φωτογραφία: αφιέρωση του πατριάρχη του γαλλικού εθνικισμού και πρωτοφασίστα Μωρίς Μπαρρές προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Είναι το βιβλίο “Ταξίδι στη Σπάρτη”, στο οποίο ο Μπαρρές κάνει ειδική αναφορά στον Καιάδα

«Είμαστε εξτρεμιστές γιατί η ιστορία γράφεται από παράτολμους δημιουργούς με μεταφυσικές παρορμήσεις και όχι από φιλήσυχα ανθρωπάκια, υπηρέτες της Εβραϊκής σαπίλας» (“Εμείς”, Χρυσή Αυγή, τχ 5, Μάιος -Ιούνιος 1981)

«Το έτος 1789 διαγράφεται στο εξής από την ιστορία» (Γιόζεφ Γκέμπελς, 1933)

Από τον Μωρίς Μπαρρές στην ίδρυση του πρώτου Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος

Ο όρος “εθνικοσοσιαλισμός” ταυτίζεται στα μυαλά μας με τον ναζισμό. Ωστόσο, ως όρος εφευρέθηκε στη Γαλλία πολλά χρόνια πριν την εμφάνιση του ναζισμού και αποτύπωνε την ετερόκλητη συμμαχία ενός τμήματος της ριζοσπαστικής αριστεράς με κύκλους της ριζοσπαστικής δεξιάς, ένα διαγώνιο μέτωπο που κύρηξε την ανταρσία ενάντια στις ιδέες του 1789 και στράφηκε εναντίον του φιλελευθερισμού από τη μία και του μαρξισμού από την άλλη. Ο εθνικός σοσιαλισμός υπάρχει στο ιδεολογικό οπλοστάσιο που δημιούργησε ο “πατριάρχης” του Γαλλικού εθνικισμού, Μωρίς Μπαρρές. Από τη “λατρεία του Εγώ” και τον φεντεραλισμό με αναφορές στον αναρχισμό, ο Μπαρρές εξελίχθηκε σε πρωταγωνιστή της καμπάνιας εναντίον του Ντρέιφους και βασικό θεωρητικό του ευρωπαϊκού εθνικισμού, του αντισημιτισμού και του πρωτοφασισμού. Μπορούμε να τον θεωρήσουμε και ως πρόδρομο της Θεωρίας της Μεγάλης Αντικατάστασης, καθώς κατακεραύνωνε τους μετανάστες εργάτες ως “εισβολείς”. Ένας από τους μαθητές του υπήρξε ο Ενρίκο Κοραντίνι, ιδρυτής της Ιταλικής Εθνικιστικής Ένωσης το 1910, η οποία συγχνεύτηκε αργότερα με το φασιστικό κόμμα του Μουσολίνι. Ο Κοραντίνι ανέπτυξε το ιδεολόγημα του Ιταλικού “προλεταριακού έθνους” που έχει δικαίωμα στην αποικιοκρατία και επομένως δεν πρέπει να χάνει δυνάμεις από τις ταξικές συγκρούσεις, αλλά να σφυρηλατήσει την εθνική ενότητα. Αυτός ήταν ο “ιμπεριαλισμός των φτωχών”, όπως ειρωνικά έλεγε ο Λένιν. Ταυτόχρονα, ύμνησε τον πόλεμο και τον αντι-υλισμό: «Ο εθνικισμός είναι υπέρ του πολέμου, που είναι παράγοντας απελευθέρωσης της ανθρωπότητας, ιερό μυστήριο του θανάτου και της ζωής. Ο πόλεμος είναι επίσης μια αξία πνευματικής απελευθέρωσης από την καθολική κυριαρχία του υλισμού, προλεταριακού ή αστικού».1 Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι ο Μπαρρές διατηρούσε σχέσεις και με Έλληνες εθνικιστές πολιτικούς, όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Ίωνας Δραγούμης.

Η ιδέα για τη συγχώνευση του σοσιαλισμού με τον εθνικισμό σε μια αντιμαρξιστική και αντι-υλιστική βάση ξεκινάει στη Γαλλία στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο ακροδεξιός μοναρχικός Σαρλ Μωρράς ήδη από τον Νοέμβριο του 1900 έγραφε: «Ένας σοσιαλισμός απελευθερωμένος από το δημοκρατικό και κοσμοπολίτικο στοιχείο μπορεί να ταιριάξει με τον εθνικισμό όπως ένα καλοφτιαγμένο γάντι σε ένα όμορφο χέρι». Και ο Μωρίς Μπαρρές: «Βλέπουμε πώς ο εθνικισμός γεννά αναγκαστικά τον σοσιαλισμό».

Από τους πρωτοπόρους του εθνικοσοσιαλισμού στη Γαλλία ήταν ο συνδικαλιστής Πιέρ Μπιετρί. Αρχικά υπήρξε μαχητικός σοσιαλιστής και μέλος του Γαλλικού Εργατικού Κόμματος (POF). Το 1899 συμμετείχε ως ηγετική προσωπικότητα στις μεγάλες απεργίες στην περιοχή Belfort-Montbéliard. Τελικά, εγκατέλειψε το POF το 1900, απέρριψε την ταξική πάλη και προσανατολίστηκε σε ιδέες για την εναρμόνιση των σχέσεων κεφαλαίου – εργασίας. Στράφηκε προς τον εθνικισμό και το 1902 ίδρυσε το συνδικάτο “Εθνική Ομοσπονδία Κίτρινων της Γαλλίας”. Ο “κίτρινος σοσιαλισμός” που πρέσβευε ο Μπιετρί έρχονταν σε ρήξη με τον εξισωτικό και διεθνιστικό “κόκκινο σοσιαλισμό”, προτάσσοντας την εθνική αλληλεγγύη και την ταξική συνεργασία. Ο ίδιος ονόμαζε την ιδέα του «propriétisme» (συνδιαχείριση του κεφαλαίου από εργοδότες και εργάτες, αντί για κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής όπως πρέσβευε ο μαρξισμός). Στον “κίτρινο σοσιαλισμό” συναντάμε όλες τις πρώτες ύλες του φασισμού: αντισημιτισμός, αντιμαρξισμός, αντιφιλελευθερισμός, λατρεία του “ηρωικού πνεύματος” και του αυταρχικού κράτους που επιβάλει την εθνική ενότητα και τη συνεργασία των τάξεων, προσήλωση στον “χαρισματικό ηγέτη”. Οι “κίτρινοι σοσιαλιστές” ίδρυσαν το 1903 το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Γαλλίας (Parti socialiste national, PSN) κι ο Μπιετρί εξελέγη βουλευτής το 1906, με κεντρικό πυρήνα του προγράμματός του τον “αντιεπαναστατικό εξτρεμισμό”. Ωστόσο, το εγχείρημα απέτυχε, καθώς δεν μπορούσε να πηδήξει πάνω από τη βαριά σκιά της υπερσυντηρητικής και φιλομοναρχικής Action Française. Το 1910 το εγχείρημα διαλύθηκε και ο Μπιετρί μετακόμισε στην Ινδοκίνα για να διαχειριστεί μια φυτεία καουτσούκ. Πέθανε ξεχασμένος στη Σαϊγκόν τστις 3 Δεκεμβρίου του 1918.

