Η κυβέρνηση έχει βρεθεί σε μια εξαιρετικά για εκείνη πιεστική συνθήκη, το ΠΑΣΟΚ σε δυσχερή θέση που όλο και θα δυσκολεύεται, ο ΣΥΡΙΖΑ στην ολοκλήρωση του κύκλου του και η Νέα Αριστερά δυσκολεύεται να συνεχίσει την αυτόνομη πορεία της. Το κόμμα Τσίπρα αναπόφευκτα θα τραβήξει διαχωριστικές γραμμές με το παρελθόν, και το κόμμα Καρυστιανού βουτά στα νερά της δεξιάς δεξαμενής. Μια αποτύπωση του πολιτικού σκηνικού από τον Άγγελο Σεριάτο.

Διανύουμε μια περίοδο κατά την οποία τα κόμματα πιέζονται να χαράξουν τη στρατηγική τους πριν ριχτούν στην προεκλογική μάχη. Ποια είναι η μεγάλη εικόνα;
Οι έρευνες αποτυπώνουν ένα περιβάλλον διευρυμένης κοινωνικά δυσαρέσκειας, εντός του οποίου, ωστόσο, δεν φαίνεται με σαφήνεια ποιες μπορεί να είναι οι εναλλακτικές διαδρομές στο πολιτικό αδιέξοδο. Στη μεγάλη τους πλειονότητα, οι πολίτες θεωρούν ότι η χώρα κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση, εκτίμηση που συνδέεται τόσο με την οικονομική πίεση που δέχονται τα νοικοκυριά όσο και με τη γενικευμένη αίσθηση ότι οι επιδόσεις της κυβέρνησης στη διαχείριση ζητημάτων διαφθοράς και δικαιοσύνης είναι αρνητικές. Σε αυτό το πλαίσιο, ενδιαφέρον παρουσιάζει και ένα πρόσφατο εύρημα της Prorata που σχετίζεται με τις μεταφορές του «καραβιού» και του «κάστρου», οι οποίες λειτουργούν ως δύο διακριτές διαστάσεις αξιολόγησης της διακυβέρνησης. Η πρώτη σχετίζεται με την αποτελεσματικότητα (performance legitimacy) και η δεύτερη με τη συμπεριληψιμότητα (input legitimacy). Στην περίπτωση του «καραβιού», η κυρίαρχη αναφορά σε «λάθος πορεία» ή «έλλειψη προσανατολισμού» συνιστά ένδειξη εξασθένισης της ικανότητας για αποτελεσματική διακυβέρνηση, ενώ η εικόνα ενός «κάστρου» με περιορισμένη πρόσβαση για τους πολίτες παραπέμπει σε μια αντίληψη ασύμμετρης κατανομής τόσο της συμμετοχής όσο και των όποιων θετικών προϊόντων της διακυβέρνησης. Φυσικά, η δυσαρέσκεια δεν μεταφράζεται και σε ενίσχυση συγκεκριμένων δυνάμεων της αντιπολίτευσης, αλλά μάλλον σε μια διάθεση αναστοχασμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι μεγάλη μερίδα του εν δυνάμει εκλογικού σώματος θεωρεί πως δεν υπάρχει κόμμα ή πολιτικός αρχηγός που ασκεί ικανοποιητική πίεση στην κυβέρνηση. Φαίνεται, έτσι, πως οι κοινωνικές δυνάμεις δυσκολεύονται να εκφραστούν δια μέσω των υφιστάμενων φορέων εκπροσώπησης.
«Κυβερνητικές πηγές» ή «πηγές της Πειραιώς» ορίζουν ως πήχη για τη ΝΔ άλλοτε το 25% και άλλοτε το 30%. Είναι σαφές ότι πρόκειται για δύο πολύ διαφορετικούς στόχους. Αρκεί ένα δίλημμα περί χάους για αυτή τη μάχη; Διότι η φθορά της ΝΔ είναι πλέον σταθερή και δύσκολα αναστρέψιμη, πολλά στελέχη της βρίσκονται σε ανοιχτές δικογραφίες, ενώ το κόμμα δέχεται πιέσεις και από την ευρωπαϊκή εισαγγελία, όσο κι αν επιχειρεί να τις αποφύγει. Θα έρθουν όλα αυτά μπροστά της;
Πιθανότατα ναι. Αναμφίβολα η τρέχουσα περίοδος χαρακτηρίζεται από μια εξαιρετικά πιεστική για την κυβέρνηση συνθήκη. Και μάλιστα σε όλα αυτά που συμβαίνουν και συζητάμε, ας μην ξεχνάμε και τα εσωτερικά ζητήματα: δύο πρώην πρωθυπουργοί και πρόεδροι της ΝΔ ασκούν λιγότερο ή περισσότερο ανοιχτά κριτική στην κυβέρνηση την τελευταία περίοδο, αυξάνοντας το βαθμό δυσκολίας για την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Σε κάθε περίπτωση, οποιοδήποτε ποσοστό πέριξ ή κάτω από αυτό των ευρωεκλογών, δηλαδή εκείνο το 28,3%, θα θεωρηθεί απόλυτη ήττα στη δημόσια σφαίρα και πιθανότατα θα οδηγήσει σε κύκλο εσωστρέφειας ανεξαρτήτως τι θα συμβεί σε μια δεύτερη εκλογική αναμέτρηση διότι η ισχύς και η νομιμοποίηση της ΝΔ θα έχει περιοριστεί σημαντικά.
Το ΠΑΣΟΚ φαίνεται σαν να έχει χάσει την ευκαιρία. Παρότι βρέθηκε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν κατάφερε να εδραιωθεί ως αντίπαλο κόμμα εξουσίας. Με ποιους όρους θα ριχτεί στην προεκλογική μάχη;
Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Και αυτό διότι δεν κατάφερε να κάνει το επόμενο βήμα, παρότι είχαν διαμορφωθεί θεωρητικά εξαιρετικά ευνοϊκές για το κόμμα συνθήκες λόγω της ήττας του εγχειρήματος ΣΥΡΙΖΑ αλλά και της συνολικότερης αντικυβερνητικής δυσαρέσκειας. Η συλλογική μνήμη φαίνεται πως δεν επέτρεψε στο κόμμα να συστηθεί εκ νέου ως κάτι «νέο» στον κόσμο, στοιχείο που είναι χρήσιμο για την ανάπτυξη δυναμικής. Παράλληλα, ο ηγέτης του ποτέ δεν κατάφερε να εδραιωθεί στη συνείδηση της κοινωνίας ως μια προσωπικότητα που θα μπορούσε να ηγηθεί της χώρας. Και φυσικά το γεγονός πως το φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ άφησε ένα βαθύ πολιτικό αποτύπωμα, το οποίο σήμερα λειτουργεί ως αντίσταση στην άνοδο του ΠΑΣΟΚ έπαιξε τον ρόλο του: Ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων που απομακρύνθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ δυσκολεύεται να ευθυγραμμιστεί, ακόμη και κριτικά, με το ΠΑΣΟΚ. Είναι όμως και κάτι ακόμα εκτιμώ: το ΠΑΣΟΚ μοιάζει να εγκατέλειψε τη συστηματική ανάδειξη ορισμένων επεξεργασμένων θέσεων που είχε, για παράδειγμα για το στεγαστικό ή για τα εργασιακά. Μια αξιόλογη αλλά και εξαιρετικά αποσπασματική δουλειά. Σε κάθε περίπτωση θεωρώ ότι ακριβώς επειδή είναι ένα κόμμα που έχει στο DNA του την κυβερνητική προοπτική, η επόμενη περίοδος θα είναι πολύ δύσκολη, δεδομένου μάλιστα ότι επανεμφανίζεται πλέον ένας παίκτης στον ευρύτερο χώρο, ο οποίος έχει διατελέσει πρωθυπουργός.
Ο Αλέξης Τσίπρας μπήκε πλέον στο προεκλογικό παιχνίδι, με την ανακοίνωση του κόμματός του. Βέβαια, δεν έχει ακόμη δεσμευτεί σε κάποιο πρόγραμμα ούτε έχει αναδείξει αιχμές ή στελέχη, αλλά δήλωσε «παρών», γεγονός που αυτομάτως του έδωσε θέση στην κούρσα. Με τι καύσιμα μπαίνει σε αυτή;
Μέσα σε ένα περιβάλλον κοινωνικών παραπόνων αλλά και πολιτικής αναμονής, όπως αυτό για το οποίο συζητάμε, περιπτώσεις νέων κομμάτων υπό την ηγεσία του Αλέξη Τσίπρα ή της Μαρίας Καρυστιανού, αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο Τσίπρας είναι ένα πρόσωπο νέο σε ηλικία, που διαθέτει πολιτικό κεφάλαιο και μπορεί να ικανοποιήσει την ανάγκη μερίδας της κοινωνίας για αντικατάσταση του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της χώρας γιατί ακριβώς διαθέτει σχετική εμπειρία. Και αυτό αποτελεί πλεονέκτημα για το νέο του εγχείρημα. Εντούτοις, δεν πρόκειται για ένα καινούριο πρόσωπο αλλά για έναν ηγέτη που έχει ήδη κριθεί, ωστόσο σε μια πολύ διαφορετική, πράγματι, συνθήκη. Δημοσκοπικά, το ακροατήριο με το οποίο συνομιλεί πολιτικά το νέο κόμμα αποτελείται σημαντικά περισσότερο από μεγαλύτερες ηλικίες, χαμηλότερα εισοδήματα και αυτοπροσδιοριζόμενους αριστερούς ψηφοφόρους, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν κυρίως στηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό δείχνει ότι ο Τσίπρας εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρούς δεσμούς με τμήματα του κοινωνικού μπλοκ της περιόδου 2015-2019, ακόμα και αν δεν μπορεί να συστηθεί ως κάτι νέο στην κοινωνία. Βέβαια, είναι πολύ πιο εύκολο να διαχειρίζεται κανείς τις πολιτικές προσδοκίες εντός ενός πλαισίου αναστοχασμού και κενού εκπροσώπησης, παρά στο πλαίσιο της πολιτικής πραγματικότητας, όπου εκεί αποτυπώνονται γωνίες, διεξάγεται ανταγωνισμός και ως εκ τούτου δημιουργούνται και αντί-συσπειρώσεις. Οπότε μάλλον θα χρειαστεί να περιμένουμε πως θα εξελιχθούν τα πράγματα ώστε να κάνουμε και πιο ακριβείς εκτιμήσεις.
Θα ξεκαθαρίσει τότε και το κομματικό τοπίο. Ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά την ανακοίνωση του κόμματος Τσίπρα, μοιάζει σαν να αυτοαναφλέχθηκε. Εκτιμάς ότι βρίσκεται πλέον εκτός κάδρου;
Βάσει των εμπειρικών δεδομένων, είναι απολύτως καθαρό ότι το εγχείρημα Τσίπρα έχει εξαιρετικά βαθιά, σχεδόν καθολική διείσδυση μεταξύ όσων μέχρι πρότινος προτίθεντο να στηρίξουν εκλογικά τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι, ωστόσο, μόνο η απήχηση του ίδιου του ιστορικού ηγέτη του κόμματος αλλά και η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να δείξει ανθεκτικότητα στην μετά-Τσίπρα εποχή. Αναμφίβολα, τρία σχεδόν χρόνια μετά την αποχώρησή του, το κόμμα δεν κατάφερε να πετύχει πολλά. Και νομίζω πως είναι ζήτημα συνολικότερης κρίσης πολιτικής ταυτότητας και στρατηγικής. Η νέα προσπάθεια του πρώην πρωθυπουργού απλώς επιταχύνει καθ’ όπως φαίνεται τις αρνητικές για τον ΣΥΡΙΖΑ εξελίξεις. Την οριστική ολοκλήρωση ενός κύκλου.
Ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει στα ίδια μονοπάτια που ακολούθησε ως πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, επιμένοντας στο σχήμα της κυβερνώσας αριστεράς. Μπορεί να προχωρήσει με αυτό το όχημα;
Εκτιμώ πως ναι, υπό διαφορετικούς, όμως, όρους από εκείνους της προηγούμενης δεκαετίας και φυσικά με διαφορετικούς, σημαντικά λιγότερο φιλόδοξους, στόχους. Το εγχείρημα Τσίπρα δεν αναφέρεται πλέον στην ριζοσπαστική αριστερά όπως στη φάση της ανόδου του φαινομένου «ΣΥΡΙΖΑ» αλλά σε μια απόπειρα σύνθεσης των δυνάμεων της πληθυντικής –με γαλλικούς όρους– Αριστεράς. Έτσι, η έννοια της κυβερνώσας Αριστεράς επιχειρείται να νοηματοδοτηθεί εκ νέου ως κάτι ευρύτερο που θα μπορεί σε επίπεδο διακυβέρνησης να διαχειριστεί καλύτερα έναν δεδομένα αρνητικό συσχετισμό δύναμης, στο πλαίσιο του οποίου λίγα μπορούν να γίνουν. Και σε αυτό το πλαίσιο θεωρώ δεδομένο ότι θα τραβήξει οριστικά και με τρόπο απόλυτο πλέον ορισμένες διαχωριστικές γραμμές σε σχέση με το παρελθόν.
Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης, στην ΚΕ της Νέας Αριστεράς, ζήτησε από όσους βουλευτές επιθυμούν να ανεξαρτητοποιηθούν να το κάνουν άμεσα, ώστε το κόμμα να μπορέσει να προχωρήσει. Έχει χώρο να σταθεί;
Δεδομένης της πίεσης που ασκείται και στη Νέα Αριστερά από το εγχείρημα Τσίπρα, αν υπάρξει διάσπαση, η κατάσταση θα γίνει σαφώς πιο δύσκολη για το κόμμα. Αυτές οι εξελίξεις βέβαια, ενδεχομένως να αποτελέσουν και ευκαιρία για νέες συνθέσεις στον χώρο στη μετά-ΣΥΡΙΖΑ εποχή. Μια προοπτική θα ήταν ίσως κάποιου τύπου ώσμωση με σχετικά όμορες πολιτικές δυνάμεις, ανάμεσα στις οποίες κανείς μπορεί να λογίζει και το ΜέΡΑ25. Σε κάθε περίπτωση, το εγχείρημα πολύ δύσκολα μπορεί να συνεχίσει μια απολύτως αυτόνομη πορεία, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξημένης πόλωσης. Έτσι κι αλλιώς, και μάλλον σε αντίθεση με το ΜεΡΑ25, υπάρχει και ένα βαθύτερο πρόβλημα πολιτικής ταυτότητας. Η Νέα Αριστερά δεν κατάφερε να διαμορφώσει διακριτή ταυτότητα και αφήγηση, διαφοροποιούμενη επί της ουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ της προηγούμενης περιόδου.
Τι γίνεται με το ΜεΡΑ25;
Το ΜέΡΑ25 έχει χαράξει μια πορεία, η οποία του προσφέρει πολύ καλές πιθανότητες εισόδου στο επόμενο κοινοβούλιο, καθώς έχει πετύχει να του αποδοθεί σε σημαντικό βαθμό «θεματική αρμοδιότητα» σε κρίσιμα ζητήματα, όπως είναι για παράδειγμα το Παλαιστινιακό. Εκτιμώ ότι αν καταφέρει να αφήσει ένα ισχυρότερο αποτύπωμα σε ορισμένα ακόμα θεματικά πεδία, τότε θα βρεθεί ενδεχομένως σε ακόμη ευνοϊκότερη θέση. Εκτιμώ ότι και για τα δύο κόμματα, Νέα Αριστερά και ΜέΡΑ25, η επόμενη περίοδος θα κρίνει πολλά.
Όσον αφορά την ακροδεξιά, έχει κατακαθίσει καθόλου η σκόνη που έχει σηκώσει; Η ΝΔ έχει αλώσει αρκετές θεματικές που παραδοσιακά ανήκαν σε αυτόν τον χώρο, ο οποίος πάντως παραμένει πολυδιασπασμένος, αφήνοντας ανοιχτό και το ενδεχόμενο συνεργασιών.
Παρότι η ΝΔ επιμένει σε μια διττή στρατηγική διάκρισης αλλά ταυτόχρονα και ενσωμάτωσης δυνάμεων της Άκρας Δεξιάς, η τελευταία παρουσιάζει εντυπωσιακή ανθεκτικότητα για τα δεδομένα της εκλογικής μας ιστορίας. Και τούτο δεν είναι τυχαίο, καθώς σχετίζεται με τις διεθνείς εξελίξεις αλλά και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής περίπτωσης. Συνολικότερα, ο χώρος δημοσκοπικά δεν απέχει από τις επιδόσεις που κατέγραψε στις τελευταίες ευρωεκλογές. Και αυτό τεκμηριώνει ότι έχει αποκτήσει ρίζες, ιδίως σε φτωχότερες λαϊκές περιοχές, κατεξοχήν της Βόρειας Ελλάδας. Αναφέρομαι σε εκλογείς οι οποίοι δεν θα επιστρέψουν στη ΝΔ ακόμα και αν η τελευταία υιοθετεί σκληρότερη ρητορική σε ζητήματα εθνικής ταυτότητας, ασφάλειας ή μετανάστευσης. Και τούτη η εξέλιξη έχει αξία να συζητιέται δημόσια διότι μπορεί να μας απασχολήσει σε συνθήκες κυβερνητικού αδιεξόδου στις επόμενες κάλπες.
Το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού επέλεξε το τρίπτυχο «Οικογένεια – Μάνα – Ομογένεια», ενώ η παρουσίασή του έγινε στη Θεσσαλονίκη. Από την ομιλία της δεν προέκυψαν ακόμη έντονες ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές, αλλά έχω την αίσθηση ότι η δεξαμενή ψηφοφόρων έχει ήδη επιλεγεί. Θα είναι ένα κόμμα της ακροδεξιάς;
Οι επίσημες θέσεις του κόμματος δεν επιτρέπουν την σαφή κατάταξη του σε συγκεκριμένο χώρο. Η περίπτωση της σε επίπεδο θέσεων τουλάχιστον, περισσότερο θυμίζει το Κίνημα των 5 αστέρων με σαφώς δεξιότερο κέντρο βάρους και εστίαση στη διαφθορά, παρά οτιδήποτε άλλο. Παρόλα αυτά, και ασχέτως διακήρυξης, στην παρουσίαση του κόμματος είδαμε αρκετά εθνικά σύμβολα και μεγάλη δόση ελληνικής επανάστασης και αρχαίας Ελλάδας, και φυσικά θρησκευτικά στοιχεία που δίνουν ένα ορισμένο στίγμα, θυμίζοντας υφολογικά το ΕΠΑΜ ή ίσως και τον σχηματισμό «Σπίθα» του Μίκη Θεοδωράκη. Σε κάθε περίπτωση ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διείσδυση του κόμματος, καθώς δείχνει να έχει σαφώς καλύτερη απήχηση σε νεότερες ηλικίες και ιδιαίτερα στους άντρες, ενώ συνομιλεί κυρίως με άτομα που, είτε αυτοτοποθετούνται στα δεξιά του πολιτικού φάσματος, είτε δεν εκφράζονται γενικότερα από έννοιες, όπως Αριστερά και Δεξιά. Και το τελευταίο χαρακτηριστικό, διαφοροποιεί σημαντικά το κόμμα από όλα τα υπόλοιπα.
Φωτο: Vittoria P. Fachinelli / Flickr





