Σαν σήμερα, στις 3 Οκτωβρίου 1979, αυτοκτονεί στο Παρίσι, ένας από τους κορυφαίους διανοητές του ευρωπαϊκού μαρξισμού, ο Έλληνας φιλόσοφος, κοινωνιολόγος και πολιτικός θεωρητικός Νίκος Πουλαντζάς.
Έφυγε μόλις στα 43 του χρόνια, έχοντας ήδη αφήσει πίσω του ένα θεωρητικό έργο που ξεπέρασε κατά πολύ τα ελληνικά σύνορα και επηρέασε βαθιά τη διεθνή συζήτηση για το κράτος, τις κοινωνικές τάξεις, τον φασισμό, τη δημοκρατία και τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.
Δείτε το ντοκιμαντέρ για τα δέκα χρόνια απουσίας του Νίκου Πουλαντζά από την ΕΡΤ το 1989 στο https://archive.ert.gr/90087/
Από τη Νομική της Αθήνας στα πανεπιστήμια του Παρισιού
Ο Νίκος Πουλαντζάς γεννήθηκε το 1936 στην Αθήνα. Άρχισε να αναμειγνύεται ενεργά με την πολιτική ήδη κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Νομική, με αφορμή, μεταξύ άλλων, το Κυπριακό ζήτημα, που κινητοποιούσε τότε μεγάλο μέρος της ελληνικής νεολαίας.Αποφοίτησε από τη Νομική με βαθμό άριστα το 1957, αλλά δεν άσκησε ποτέ τη δικηγορία.
Αντίθετα, συνέχισε τις σπουδές του στη Φιλοσοφία του Δικαίου, περνώντας από τα πανεπιστήμια του Μονάχου και της Χαϊδελβέργης και στη συνέχεια από το Παρίσι, όπου το 1964 ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή. Σε εξαιρετικά νεαρή ηλικία αναδείχθηκε σε πανεπιστημιακό καθηγητή Κοινωνιολογίας στο 8ο Πανεπιστήμιο του Παρισιού πριν ακόμη κλείσει τα τριάντα του χρόνια, και γρήγορα απέκτησε διεθνή φήμη.
Ο Πουλαντζάς ξεχώριζε για τη μεταδοτικότητα στη διδασκαλία και την έντονη αλληλεπίδραση που είχε με τους φοιτητές του κατά τη διάρκεια των παραδόσεών του. Δεν αντιλαμβανόταν τη διδασκαλία ως έναν μονόλογο της αυθεντίας προς τον φοιτητή. Αντίθετα, έδινε ιδιαίτερη σημασία στον διάλογο, στην αντιπαράθεση, στην ελεύθερη έκφραση και στην ενεργή συμμετοχή των φοιτητών.
Παρά τη διεθνή φήμη που είχε ήδη αποκτήσει, διατηρούσε τη σεμνότητά του. Ήταν προσιτός και δεν αντιμετώπιζε ποτέ τις απόψεις του σαν να αποτελούσαν μια αδιαμφισβήτητη και απόλυτη αυθεντία. Ίσως και αυτό να εξηγεί γιατί η σκέψη του βρήκε τόσο μεγάλη απήχηση μέσα στα πανεπιστήμια και ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους ανθρώπους της εποχής.
«Φασισμός και Δικτατορία»
Κορυφαίο συγγραφικό έργο του θεωρείται το βιβλίο «Φασισμός και Δικτατορία». Σε αυτό επιχειρεί να αναλύσει την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου, όχι ως ένα τυχαίο ή ανεξήγητο ιστορικό φαινόμενο, αλλά μέσα στις συγκεκριμένες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες της εποχής.Για τον Πουλαντζά, η εμφάνιση του φασισμού συνδέεται με τη βαθιά κρίση του καπιταλισμού μέσα σε ένα ιμπεριαλιστικό περιβάλλον, με τις συγκρούσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, με την κρίση εκπροσώπησης και με τον μετασχηματισμό του ίδιου του κράτους.Το έργο του αυτό παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα σημαντικότερα σημεία αναφοράς της μαρξιστικής θεωρίας του φασισμού.
Η πολιτική δράση
Ο Πουλαντζάς συμμετείχε στο φοιτητικό κίνημα μέσα από τη Νεολαία της ΕΔΑ, υπήρξε μέλος του τότε παράνομου ΚΚΕ και μετά τη διάσπαση του 1968 εντάχθηκε στο ΚΚΕ Εσωτερικού, ενώ συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα.Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, μέσα από άρθρα, δημόσιες παρεμβάσεις, ομιλίες και συνεντεύξεις, προσπαθούσε να ενημερώσει τη διεθνή κοινή γνώμη για τα εγκλήματα του καθεστώτος των συνταγματαρχών και να συμβάλει στην απομόνωσή του. Μετά τη διάσπαση του κομμουνιστικού κινήματος το 1968, εντάχθηκε στο ΚΚΕ Εσωτερικού, αποτελώντας μία από τις σημαντικότερες θεωρητικές φυσιογνωμίες της ανανεωτικής Αριστεράς.
Από την κρίση του σταλινισμού στον δημοκρατικό σοσιαλισμό
Βλέποντας από τη μία πλευρά τη χρεοκοπία του σταλινισμού και από την άλλη τις αποτυχίες και τα όρια της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας, αφιερώθηκε όλο και περισσότερο στη μελέτη του μετασχηματισμού του κράτους και, κυρίως, του ρόλου που έπρεπε να έχει η δημοκρατία μέσα στον σοσιαλισμό.Για τον Πουλαντζά, δεν αρκούσε η κατάληψη της κρατικής εξουσίας. Το ίδιο το κράτος έπρεπε να μετασχηματιστεί και να εκδημοκρατιστεί.