Ο πρωτοφασιστικός “Κύκλος Προυντόν” και η αντιμαρξιστική βάση του Γαλλικού εθνικοσοσιαλισμού

Το 1911 δημιουργήθηκε στη Γαλλία από οπαδούς του συνδικαλιστή Ζωρζ Σορέλ και του ακροδεξιού μοναρχικού Σαρλ Μωρράς ο πρωτοφασιστικός “Κύκλος Προυντόν”. Ένας εκ των ιδρυτών του, ο πρώην ελευθεριακός Ζωρζ Βαλουά, έλεγε πως η οργάνωση δημιουργήθηκε με σκοπό να παράσχει ένα κοινό πλαίσιο για τους εθνικιστές και τους αντιδημοκράτες της λεγόμενης “αριστεράς”, μια πλατφόρμα ένωσης των δυο παραδόσεων που βρέθηκαν αντιμέτωπες στον 19ο αιώνα και πλέον συμμαχούν με σκοπό την ίδρυση μια νέας “αντικαπιταλιστικής” εθνικής οικονομίας: «Καταστρέφοντας την αρχή που θεμελίωσε τη σύγχρονη οικονομία, που επέβαλε στα έθνη το καπιταλιστικό καθεστώς και υπέταξε όλες τις ανθρώπινες αξίες στην αξία του χρυσού· για τη δημιουργία μιας νέας οικονομίας η οποία θα είναι εθνική οικονομία και θα κρίνει όλες τις θεσμικές δομές που αναπτύσσονται από την οικονομία σύμφωνα με τα εχέγγυα/κριτήρια που διασφαλίζουν το γαλλικό αίμα». Το 1911 ο Βαλουά δήλωσε στο Τέταρτο Συνέδριο της ακροδεξιάς φιλομοναρχικής οργάνωσης του Μωρράς, Action Française: «Δεν ήταν απλώς τυχαίο που οι φίλοι μας συνάντησαν τους μαχητές του συνδικαλισμού. Το εθνικιστικό κίνημα και το συνδικαλιστικό κίνημα, όσο ξένα και αν φαίνονται μεταξύ τους, λόγω των τρεχουσών θέσεων και προσανατολισμών τους, έχουν περισσότερους από έναν κοινούς στόχους».

Ο “Κύκλος Προυντόν” συνδύαζε ένα πλήθος φαινομενικά ετερόκλητων στοιχείων, όπως τον επιφανειακό αντικαπιταλισμό, την κριτική της παρακμιακής αστικής κοινωνίας, τον εθνικιστικό συνδικαλισμό και τη συντηρητική επανάσταση με έντονα στοιχεία ανορθολογισμού, αντισημιτισμού και machtpolitik. Στην ουτοπία του “Κύκλου Προυντόν” η υπάρχουσα φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων και ο αστικός υλισμός που οδηγεί την Ευρώπη στην ασφυξία, την αποχαύνωση, την τρυφηλότητα και τον κοινωνικό εκφυλισμό θα αντικατασταθεί από έναν κόσμο βασισμένο στην ανδρεία, την πολεμική ηθική και τον ηρωισμό, έναν κόσμο που θα κυβερνιέται από μια “αριστοκρατία παραγωγών”. Απέναντι στην οκνηρία και τη μαλθακότητα της κοινωνίας ακούγονταν η νιτσεϊκή προσταγή του “ζην επικινδύνως”.

Η περίεργη αυτή οργάνωση δανείστηκε το όνομά της από τον σοσιαλιστή φιλόσοφο Πιέρ Ζοζέφ Προυντόν, κάνοντας βεβαίως μια επιλεκτική ανάγνωση του έργου του, συμβολίζοντας την “ανωτερότητα” του γαλλικού σοσιαλισμού έναντι του Εβραϊκού μαρξισμού.2 Βεβαίως, δεν ήταν μόνο οι Γάλλοι εθνικιστές που ήθελαν να αποκαθάρουν τον “σοσιαλισμό” από τον “εβραϊκό” μαρξισμό. Για τους φασίστες όλων των παραλλαγών ο μαρξισμός και ο ιστορικός υλισμός αντιστοιχούσαν στο πνεύμα και τις ανάγκες του Εβραϊσμού, που η μοναδική του ενασχόληση είναι ο χυδαίος υλισμός, οι απολαύσεις και το κυνήγι των χρημάτων που χλευάζει τα ανώτερα πνευματικά ιδανικά και τις αξίες της φυλής και του αίματος. Ο “προφήτης της παρακμής” Όσβαλντ Σπένγκλερ, για παράδειγμα, με το έργο του “Πρωσσισμός και σοσιαλισμός” (1919) προπαγάνδιζε την «απελευθέρωση του Γερμανικού σοσιαλισμού από τον Μαρξ», υποστηρίζοντας πως η υλιστική βάση του επιστημονικού σοσιαλισμού ήταν αποτέλεσμα της “εβραϊκότητας” του Καρλ Μαρξ. Για τον Καρλ Σμιτ ο μαρξιστικός υλισμός ήταν μια απλή προέκταση του υλισμού της αστικής φιλελεύθερης δημοκρατίας. Απέναντι στον ορθολογιστικό μαρξισμό ο Γερμανικός εθνικιστικός σοσιαλισμός (“σοσιαλισμός της Δεξιάς”) έπρεπε να προτάξει το πεπρωμένο, το ένστικτο, τη θέληση της ισχύος και την αρρενωπότητα. Έγραφε ο Σπένγκλερ: «Να γίνουμε άντρες! Δεν χρειαζόμαστε άλλους ιδεολόγους, ούτε λόγους περί καλλιέργειας, περί παγκόσμιας μπουρζουαζίας και περί της πνευματικής αποστολής των Γερμανών. Χρειαζόμαστε σκληρότητα. Χρειαζόμαστε ένα πιο ατρόμητο σκεπτικισμό: χρειαζόμαστε μια τάξη από χαρακτήρες σοσιαλιστικών αφεντικών. Επαναλαμβάνω: σοσιαλισμός σημαίνει εξουσία, εξουσία και πάλι εξουσία». Η ιδεολογική συγγένεια με τον “Κύκλο Προυντόν” είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού…

Οι ιδρυτές του “Κύκλου Προυντόν” ενσάρκωναν τα αντιφατικά στοιχεία της ιδεολογίας τους στην ίδια τους τη ζωή. Ο επαναστάτης συνδικαλιστής Ζωρζ Βαλουά υπήρξε συνεργάτης του Σορέλ και μαθητής του αναρχικού στοχαστή Ζαν Γκραβ, αλλά εντάχθηκε στην Action Française και υιοθέτησε τον “εθνικό συνδικαλισμό”. Μετά τη ρήξη του με τον Μωρράς ίδρυσε το κόμμα Faisceau, μιμούμενος τον Ιταλικό φασισμό (1925). Το Faisceau υπήρξε μικρό κόμμα, αλλά κατάφερε να οργανώσει παραστρατιωτικές “λεγεώνες”, οι οποίες συγκρούονταν με την αστυνομία, τις ομάδες περιφρούρησης του ΚΚ, αλλά και με παραστρατιωτικούς της Action Française. Τον Νοέμβριο του 1926 υπήρξε ένοπλη σύγκρουση με μέλη των Camelots du Roi του Μωρράς, μετά από επίθεση μελών του Faisceau στα κεντρικά γραφεία της Action Française στο Παρίσι. Το 1927 ο Βαλουά παραιτήθηκε από την ηγεσία του κόμματος και το 1928 διαγράφηκε κατηγορούμενος για απόπειρα επαναπροσέγγισης της αριστεράς. Για ένα μικρό διάστημα προσπάθησε να λειτουργήσει το Ρεπουμπλικανικό Συνδικαλιστικό Κόμμα και το 1934 αιτήθηκε να γίνει μέλος του σοσιαλιστικού SFIO, αλλά η αίτησή του απορρίφθηκε. Κατά τη διάρκεια της κατοχής ανέπτυξε έντονη αντιστασιακή δράση, συνεργαζόμενος με σοσιαλιστές και κομμουνιστές. Συνελήφθη από τη Γκεστάπο τον Απρίλιο του 1944 και πέθανε το Φεβρουάριο του 1945 στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπέργκεν – Μπέλσεν. Έτσι, ο ιδρυτής του πρώτου καθαρόαιμου φασιστικού κόμματος στη Γαλλία μετατράπηκε σε ηρωική μορφή του αντιφασιστικού αγώνα…

ο Ζωρζ Βαλουά, από τους ιδρυτές του πρωτοφασιστικού “Κύκλου Προυντόν”

Ο Εντουάρ Μπερ είναι μια ακόμα ξεχωριστή φυσιογνωμία του Κύκλου Προυντόν. Υπήρξε μαθητής του Σορέλ, συντάκτης του περιοδικού Le Mouvement socialiste και φίλος του Βαλουά. Προσπάθησε να συνδυάσει τον μαρξισμό με τον βιταλισμό του Μπεργκσόν και από το 1908 έκανε εθνικιστική στροφή. Εντάχθηκε στο ακροδεξιό φιλομοναρχικό κίνημα και συμμετείχε στη συγκρότηση του “Κύκλου Προυντόν”. Αργότερα απομακρύνθηκε από την ακροδεξιά, υποστήριξε την ρωσική επανάσταση και πλησίασε το Κομμουνιστικό Κόμμα. Τελικά, ήρθε σε ρήξη με τους μπολσεβίκους και προσέγγισε εκ νέου τον επαναστατικό συνδικαλισμό. Πέθανε στις 25 Ιανουαρίου του 1939, πριν την έναρξη του πολέμου.

Μια άλλη ενδεικτική περίπτωση είναι αυτή του επαναστάτη συνδικαλιστή Υμπέρ Λαγκαρντέλ, ο οποίος ξεκίνησε ως αντιεθνικιστής και υποστηρικτής του Ντρέιφους, συμμετείχε στο μαρξιστικό Εργατικό Κόμμα του Ζιλ Γκεντ, προσωπικού φίλου του Πωλ Λαφάργκ, ίδρυσε το Le Mouvement socialiste και συμμετείχε στη CGT. Το 1926, όμως, εντάχθηκε στο φασιστικό κίνημα Faisceau του Βαλουά, αλλά ακολούθησαν διαφορετική διαδρομή κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής. Ενώ ο Βαλουά εντάχθηκε στην Αντίσταση, ο Λαγκαρντέλ συνεργάστηκε με τους ναζί. Το 1942 τοποθετήθηκε στη θέση του υπουργού Εργασίας στη δωσιλογική κυβέρνηση του Ανρί-Φιλίπ Πεταίν, ενώ μετά τον πόλεμο καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη ως συνεργάτης των κατακτητών. Τελικά, έκατσε μόλις τρία χρόνια στη φυλακή, καθώς του δόθηκε χάρη.

Ακόμα μια ξεχωριστή περίπτωση ανθρώπου της Γαλλικής αριστεράς που διολίσθησε στον φασισμό υπήρξεο ο Γκυστάβ Ερβέ. Αρχικά υπήρξε ριζοσπαστικός σοσιαλιστής, μαχητικός αντιπατριώτης, φλογερός διεθνιστής και ιδρυτής του La Guerre sociale (Κοινωνικός Πόλεμος). Θεωρούσε ότι ο πατριωτισμός στρέφεται εναντίον της εργατικής τάξης και στα άρθρα του χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο «Sans-Patrie» (Χωρίς Πατρίδα). Διώχθηκε πολλές φορές εξ αιτίας της αντιμιλιταριστικής του δράσης και φυλακίστηκε για 26 μήνες. Όταν αποφυλακίστηκε το 1912 κάτι είχε αλλάξει και προσχώρησε στον εθνικισμό. Άλλαξε το όνομα του εντύπου που εξέδιδε σε La Victoire, υπερασπίστηκε την είσοδο της Γαλλίας στον πόλεμο, έγινε οπαδός του Μουσολίνι και το 1919 προσπάθησε να ιδρύσει ένα Εθνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, χωρίς επιτυχία. Το 1922 αποκάλεσε τον Μουσολίνι «γενναίο Ιταλό σύντροφο». Το 1933 ενθουσιάστηκε με την άνοδο των ναζί στην εξουσία στη Γερμανία, αλλά απογοητεύθηκε από τις αντισημιτικές διώξεις και άρχισε να παίρνει αποστάσεις. Σταδιακά μετατοπίζονταν στην Καθολική πίστη. Υποστήριξε από το 1935 τον Πεταίν, αλλά κατά τη διάρκεια της κατοχής η δωσιλογική κυβέρνηση και η Γκεστάπο τον αντιμετώπισαν με δυσπιστία. Μπήκε στο στόχαστρο των Γερμανών ως κρυφός οπαδός του Σαρλ ντε Γκωλ. Πέθανε ξεχασμένος το 1944.

Σχετικά με τον ρόλο του Σορέλ στην ανάδυση του πρωτοφασισμού

Η περίπτωση του Γάλλου θεωρητικού του επαναστατικού συνδικαλισμού Ζωρζ Σορέλ είναι κομβική για να κατανοήσουμε την ανάδυση του πρωτοφασισμού και τον αντικαπιταλιστικό/ επαναστατικό του μανδύα. Οι ιδεολογικές ταλαντεύσεις του Σορέλ άνοιξαν δρόμους για διαφορετικές ερμηνείες ή παρερμηνείες της σκέψεις του. Ο ίδιος ο Μουσολίνι τον τοποθετούσε σε κεντρική θέση, παρ’ ότι ο Σορέλ προς το τέλος της ζωής του θαύμαζε την ενεργητικότητα των μπολσεβίκων και εξέφραζε επιφυλάξεις για την άνοδο του φασισμού στην Ιταλία. Έγραφε, λοιπόν, ο Μουσολίνι: «στο μεγάλο ποτάμι του φασισμού θα βρείτε τα ρεύματα που ξεκίνησαν από τον Σορέλ». Μετά το θάνατο του Σορέλ η Ιταλική φασιστική επιθεώρηση Gerarchia, έγραφε: «Ίσως ο φασισμός να έχει την τύχη να εκπληρώσει μια αποστολή που αποτελεί την έμμεση επιδίωξη ολόκληρου του έργου του δασκάλου του συνδικαλισμού [του Σορέλ δηλαδή]: να αποσπάσει το προλεταριάτο από την κυριαρχία του Σοσιαλιστικού κόμματος, να το ανασυγκροτήσει με βάση την πνευματική ελευθερία και να το εμψυχώσει με την πνοή της δημιουργικής βίας. Αυτή θα ήταν η αληθινή επανάσταση που θα διαμόρφωνε τις μορφές της Ιταλίας του αύριο».

Στο όνομα ενός αναθεωρημένου και κολοβού μαρξισμού ο Σορέλ ανακάτεψε μυστικιστικά και βιταλιστικά στοιχεία στη σοσιαλιστική του διδασκαλία. Η έννοια του “μύθου” που κινητοποιεί τις λαϊκές μάζες ήρθε να αμφισβητήσει τον “οικονομικό ντετερμινισμό” του Μαρξ και να ανακατέψει την πολιτική δράση του προλεταριάτου με ανορθολογικά στοιχεία. Μια τέτοια θεωρία μπορεί εύκολα να γίνει οικειοποιήσιμη από την εθνικιστική δεξιά, την οποία προσέγγισε ο Σορέλ σε μια φάση της ζωής του. Στη θέση του “μύθου” της γενικής απεργίας που κινητοποιεί το προλεταριάτο μπαίνει ο “μύθος” του πολεμικού ενθουσιασμού που κινητοποιεί αναζωογονεί τα έθνη.

Υπάρχουν πολλές ιστορικές προσεγγίσεις για την αμφιλεγόμενη κληρονομιά του Σορέλ. Πολλοί ιστορικοί αμφισβητούν πως ο ίδιος είχε κάποια εμπλοκή ή είχε εγκρίνει τη δράση των μαθητών του στον “Κύκλο Προυντόν”. Ο ίδιος μετά την Οκτωβριανή επανάσταση ενθουσιάστηκε με την ενεργητικότητα και την αποφασιστηκότητα του Λένιν και τον χαρακτήριζε ως τον μεγαλύτερο θεωρητικό του σοσιαλισμού μετά τον Μαρξ. Το 1919 πρόσθεσε ένα παράρτημα στο κλασικό του έργο “Σκέψεις για τη βία”, στο οποίο υπερασπίζοταν τον Λένιν. Στο κείμενο αυτό ο Σορέλ αποδίδει την “κόκκινη τρομοκρατία” σε εβραϊκή συνωμοσία: «Φαίνεται ότι ήταν οι Εβραίοι που είχαν εισέλθει στο επαναστατικό κίνημα αυτοί που ευθύνονται κυρίως για τα τρομοκρατικά μέτρα που καταλογίζονται στους μπολσεβίκους. Αυτή η υπόθεσή μου φαίνεται ιδιαίτερα λογική δεδομένου ότι η παρέμβαση των Εβραίων στην Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία δεν ήταν ευχάριστη». Ήδη από το 1912 ο Σορέλ είχε δημοσιεύσει αντισημιτικά κείμενα στο εθνικιστικό περιοδικό L’Indépendance. Στα κείμενά του αυτά ο εκφράζεται αρνητικά για τους Εβραίους “εισβολείς” και θετικά για τον ηγέτη της εθνικιστικής δεξιάς Σαρλ Μωρράς.

έντυπο του “Κύκλου Προυντόν”, στο οποίο συναντάμε άρθρο του Σαρλ Μωρράς για τον Πιέρ Ζοζέφ Προυντόν. Γράφει ο ηγέτης της μοναρχικής ακροδεξιάς για τον σοσιαλιστή φιλόσοφο: “Πατριώτης, με την έννοια που έδιναν στη λέξη οι άνθρωποι του 1840, του 1850 και του 1860, δεν ξέρω αν ήταν. Αλλά ήταν εθνικιστής όπως ένας Γάλλος του 1910”.

Παρ’ ότι ο Σορέλ εκφράστηκε με θαυμασμό για τον Λένιν, δεν υπήρξε η ανάλογη αντιμετώπιση από τον ηγέτη των μπολσεβίκων. Τα αισθήματα δεν ήταν αμοιβαία. Στο βιβλίο του “Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός” ο Λένιν γράφει: «Κάνετε λάθος κύριε Πουανκαρέ: τα έργα σας αποδεικνύουν ότι υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να σκεφτούν μόνο το παράλογο. Σ’ αυτούς ανήκει και ο γνωστός ασυνάρτητος Ζωρζ Σορέλ».

Ο συγκρητιστικός χαρακτήρας της φασιστικής ιδεολογίας

Ίσως να φαίνεται περίεργη όλη αυτή η αντιφατική πολιτική διαδρομή που είχαν οι πρωτοφασίστες και όσοι τους ακολούθησαν στα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως ο ιστορικός φασισμός υπήρξε η κατ’ εξοχήν συγκρητιστική ιδεολογία, ενώ όταν ήταν υπό διαμόρφωση (πριν καταλάβει την πολιτική εξουσία) εκμεταλλεύτηκε τη ρευστότητα των πολιτικών συνόρων της εποχής, αντλώντας δυναμικό τόσο από την αριστερά όσο κι από τη δεξιά. Ο ίδιος τοποθετούσε τον εαυτό του πέρα από τα παραδοσιακά πολιτικά σχήματα της αριστεράς και της δεξιάς, του καπιταλισμού και του κομμουνισμού. Αναζητούσε τον “τρίτο δρόμο”, αντλώντας στοιχεία από διάφορα ιδεολογικά και φιλοσοφικά ρεύματα. Όπως έγραφαν οι Μπενίτο Μουσολίνι και Τζιοβάνι Τζεντιλε στο Δόγμα του Φασισμού (1933): «Ο φασισμός αντλεί από τα απομεινάρια φιλελεύθερων, σοσιαλιστικών και δημοκρατικών θεωριών εκείνα τα στοιχεία που έχουν ακόμα ουσία. Κρατάει εκείνα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως επίκτητα στοιχεία της ιστορίας κι απορρίπτει όλα τα υπόλοιπα, δηλαδή την ιδέα ότι ένα δόγμα μπορεί να είναι καλό για πάντα και για όλους τους λαούς». Σύμφωνα με τους Μουσολίνι και Τζεντίλε, ο 19ος αιώνας υπήρξε ο αιώνας του φιλελευθερισμού, του σοσιαλισμού και της δημοκρατίας, ενώ ο 20ος είναι ένας αιώνας φασιστικός. Ένας αιώνας αντιατομικιστικός και βίαιος, στον οποίον επικρατούν τα πραγματιστικά στοιχεία του φασισμού: ο ηρωισμός, η ανδρεία και η θέληση για δύναμη. Ο φασισμός ορίζεται ως πνευματική αντίληψη εναντίον του υλιστικού θετικισμού του 19ου αιώνα. Και επιπλέον, ως αντίληψη θρησκευτική (ως πολιτική θρησκεία), μέσω της οποίας: «ο άνθρωπος καθρεφτίζεται στην έμφυτη σχέση του με έναν ανώτερο νόμο». Ο φασισμός δεν είναι ένα στενό εθνικιστικό/ τοπικιστικό δόγμα. Προσαρμόζεται στις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε χώρας και αποκτά ειδικές εθνικές μορφές. Έλεγε ο Μουσολίνι: «Η ιδεολογία δεν πρέπει να είναι ένας χιτώνας του Νέσσου, που προσκολάται σε εμάς εις τους αιώνας των αιώνων, αφού το αύριο είναι κάτι μυστηριώδες και απρόβλεπτο».

