψουμε τις αιτίες που κρατούν τον κόσμο της εργασίας μακριά από συνδικάτα, απεργίες, συλλαλητήρια, με πρώτη την εξάλειψη της δυσπιστίας, της έλλειψης εμπιστοσύνης και εκτίμησης στα πρόσωπά μας. Αυτό με δική μας ευθύνη απωλέσαμε και πρέπει να το ξανακερδίσουμε.

Αυτό δεν κερδίζεται κάνοντας τον τροχονόμο στις αντεργατικές πολιτικές της κυβέρνησης ή να θεωρούμε τους εαυτούς μας αναντικατάστατους, αγνοώντας παντελώς τις λέξεις «τόπο στα νιάτα» και «ανανέωση»!

Η εκτίμηση, η εμπιστοσύνη, κερδίζονται ότανμάχεσαι για να προασπίσεις τα συμφέροντά του κόσμου,μη διστάζοντας να συγκρουστείς με συμφέροντα και κυβέρνηση.

Δυστυχώς η πλειοψηφία της ηγεσίας διστάζει. Δεν στέκεται στο ύψος των περιστάσεων και των ευθυνών της! Αυτό είναι το νούμερο ένα πρόβλημά μας.Δεν έχουμε την ηγεσία που απαιτούν οι καιροί. Είναι ευθύνη κάθε αριστερής, ριζοσπαστικής, προοδευτικής δύναμης με συνεργασία και ενότητα να αλλάξει.

Νίκος Φωτόπουλος,

υποψήφιος της ΕΜΕΙΣ/ΑΡΚΙ-ΕΑΚ

Συγκέντρωση του ΠΑΜΕ στο Σύνταγμα κατά του νέου εργατικού νομοσχεδίου, Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2025 (ΚΩΣΤΑΣ ΤΖΟΥΜΑΣ / EUROKINISSI)

Ανάγκη για ανασύνταξη και νέα πνοή

Το εργατικό κίνημα διανύει μία περίοδο εμφανούς δυσκαμψίας, την ίδια στιγμή που οι εργαζόμενοι βιώνουν μια πρωτοφανή υποχώρηση των δικαιωμάτων τους. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνεται ξεκάθαρα στη μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών, στην επικράτηση ολοένα και πιο ελαστικών μορφών εργασίας, αλλά και στην ανησυχητική αύξηση των εργατικών ατυχημάτων, τα οποία συχνά παραμένουν υποκαταγεγραμμένα. Παράλληλα, η απορρύθμιση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ενισχύει την επισφάλεια και αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική ισχύ των εργαζομένων.

Την ίδια ώρα, σε ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από εντάσεις, πολεμικές συγκρούσεις και γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς, το εργατικό κίνημα φαίνεται να επιδεικνύει περιορισμένα αντανακλαστικά. Η απουσία δυναμικής και συντονισμένης αντίδρασης δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για την ικανότητά του να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της εποχής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη αναζωογόνησης των συλλογικών διαδικασιών και ενίσχυσης των κοινωνικών αντιστάσεων.

Ιδιαίτερη κριτική ασκείται τα τελευταία χρόνια στον ρόλο των συνδικαλιστικών οργάνων. Η λειτουργία της ΓΣΕΕ έχει μετατραπεί σε γραφειοκρατικό μηχανισμό, αποκομμένο από τις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων. Η μακροχρόνια παραμονή του προέδρου, χωρίς απτά αποτελέσματα ή ουσιαστικές νίκες για τον κόσμο της εργασίας, εντείνει την αίσθηση στασιμότητας και αναποτελεσματικότητας. Παράλληλα, η απομονωτική στάση του ΠΑΜΕ, του συνδικαλιστικού βραχίονα του ΚΚΕ, δεν βοηθάει στην ανατροπή του κλίματος ηττοπάθειας. Σε μια περίοδο όπου το εργατικό δίκαιο αποδυναμώνεται, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί υποχωρούν και οι εργασιακές σχέσεις γίνονται ολοένα και πιο ελαστικές, η ανάγκη για ουσιαστική εκπροσώπηση καθίσταται πιο κρίσιμη από ποτέ. Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, οι προοδευτικές δυνάμεις, τα κινήματα και οι συλλογικότητες καλούνται να αναλάβουν πρωτοβουλίες. Η συγκρότηση ενός διευρυμένου, ενωτικού μετώπου μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα για την επανασύνδεση με τους εργαζόμενους που καθημερινά δίνουν μικρές και μεγάλες μάχες στους χώρους δουλειάς, απέναντι στην εργοδοτική αυθαιρεσία, την κατάχρηση εξουσίας και την ελλιπή προστασία.