Οι κοινωνικές δυνάμεις έπρεπε να αποκτήσουν πραγματικό λόγο και συμμετοχή μέσα στους θεσμούς, χωρίς όμως να καταργούνται οι πολιτικές ελευθερίες, ο πλουραλισμός και η αντιπροσωπευτική δημοκρατία.
Η πολιτική και θεωρητική του δράση συμπυκνώθηκε στην περίφημη θέση του:
«Ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει καθόλου». Μια θέση που επηρέασε βαθιά τις ιδεολογικές αναζητήσεις της ανανεωτικής Αριστεράς στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.
Έγραφε στο τελευταίο του βιβλίο, Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, στο τελευταίο κεφάλαιο «Προς έναν δημοκρατικό σοσιαλισμό», στις σελίδες 363–364:
“Μπορούμε να δούμε τώρα τη στενή ομοιότητα [του κρατικού σταλινισμού] με τον κρατισμό της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας. Κι αυτή επίσης χαρακτηρίζεται από τη βαθύτερη δυσπιστία για την άμεση δημοκρατία στη βάση και για τις λαϊκές πρωτοβουλίες. Γι αυτήν επίσης, η σχέση των λαϊκών μαζών με το Κράτος είναι μια σχέση εξωτερικότητας, όπου το Κράτος έχει εξουσία και αποτελεί μια οντότητα.
Πρόκειται για το Κράτος-Υποκείμενο, κάτοχο μιας ενδογενούς ορθολογικότητας, που την ενσαρκώνουν οι πολιτικές ελίτ και μόνοι οι μηχανισμοί της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Το Κράτος αυτό κυριεύεται με την αντικατάσταση των κορυφών από μια φωτισμένη αριστερή ελίτ και με ορισμένες διορθώσεις στη λειτουργία των θεσμών. Εξυπονοείται ότι το κράτος αυτό θα φέρει έτσι στις μάζες τον σοσιαλισμό από τα πάνω: έχουμε εδώ τον τεχνο-γραφειοκρατικό κρατισμό των εμπειρογνωμόνων.
…
Το δίλημμα από το οποίο πρέπει να βγούμε είναι στο βάθος το ακόλουθο:
είτε να διατηρήσουμε το υφιστάμενο Κράτος, να αρκεστούμε μόνο στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία επιφέροντας τις δευτερεύουσες αλλαγές, πράγμα που καταλήγει στον σοσιαλδημοκρατικό κρατισμό και στον λεγόμενο φιλελεύθερο κοινοβουλευτισμό·
είτε να αρκεστούμε μόνο στην άμεση δημοκρατία στη βάση ή στο αυτοδιαχειριστικό κίνημα, πράγμα που οδηγεί αναπόφευκτα, αργά ή γρήγορα, σ έναν κρατιστικό δεσποτισμό ή σε μια δικτατορία των εμπειρογνωμόνων.
Πώς να συλλάβουμε έναν ριζικό μετασχηματισμό του Κράτους συναρθρώνοντας τη διεύρυνση και το βάθεμα των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στη βάση και τη διασπορά αυτοδιαχεριστικών εστιών,
αυτό είναι το βασικό πρόβλημα ενός δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό και ενός δημοκρατικού σοσιαλισμού.
ο δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό δεν είναι επομένως απλός κοινοβουλευτικός ή εκλογικός δρόμος. Το να κερδηθεί η εκλογική πλειοψηφία (στη Βουλή ή για τη θέση του Προέδρου) δεν μπορεί να αποτελεί παρά μια φάση, όσο κι αν αυτή είναι σπουδαία
….
Κάτι ακόμα: οι λαϊκοί αγώνες οφείλουν πάντα να εκδηλώνονται και με την ανάπτυξη κινημάτων και την εξάπλωση οργάνων άμεσης δημοκρατίας στη βάση και αυτοδιαχειριστικών εστιών.
Πράγμα που συνδέεται με το ζήτημα των μετασχηματισμών του Κράτους αλλά και –ας μην το ξεχνάμε– με το θεμελιακό ζήτημα της κρατικής εξουσίας και, γενικότερα, της εξουσίας.
Το ζήτημα: ποιος είναι στην εξουσία και για να κάνει τι, δεν μπορεί να μείνει ξένο προς τους αγώνες για την αυτοδιαχείριση ή την άμεση δημοκρατία.“
Το τραγικό τέλος
Στις 3 Οκτωβρίου του 1979, ο Νίκος Πουλαντζάς πήρε τα βιβλία του στην αγκαλιά του και έπεσε από το διαμέρισμα στο οποίο βρισκόταν στο Παρίσι.Ήταν μόλις 43 ετών.
Μια ζωή εξαιρετικά σύντομη για το μέγεθος του έργου που πρόλαβε να αφήσει πίσω του. Ο θάνατός του στέρησε από την ελληνική και την ευρωπαϊκή Αριστερά έναν διανοούμενο που βρισκόταν στην πιο ώριμη και δημιουργική περίοδο της σκέψης του. Έφυγε νωρίς, αλλά οι ιδέες του τού χάρισαν μια θέση πολύ πέρα από την εποχή του. Το έργο αποτελεί μέχρι και σήμερα πυξίδα για όσους αναζητούν νέους δρόμους για τη δημοκρατία, τον σοσιαλισμό, το μετασχηματισμό του κράτους και την κοινωνική αλλαγή.
δείτε την 15η Ετήσια Διάλεξη του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντάς με ομιλητή τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά





