Ισχυρό κοινωνικό κράτος, στεγαστικό ζήτημα, σύγχρονες δημόσιες υποδομές, ενεργειακή βιωσιμότητα, προστασία του περιβάλλοντος, δίκαιο και προοδευτικό φορολογικό σύστημα, είναι ορισμένες από τις διεκδικήσεις της Αριστεράς που τίθενται επίμονα στον δημόσιο διάλογο. Διεκδικήσεις οι οποίες για την υλοποίηση τους προϋποθέτουν την ενεργοποίηση και συμμετοχή του ανάλογου επιστημονικού και πολιτικού προσωπικού, τον θεσμικό εκσυγχρονισμό του κράτους, και πρωτίστως χρηματοδότηση.
Αναφορικά με το σκέλος της χρηματοδότησης και το -εύλογο- ερώτημα που τίθεται, «που θα βρείτε τα λεφτά;», η πιο συνήθης απάντηση είναι από τη φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου. Είτε με επιθετικό τρόπο, είτε μέσω μίας προσωρινής «πατριωτικής εισφοράς»!
Αναμφίβολα, η φορολογική επιβάρυνση των υψηλότερων εισοδημάτων με ταυτόχρονη ελάφρυνση των λαϊκών στρωμάτων είναι μία πρόταση που βρίσκει σύμφωνη την πλειοψηφία των πολιτών, και υπηρετεί τον στόχο της κοινωνικής συνοχής. Προκύπτουν όμως ορισμένα παρεπόμενα ερωτήματα, όπως: ποιο είναι το ύψος των εσόδων που μπορούν να συγκεντρωθούν, ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες χρηματοδότησης του κοινωνικού κράτους και των δημόσιων υποδομών, και αν είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα μία λύση που στηρίζεται αποκλειστικά στην δίκαιη φορολόγηση και αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου.
Ο Κ. Λαπαβίτσας αναφερόμενος στην Μ. Βρετανία υπογραμμίζει πως, «η αντίληψη ότι τα προβλήματα της Βρετανίας είναι πρωτίστως προβλήματα διανομής –που απαιτούν καλύτερη ρύθμιση, δικαιότερη φορολογία και αποτελεσματικότερη διαχείριση του υφιστάμενου πλαισίου– έχει πλέον εξαντληθεί. Η Βρετανία δεν μπορεί να δημιουργήσει ευημερία, να μειώσει τις ανισότητες ή να ανακτήσει πραγματική οικονομική κυριαρχία χωρίς μια συνειδητή, κρατικά καθοδηγούμενη στρατηγική επαναβιομηχάνισης»[1].
Αν για την περίπτωση της Μ. Βρετανίας που συνιστούσε κάποτε μία οικονομική υπερδύναμη το ζητούμενο είναι η επαναβιομηχάνιση και η αύξηση του εθνικά παραγόμενου πλούτου ώστε να μειωθούν οι κοινωνικές ανισότητες, ας αναλογιστούμε ποιες οφείλουν να είναι οι αντίστοιχες προτεραιότητες για την ελληνική οικονομία που διαχρονικά ήταν ουραγός της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Μέσα σε όλη αυτή τη μονότονη συζήτηση διαρκούς παροχολογίας και βερμπαλισμών που χαρακτηρίζουν τις προεκλογικές περιόδους στη χώρα μας, μία σύγχρονη, δίκαιη, και βιώσιμη αναπτυξιακή πολιτική θα μπορούσε να αποτελεί την προγραμματική αιχμή μίας νέας Αριστερής πρότασης. Ένα αναπτυξιακό πρότυπο που θα βελτιώνει με διατηρήσιμο τρόπο τα εισοδήματα των εργαζομένων και θα αντιπαρατίθεται στη λογική της οικονομικής μεγέθυνσης που ευνοεί τη συγκέντρωση μεγάλου πλούτου σε ένα πολύ μικρό ποσοστό του πληθυσμού.
Ένα εξωστρεφές αναπτυξιακό πρότυπο που θα στηρίζεται στην επιχειρηματικότητα έντασης γνώσης και θα επενδύει στα συνεταιριστικά εγχειρήματα. Θα λειτουργεί με όρους οικονομίας της αποστολής[2], θα αξιοποιεί εργαλεία προνοητικότητας, και θα βασίζεται σε ισχυρούς θεσμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης που θα σχεδιάζουν με κριτήριο τις τοπικές ανάγκες και τις διεθνείς εξελίξεις. Μία οικονομία η οποία θα δημιουργεί μακροπρόθεσμα οφέλη μέσα από την επένδυση στην καινοτομία, και την παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Απέναντι στη νεοφιλελεύθερη εμμονή περί αποτελεσματικότητας των αγορών και της δυναμικής των funds, για την Αριστερά ενορχηστρωτής της νέας αναπτυξιακής προσπάθειας της χώρας οφείλει να είναι το ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο. Ο θεσμός που διαχρονικά αποδεικνύει πως ο σημαντικότερος οικονομικός «πόρος» της χώρας είναι οι πολίτες της. Το ακαδημαϊκό και επιστημονικό προσωπικό σε συνεργασία και διαρκή διάλογο με τον κόσμο της παραγωγής, τους θεσμούς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, και την κοινωνία, μπορούν να εγγυηθούν τον σχεδιασμό ενός αναπτυξιακού μοντέλου το οποίο θα κατανοεί τα κελεύσματα της εποχής και παράλληλα θα υπηρετεί τον δημόσιο συμφέρον.
Η συζήτηση για το αναπτυξιακό μέλλον της χώρας επιβάλλεται να είναι το κατεξοχήν πολιτικό διακύβευμα της περιόδου. Στους παράλληλους μονολόγους που κυριαρχούν στο πολιτικό σκηνικό, οι οποίοι αφορούν τη διαχείριση της συλλογικής μιζέριας, η απάντηση της Αριστεράς θα πρέπει να είναι ένα σχέδιο για μία Ελλάδα που θα παράγει περισσότερο πλούτο και θα τον κατανέμει δίκαια. Μία πρόταση οικονομικής ανάπτυξης που θα στηρίζεται στην γνώση, στην καινοτομία, και σε ισχυρούς δημόσιους θεσμούς, με το Δημόσιο Πανεπιστήμιο θεμελιωτή αυτής της προσπάθειας.
[1] Costas Lapavitsas, Larry Elliott, and Doug Nicholls, Reindustrialise Britain: A Strategy for Wealth Creation (Cambridge: Polity, 2026)
[2] Mazzucato, M. (2021). Mission economy: A moonshot guide to changing capitalism. Penguin UK.