Το επικείμενο συνέδριο της ΓΣΕΕ αποτελεί μια κρίσιμη ευκαιρία. Η στήριξη νέων πρωτοβουλιών και η ενίσχυση ενός ζωντανού, μαχητικού εργατικού μετώπου δεν είναι απλώς επιθυμητή, αλλά αναγκαία συνθήκη για την ανασυγκρότηση του κινήματος. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η αλλαγή προσώπων, αλλά κυρίως η αλλαγή κατεύθυνσης με στόχο ένα εργατικό κίνημα που θα εμπνέει και θα εμπνέεται.

Κώστας Κεχαγιόγλου,

πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Θεάματος Ακροάματος

ΔΑΣ: «Συνέδριο αναμέτρησης δύο γραμμών»

Το 39ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ δεν είναι μια τυπική διαδικασία όπου θα καταγραφούν απόψεις. Είναι ένα ακόμα πεδίο αναμέτρησης. Δύο γραμμών, δύο κόσμων. Δύο αντιλήψεων για το τι είναι συνδικάτο, τι εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα χρειαζόμαστε, ποιων τα συμφέροντα και ποιους πρέπει αυτό να υπηρετεί.

Γι’ αυτό χρειάζεται να στηριχθεί η ΔΑΣ για να αλλάξει πορεία το συνδικαλιστικό κίνημα. Για να αποκτήσει προσανατολισμό αντάξιο των αναγκών των εργαζομένων. Να δυναμώσει μέσα στη Συνομοσπονδία η φωνή των συνδικάτων και των αγώνων. Να γίνει πιο ισχυρή η γραμμή που λέει ότι το εργατικό κίνημα πρέπει να σταθεί απέναντι στην εργοδοσία, απέναντι στις κυβερνήσεις, απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, απέναντι στην πολιτική που υπηρετεί τα μονοπώλια. Να μην είναι ο εργάτης χωρίς φωνή. Για να μην είναι η οργή διασκορπισμένη και ανεκμετάλλευτη, να μην μένουν οι δυνατότητες θαμμένες κάτω από τη σκουριά του συμβιβασμού.

Μερικοί ρωτούν: Γίνεται; Η απάντηση είναι καθαρή: ναι, γίνεται. Ήδη συμβαίνει. Τα τελευταία χρόνια σημειώθηκαν βήματα. Δυνάμεις του ταξικού κινήματος κερδίζουν έδαφος σε Ομοσπονδίες, Εργατικά Κέντρα και σωματεία. Οι εργαζόμενοι δοκιμάζουν στην πράξη ποιος είναι μαζί τους και ποιος απέναντί τους. Γιατί η σαπίλα του συμβιβασμού δεν εμπνέει πια, βρωμάει. Γίνεται γιατί ολοένα περισσότεροι εργαζόμενοι καταλαβαίνουν ότι δεν μπορούν να περιμένουν τίποτα από ηγεσίες που έμαθαν να λειτουργούν ως Δούρειος Ίππος μέσα στο κίνημα. Ειδικά σήμερα, που τα αδιέξοδα της κυρίαρχης πολιτικής βαθαίνουν, που μεγαλώνει η ανασφάλεια, που συσσωρεύεται η οργή, που οι υποσχέσεις για «δίκαιη ανάπτυξη» έχουν καταρρεύσει, υπάρχει δυνατότητα να γίνουν βήματα πιο αποφασιστικά. Αλλά αυτά τα βήματα δεν θα γίνουν αυτόματα. Δεν θα τα φέρει κάποιος σωτήρας, μια εναλλαγή διαχείρισης. Δεν θα τα φέρει μια καλύτερη κυβερνητική σύνθεση. Θα τα φέρει μόνο η οργανωμένη πάλη, η ταξική γραμμή, η επιμονή, η σύγκρουση, η συλλογικότητα.

Γι’ αυτό το μήνυμα αυτού του Συνεδρίου πρέπει να είναι καθαρό: Όχι άλλος χρόνος χαμένος, άλλες αυταπάτες, άλλη ανοχή στη σαπίλα του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού. Όχι άλλη ομηρία των εργαζομένων από μηχανισμούς που δουλεύουν για το κεφάλαιο. Χρειάζεται ενίσχυση της ΔΑΣ, της γραμμής της σύγκρουσης, για συνδικάτα εργατών και όχι των εργοδοτών.

Ν’ ανοίξει χώρος στους νέους

Η νέα γενιά εργαζομένων στη χώρα μας βιώνει ίσως πιο έντονα από κάθε άλλη τις συνέπειες ενός μοντέλου ανάπτυξης που στηρίζεται στη συμπίεση της εργασίας. Για χιλιάδες νέους και νέες, η είσοδος στην αγορά εργασίας σημαίνει χαμηλούς μισθούς, ελαστικές σχέσεις απασχόλησης και διαρκή ανασφάλεια. Η μερική απασχόληση, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, η εντατικοποίηση της εργασίας και η αποδυνάμωση της συλλογικής προστασίας έχουν μετατραπεί σε κανονικότητα.

Πρόκειται για μια πραγματικότητα που δεν είναι ουδέτερη, ούτε τυχαία. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς πορείας απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, που στόχο είχε να μεταφέρει πλούτο και ισχύ από την εργασία προς το κεφάλαιο. Οι συλλογικές συμβάσεις περιορίστηκαν, η διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων αποδυναμώθηκε και η «ευελιξία» παρουσιάστηκε ως μονόδρομος. Στην πράξη, όμως, σημαίνει περισσότερη εκμετάλλευση, χαμηλότερους μισθούς και λιγότερα δικαιώματα.

Για τους νέους εργαζόμενους οι συνέπειες είναι ιδιαίτερα σκληρές. Η εργασία δεν εγγυάται πλέον αξιοπρεπή διαβίωση. Με μισθούς που συχνά δεν επαρκούν για τις βασικές ανάγκες, με την ακρίβεια να συμπιέζει το εισόδημα και με την κρίση στέγης να καθιστά την κατοικία απρόσιτη, η δυνατότητα μιας αυτόνομης ζωής γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα σημαντικό τμήμα της νέας γενιάς εξακολουθεί να αναζητά διέξοδο στο εξωτερικό, αποκαλύπτοντας τα όρια ενός οικονομικού μοντέλου που αδυνατεί να προσφέρει προοπτική στους ανθρώπους που παράγουν τον κοινωνικό πλούτο.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, το συνδικαλιστικό κίνημα δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια διαρκή άμυνα. Χρειάζεται μια σαφής επανατοποθέτηση υπέρ της εργασίας και των συλλογικών δικαιωμάτων. Η ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων, οι ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς, η αντιμετώπιση της επισφαλούς εργασίας και η προστασία της συνδικαλιστικής δράσης αποτελούν κρίσιμα ζητήματα για τη νέα γενιά εργαζομένων.

Ταυτόχρονα, το εργατικό κίνημα οφείλει να ανοίξει πραγματικά χώρο στους νέους ανθρώπους που εργάζονται σήμερα σε χώρους δουλειάς που κατακερματίζονται ολοένα και περισσότερο. Χωρίς τη δική τους συμμετοχή, χωρίς την ανασυγκρότηση των σωματείων και χωρίς νέες μορφές οργάνωσης, δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική αλλαγή των συσχετισμών.

Το συνέδριο της ΓΣΕΕ αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία για να ανοίξει αυτή η συζήτηση στους κόλπους των εργαζομένων και να μετασχηματιστεί σε σχέδιο πάλης στους χώρους δουλειάς που θα μπορεί να φέρει νικηφόρα αποτελέσματα. Αν το εργατικό κίνημα θέλει να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο, οφείλει το επόμενο διάστημα να θέσει στο επίκεντρο των διεκδικήσεων του τη νέα γενιά εργαζομένων και να συγκρουστεί με το μοντέλο της φθηνής και επισφαλούς εργασίας. Γιατί η αξιοπρέπεια στην εργασία και η συλλογική δύναμη των εργαζομένων δεν είναι απλώς συνδικαλιστικά αιτήματα, είναι όρος δημοκρατίας για την ίδια την κοινωνία.

Κατερίνα Σαρρή,

νηπιαγωγός, μέλος του ΔΣ του ΣΙΕΛ Αθήνας – Πειραιά

Φωτογραφία 1: Στέφανος Ραπάνης / Eurokinissi

Φωτογραφία 2: Μιχάλης Καραγιάννης / Eurokinissi

Φωτογραφία 3: Κώστας Τζούμας / Eurokinissi