Ο Μουσολίνι (όπως και πολλοί φασίστες) προέρχονταν από την αριστερά και μέχρι το τέλος της ζωής του δήλωνε σοσιαλιστής. Υπήρξε αρχικά επιφανές στέλεχος του Σοσιαλιστικού Κόμματος και προσπάθησε να δημιουργήσει μια ιδιότυπη μίξη μαρξισμού, νιτσεϊσμού και σορελισμού. Ο ίδιος σε συνέντευξή του στον Γερμανοεβραίο συγγραφέα Εμίλ Λούντβιχ το 1932 περηφανευόταν για την παλιότερη ριζοσπαστική του δράση που τον οδήγησε 11 φορές στη φυλακή, ενώ εκθείαζε τον Μαρξ ως βαθιά κριτική ευφυϊα: «Ήταν αναπόφευκτο ότι θα γινόμουν ένας φανατικός σοσιαλιστής, ένας Μπλανκιστής, ένας κομμουνιστής. Κουβαλούσα στην τσέπη μου ένα μενταγιόν με το κεφάλι του Μαρξ επάνω. Νομίζω ότι το θεωρούσα ένα είδος φυλαχτού». Αυτές οι ακροβασίες δημιούργησαν κατά καιρούς αντίστοιχες συγχύσεις, καθώς πολλοί εκπρόσωποι της παραδοσιακής δεξιάς τοποθετούν τα φασιστικά κινήματα όχι στα δεξιά, αλλά στα αριστερά του πολιτικού φάσματος.

Σύλληψη του Μουσολίνι στην Ελβετία για τη ριζοσπαστική σοσιαλιστική του δράση. Από οργανωτής απεργιών ο Μουσολίνι λίγα χρόνια μετά θα γίνει ιδρυτής του μεγαλύτερου απεργοσπαστικού μηχανισμού στην ιστορία, του φασισμού

Ωστόσο, ο μουσολινικός “σοσιαλισμός” απέρριπτε τη μαρξιστική θεωρία της πάλης των τάξεων ως κινητήριου μοχλού της ιστορίας και χλεύαζε την επαναστατική απόπειρα δημιουργίας αταξικής κοινωνίας. Ο φασιστικός “σοσιαλισμός” στόχευε στην αρμονική συνεργασία των τάξεων (δηλαδή στη διαιώνιση της κυριαρχίας της άρχουσας τάξης), οι οποίες προκύπτουν από τη φυσική ιεραρχία. Η ταξική συνεργασία προκύπτει μόνο κάτω από την μπότα ενός ισχυρού αυταρχικού κράτους που βάζει φρένο στην ασυδοσία και την ανομία του εργατικού κινήματος, αλλά και στην απληστία των μεμονωμένων καπιταλιστών. Εγγυητής το εθνικού “σοσιαλισμού” είναι το κορπορατιστικό κράτος και όχι το προλεταριάτο, που είναι απείθαρχο και έχει νηπιακή πολιτική αντίληψη. Και φυσικά, ο φασισμός χλεύαζε και οποιαδήποτε εξισωτική ιδέα. Η μόνη ισότητα που μπορεί να επιτευχθεί είναι αυτή των χαρακωμάτων, της κοινότητας των γενναίων αντρών που αντιμετωπίζουν από κοινού το φάσμα του θανάτου. Ο πόλεμος σφυρηλατεί την ενότητα του έθνους απέναντι στη διαβρωτική εσωτερική πάλη των τάξεων, ενώ ο ιμπεριαλισμός είναι έκφραση της ανθρώπινης ζωτικής ενέργειας. Το ζήτημα της εσωτερικής διχόνοιας “λύνεται” με την απορρόφηση του προλεταριάτου στον κοινό αγώνα ολόκληρου του έθνους. Για τον Κοραντίνι ο εσωτερικός πόλεμος ανάμεσα σε προλεταριάτο και αστική τάξη αντικαθίσταται με τον πόλεμο ανάμεσα στα πλουτοκρατικά και προλεταριακά (Λευκά) έθνη. Η Ιταλία ως “προλεταριακό έθνος” είχε το δικαίωμα της αποικιακής επέκτασης. Το ίδιο “δικαίωμα στην αποικιοκρατία” επικαλούνταν και ο Χίτλερ, όταν έγραφε: «Η Γερμανία ποτέ δεν ζήτησε αποικίες για στρατιωτικούς σκοπούς, αλλά αποκλειστικά για οικονομικούς λόγους(…) Εξυπακούεται ότι θα διεκδικίσουμε ξανά και ξανά αποικίες για την πυκνοκατοικημένη μας χώρα».

Ο φασισμός στην αιχμή της αντιπρολεταριακής αντεπανάστασης

Στην πράξη, παρά τη ριζοσπαστική του φρασεολογία, το ποικιλόμορφο εθνικοσοσιαλιστικό/ φασιστικό κίνημα συγκροτήθηκε ως απεργοσπαστικός μηχανισμός και εμπροσθοφυλακή της αντιπρολεταριακής αντεπανάστασης. Για το σκοπό αυτό ενισχύθηκε από μεγάλους καπιταλιστές και γαιοκτήμονες, που έβλεπαν τον φιλελεύθερο καπιταλισμό να αντιμετωπίζει ακόμα μια βαθιά δομική κρίση. Ο επιδερμικός “αντικαπιταλισμός” του αφορούσε τον αυθαίρετο διαχωρισμό ανάμεσα σε ένα παραγωγικό εθνικό κεφάλαιο και σ’ ένα άλλο παρασιτικό/ τοκογλυφικό κεφάλαιο, συσκοτίζοντας έτσι την εκμεταλλευτική βάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ο οποίος είναι ενιαίος και δεν τεμαχίζεται σε “παραγωγικό” και “παρασιτικό”). Συχνά πυκνά οι Εβραίοι ήταν αυτοί που ταυτίζονταν με το “παρασιτικό” κεφάλαιο (όπως άλλωστε και με τον μαρξισμό). Ο Γερμανός κοινωνιολόγος και οικονομολόγος Βέρνερ Ζόμπαρτ, ο οποίος πέρασε μερικά φεγγάρια ως “μαρξιστής”, το 1911 με το βιβλίο του “Οι Εβραίοι και η οικονομική ζωή” (στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις ναζιστικές εκδόσεις Λόγχη με τίτλο “Οι Εβραίοι και ο καπιταλισμός”), προχωρά σε ταύτιση των Εβραίων με την απληστία, τον υλισμό και την αδηφάγα κερδοσκοπία, ενώ τους Γερμανούς τους συνδέει με την παραγωγική εργασία. Για τον Ζόμπαρτ η αντίθεση ανάμεσα στο Γερμανικό και το Εβραϊκό πνεύμα αντιπροσωπεύει την αντίθεση ανάμεσα στους “ηρωικούς” και τους “εμπορικούς” λαούς. Ο εβραϊσμός μέσω του καπιταλισμού διαλύει την πληρότητα της φυσικής ζωής που είναι ριζωμένη στο έδαφος και τις παραδόσεις: «Ο ορθολογισμός είναι το ουσιαστικό γνώρισμα του Ιουδαϊσμού, όπως και του καπιταλισμού». Τέλος, για τον Ζόμπαρτ οι ΗΠΑ είναι εβραϊκή χώρα και ο αμερικανισμός είναι: «αποσταγμένο εβραϊκό πνεύμα».

Πανταχού παρών βρίσκεται και ο παραδοσιακός συνωμοσιολογικός αντισημιτισμός, ο οποίος συνδυάζεται με τον αντιμπολσεβικισμό και την “αντιπλουτοκρατική” λογοκοπία. Ο Μουσολίνι έγραφε στην “Il popolo d’ Italia” στις 4 Ιουλίου του 1919: «Εάν η Πετρούπολη δεν καταρρεύσει, εάν ο Ντενίκιν καθυστερεί, είναι γιατί το θέλουν έτσι οι μεγάλοι Εβραίοι τραπεζίτες του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης, ενωμένοι με δεσμούς αίματος με τους άλλους Εβραίους που στη Μόσχα και στη Βουδαπέστη παίρνουν την εκδίκησή τους εναντίον της Άριας φυλής που τους είχε καταδικάσει στην εξορία για τόσους αιώνες. Στη Ρωσία το 80% των επικεφαλής των Σοβιέτ είναι Εβραίοι. Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται στα χέρια των Εβραίων. Όποιος κατέχει τα χρηματοκιβώτια των λαών, κατευθύνει την πολιτική τους. Πίσω από τις μαριονέτες του Παρισιού βρίσκονται οι Ρότσιλντ, οι Βάρμπουργκ, οι Σιφ και οι Γκούγκενχαϊμ, οι οποίοι έχουν το ίδιο αίμα με τους κυρίαρχους της Πετρούπολης και της Βουδαπέστης. Η φυλή δεν προδίδει τη φυλή. Ο μπολσεβικισμός προστατεύεται από τη διεθνή πλουτοκρατία. Αυτή είναι η ουσιαστική αλήθεια. Η διεθνής πλουτοκρατία ελέγχεται και κυριαρχείται από τους Εβραίους Μήπως δεν είναι ο μπολσεβικισμός η εκδίκηση του Εβραϊσμού κατά του Χριστιανισμού; (…) Ο μπολσεβικισμός προστατεύεται από τη διεθνή πλουτοκρατία, αυτή είναι η ουσιαστική αλήθεια. Η διεθνής πλουτοκρατία η οποία άγεται και ελέγχεται απόλυτα από τους Εβραίους, έχει υπέρτατο συμφέρον ο δημόσιος βίος στη Ρωσία να διολισθήσει μέχρι του σημείου της κυτταρικής αποσύνθεσης».

Ο γνωστός Αμερικανός ποιητής και αυτοσχέδιος οικονομολόγος Έζρα Παόυντ στο φυλλάδιο “Η Αμερική, ο Ρούσβελτ και τα αίτια του παρόντος πολέμου”, το οποίο έγραψε για λογαριασμό της φασιστικής κυβέρνησης του Σαλό το 1944, έκανε τον ίδιο διαχωρισμό ανάμεσα στο “παραγωγικό” και το “παρασιτικό” κεφάλαιο. Υιοθέτησε την κλασική συνωμοσιολογική θεωρία περί ενός ενιαίου, σκοτεινού κέντρου λήψης αποφάσεων που κατευθύνει τη μοίρα της ανθρωπότητας: «Η πραγματική κυβέρνηση βρίσκονταν, βρίσκεται και πάντοτε θα βρίσκεται στο παρασκήνιο. Το “δημοκρατικό” σύστημα λειτουργεί ως εξής. Δυο ή περισσότερα κόμματα, όλα τους ακολουθώντας εντολές του συστήματος των τοκογλύφων, εμφανίζονται στη δημόσια σκηνή». Για την ακρίβεια, οι τοκογλύφοι που διαθέτουν τον καθολικό έλεγχο της πολιτικής σκηνής είναι οι Εβραίοι. Αυτοί είναι που ξεκινάν τους πολέμους για να υποδουλώσουν τα έθνη. Στην οικονομική του ανάλυση φυσικά δεν υπάρχει χώρος για την όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, παρά μόνο μοχθηρά πρόσωπα σαν τους Ρότσιλντ: «Οι πόλεμοι προκαλούνται διαδοχικά, εσκεμμένα, από τους μεγάλους τοκογλύφους, ώστε να δημιουργηθούν χρέη, να προκληθεί σπανιότητα αγαθών, ώστε να αποκομίσουν τους τόκους από τα χρέη αυτά, ώστε να μπορέσουν να αυξήσουν την τιμή του χρήματος». Αν και Αμερικάνος, ο Έζρα Παόυντ στήριξε την φασιστική Ιταλία και τη ναζιστική Γερμανία, θεωρώντας πως όλοι οι πόλεμοι ξεκινάνε από τους μοχθηρούς Εβραίους τοκογλύφους. Ο φασισμός απλά αμύνεται απέναντι σε αυτήν την Εβραϊκή επιθετικότητα. Όπως έλεγε, μόνο το χειρουργικό νυστέρι του φασισμού μπορεί να αφαιρέσει από το σώμα των εθνών τη νεοπλασία της τοκογλυφίας. Κι εδώ συναντάμε πάλι τον επιδερμικό “αντικαπιταλισμό”: «Ο πόλεμος αυτός δεν οφείλετε σε κάποια ιδιοτροπία του Μουσολίνι ή του Χίτλερ. Ο πόλεμος αυτός αποτελεί εκδήλωση του επίγειου πολέμου ανάμεσα στους τοκογλύφους και τους χωρικούς, ανάμεσα στους κυρίαρχους του χρήματος και σε οποιονδήποτε πραγματοποιεί μια τίμια, καθημερινή εργασία με το μυαλό ή τα χέρια του». Ο Πάουντ μιλάει μάλιστα ακόμα και για «αφεντικά της πλουτοκρατίας».

9 Ιουλίου 1958. Ο Αμερικανός ποιητής Έζρα Πάουντ χαιρετάει φασιστικά κατά την άφιξή του στην Ιταλία μετά την απελευθέρωσή του από ψυχιατρικό ίδρυμα στις ΗΠΑ

Ακόμα μια εμβληματική μορφή φασίστα ηγέτη που προέρχονταν από την αριστερά ήταν ο Βρετανός αριστοκράτης Sir Όσβαλντ Μόσλεϊ. Αρχικά υπήρξε στέλεχος του Συντηρητικού Κόμματος, αλλά γρήγορα προσχώρησε στους Εργατικούς. Το 1927 εξελέγη στην Εθνική Εκτελεστική Επιτροπή του Εργατικού Κόμματος. Το 1929 διορίστηκε καγκελάριος του Δουκάτου του Λάνκαστερ, ενώ συμμετείχε στην κυβέρνηση του Τζέιμς Ράμσεϊ ΜακΝτόναλντ ως υπεύθυνος για το ζήτημα της ανεργίας. Παραιτήθηκε από το Εργατικό Κόμμα μετά την απόρριψη πρότασης δέσμης μέτρων κεινσιανού χαρακτήρα για την ενίσχυση του βιοτικού επιπέδου των ανέργων. Το 1932 ίδρυσε τη Βρετανική Ένωση Φασιστών, εξασφαλίζοντας την υποστήριξη τμήματος της αστικής τάξης, όπως ο Γουίλιαμ Μόρις της ομώνυμης αυτοκινητοβιομηχανίας και ο “Βαρώνος του τύπου” Λόρδος Ρόδερεμιρ. O Μόσλεϊ διακήρρυτε την ένωση εθνικισμού και σοσιαλισμού, λέγοντας πως όποιος αγαπάει την πατρίδα του είναι εθνικιστής και όποιος αγαπάει τον λαό του είναι σοσιαλιστής. Ως φασίστας ο Μόσλεϊ ήταν υπέρ ενός “σοσιαλισμού” ταξικής συμφιλίωσης κεφαλαίου και εργασίας: γι αυτόν η διαφορά μεταξύ καπιταλισμού και φασισμού ήταν πως στον πρώτο το κεφάλαιο χρησιμοποιεί το έθνος για τους δικούς του σκοπούς, ενώ στον δεύτερο το έθνος χρησιμοποιεί το κεφάλαιο για το κοινό καλό. Ταυτόχρονα, ακολουθώντας τη λατρεία του ηρωικού αντι-υλισμού και του βιταλισμού καλούσε τους οπαδούς του να βαδίσουν μαζί του σε μια μεγάλη και ριψοκίνδυνη περιπέτεια…

Πως μπορούμε, λοιπόν, να πάρουμε στα σοβαρά τον “σοσιαλισμό” και τον “αντικαπιταλισμό” του φασισμού;

Η επίθεση εναντίον της κληρονομιάς του Διαφωτισμού

Ο φασιστικός συγκρητισμός και η ανομοιογένεια που εκφράζεται από τους εθνικούς φασισμούς (και τις διάφορες παραλλαγές) δημιουργεί κάποιες δυσκολίες στην ανάλυση. Για παράδειγμα, ο βιολογικός φυλετισμός που πρωταγωνιστεί στον γερμανικό ναζισμό απουσιάζει από άλλα φασιστικά κινήματα, ενώ ο αντισημιτισμός που βρίσκεται στο κέντρο του ναζισμού παρουσιάζει σημαντικές διαβαθμίσεις και διαφοροποιήσεις σε άλλα φασιστικά (ή φασίζοντα) κινήματα. Η φασιστική Ιταλία έλαβε τα πρώτα φυλετικά μέτρα κατά των Εβραίων το 1938, ενώ για χρόνια ενίσχυσε ακροδεξιούς σιωνιστές παραστρατιωτικούς. Από το 1938 και μετά, βεβαίως, ευθυγραμμίστηκε με τη σκληρή ναζιστική αντισημιτική πολιτική. Ο καθολικός φασίστας Ρομπέρτο Φαρινάτσι σε διάλεξή του το 1938 για την εκλαϊκευση των φυλετικών νόμων στο χριστεπώνυμο Ιταλικό πλήθος, προσπαθώντας να εξηγήσει την αλλαγή πλεύσης της φασιστικής κυβέρνησης και να θεμελιώσει τον αντισημιτισμό πάνω στη θρησκευτική παράδοση του Καθολικισμού, έλεγε: «Του επιτρέπεται να ζει και να αναπνέει του Εβραίου, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι θα νιώθει κάθε στιγμή υποτελής του χριστιανού». Στην Ελλάδα το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Γεωργίου Μερκούρη δεν έβαζε στο κέντρο του τον αντισημιτισμό, ενώ ταυτόχρονα η Εθνική Ένωση Ελλάς (3Ε) προχώρησε σε ένοπλα αντισημιτικά πογκρόμ, με τη βοήθεια της ακροκεντρώας βενιζελικής κυβέρνησης. Στο Βέλγιο, σύμφωνα με τον ηγέτη των ρεξιστών χριστιανοφασιστών Λεόν Ντεγκρέλ, «πριν τον πόλεμο ουδέποτε το REX υπήρξε αληθινά αντισημιτικό. Οι δημαγωγικές κινήσεις των Εβραίων με εκνεύριζαν, είναι αλήθεια. Όπως επίσης είναι αλήθεια πως δεν τους είχα ιδιαίτερα στην καρδιά μου(…) Όμως, τους άφηνα στην ησυχία τους, Μπορούσαν να είναι μέλη του REX όπως οποιοσδήποτε άλλος. Ο αρχηγός του REX των Βρυξελλών, μετά από την εκλογική μας νίκη του 1936, ήταν Εβραίος». Βεβαίως, μετά την εισβολή των Γερμανών τα στρατεύματα κατοχής με τη βοήθεια των ρεξιστών κι άλλων φασιστικών ομάδων οδήγησαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το θάνατο χιλιάδες Εβραίους. Υπήρξαν, δηλαδή, δευτερεύουσας πτυχής διαφοροποιήσεις ανάμεσα στους κάθε λογής φασίστες, για παράδειγμα ανάμεσα σε αυτούς που η βάση του αντισημιτισμού τους ήταν ο βιολογικός φυλετισμός και σ’ αυτούς που είχαν ως βάση έναν επιδερμικό “αντικαπιταλισμό”, ταυτίζοντας τους Εβραίους με το “παρασιτικό” τραπεζικό κεφάλαιο και τον εμπορικό τυχοδιωκτισμό.

Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, εκτός από το δομικό αντισημιτισμό, μπορούμε να εντοπίσουμε κι άλλα κοινά χαρακτηριστικά που συγκροτούν το ιδεολογικό ρεύμα του ιστορικού φασισμού. Ένα από αυτά είναι η σφοδρή επίθεση στην κληρονομιά του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης και ό,τι παράχθηκε από εκεί (μεταξύ των οποίων και το σύγχρονο εκκοσμικευμένο σοσιαλιστικό, αναρχικό και κομμουνιστικό κίνημα, αλλά και τα πολιτικά δικαιώματα που δόθηκαν στους Εβραίους).3

Ο φασισμός, λοιπόν, δεν είναι απλά ανορθολογικός. Ανορθολογικές αντιλήψεις, όπως η θεϊκή παρέμβαση στη διαδικασία διαμόρφωσης της ιστορικής πραγματικότητας ή η ύπαρξη θαυμάτων, είναι ευρέως διαδεδομένες και διάχυτες στην κοινωνία. Οι φορείς τέτοιων απόψεων δεν είναι κατ’ ανάγκη φασίστες ή συντηρητικοί πολιτικά. Μπορεί κάλλιστα να είναι και προοδευτικοί άνθρωποι.4 Άλλωστε, πολλά από τα συστατικά στοιχεία του φασισμού (εθνικισμός, μιλιταρισμός, κοινωνικός δαρβινισμός, ευγονική ψευδο-επιστήμη κλπ) προϋπήρχαν στον κατά τ΄ άλλα φιλελεύθερο κόσμο.5 Ο φασισμός/ εθνικοσοσιαλισμός, λοιπόν, δεν είναι απλά ανορθολογικός. Είναι κάτι περισσότερο: είναι αντι-ορθολογιστικός. Θέλει να σβήσει δια παντός την κοσμοαντίληψη που πήγασε από το Διαφωτισμό, την αστική επανάσταση του 1789 και τις προλεταριακές εξεγέρσεις του 19ου και 20ου αιώνα. Επιδιώκει την επιστροφή του θρησκευτικού και ιδεαλιστικού τρόπου θέασης της ζωής (Τζεντίλε). Θέλει την επαναμάγευση του κόσμου απέναντι στην επιστημονική απομάγευσή του, την κυριαρχία της ζωτικής ορμής απέναντι στην κυριαρχία της ύλης, την κοινότητα του αίματος και των ενστίκτων απέναντι στην εξορθολογισμένη και άψυχη κοινότητα του πνεύματος, της αρρενωπής φυσικής ισχύος και της ωμότητας απέναντι στην εκθήλυνση της κοινωνίας. Από εκεί απορρέει και η λατρεία του για τη δημιουργία επιβλητικού τελετουργικού περιβάλλοντος.6 Όπως αναφέρει και η Χρυσή Αυγή στο καταστατικό της: «Η εποχή μας είναι βαθιά άπιστη, το αίσθημα φυλακίστηκε στο δεσμωτήριο του ανελέητου κριτικού ορθολογισμού». Το σύνθημα της εθνικοσοσιαλιστικής οργάνωσης Ιαχή σε συλλαλητήριο ενάντια στις νέες ταυτότητες τον Σεπτέμβριο του 2023 είναι εύγλωττο και σαφές: “Ολική αντίσταση ενάντια στον καρκίνο της νεωτερικότητας”.

δείγμα φασιστικού αντιορθολογισμού. Περιοδικό Κίνημα, τεύχος 100 (Αύγουστος 1982)

Είναι σαφές, όμως, πως η κριτική της νεωτερικότητας από τον φασισμό και τα παρακλάδια του γίνεται από αντιδραστική σκοπιά και όχι από τη σκοπιά της ταξικής χειραφέτησης. Ο φασισμός/ εθνικοσοσιαλισμός συγκροτήθηκε ιδεολογικά ως ρομαντισμός υψηλής τεχνολογίας (σύμφωνα με τον Τόμας Μαν) ή ως ατσαλένιος ρομαντισμός (σύμφωνα με τον Γκέμπελς). Και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο μπορούμε να βρούμε ένα σημείο προσέγγισης μιας “αριστεράς” που χάνει την πυξίδα της και απαρνιέται την υλιστική/ διαλεκτική θεώρηση της ιστορίας ευθυγραμιζόμενη με αντιδραστικά ιδεολογήματα, όπως η “συντηρητική επανάσταση”, η παραδοσιοκρατία, ο Völkisch μυστικισμός, ο ανορθολογισμός και ο εθνικισμός.

Σημειώσεις:

  1. Η εξύμνηση του σφαγείου του ιμπεριαλιστικού πολέμου ως θριάμβου του ηρωικού πνεύματος έναντι του υλισμού και την αρρενωπότητας έναντι της εκθήλυνσης της κοινωνίας είναι μια σταθερά στα κινήματα της “Συντηρητικής Επανάστασης” και τον φασισμό/ εθνικοσοσιαλισμό. Ο “αριστοκράτης των γραμμάτων” και πρόδρομος του εθνικοσοσιαλισμού Έρνστ Γιούνγκερ‎‎ αποκαλούσε των πόλεμο ως: «δικιά μας μητέρα, που μας γέννησε σαν μια νέα φυλή στο πυρακτωμένο στήθος των οδοφραγμάτων». Στο βιβλίο του “Καταιγίδα από ατσάλι”, που περιγράφει τις εμπειρίες του από τη συμμετοχή του στα χαρακώματα του Πρώτου παγκόσμιου πόλεμου, γράφει: «Είχαμε μεγαλώσει σε μια υλιστική εποχή και στον καθένα από εμάς φώλιαζε η λαχτάρα για μεγάλες εμπειρίες, που όμοιές τους δεν είχαμε ποτέ ως τότε δοκιμάσει. Ο πόλεμος είχε μπει μέσα μας σαν το κρασί. Είχαμε ξεκινήσει κάτω από μια βροχή από λουλούδια, για να επιδιώξουμε τον ηρωικό θάνατο. Ο πόλεμος ήταν το όνειρό μας για μαγαλείο, για δύναμη και για δόξα. Ήταν μια δουλειά ανδρική, μια μονομαχία στους αγρούς που τα άνθη της επρόκειτο να βαφτούν με αίμα. Δεν υπάρχει πιο υπέροχος θάνατος στον κόσμο... αρκεί να μη μείνεις σπίτι, αρκεί να γίνεις ένα με τους υπόλοιπους...». Παρά τις αρειμάνιες ιαχές του, ο Γιούνγκερ αρνήθηκε τις προσφορές για ένταξή του στο ναζιστικό καθεστώτος, καθώς θεωρούσε πως με τον πληβειακό του χαρακτήρα προδίδει το αριστοκρατικό πνεύμα. Κατά τη διάρκεια του Δεύτερου παγκόσμιου πολέμου υπηρέτησε ως αξιωματικός της Βέρμαχτ στο κατεχόμενο Παρίσι. Οι απόψεις του‎‎ για τον πόλεμο άλλαξαν όταν πληροφορήθηκε για τον θάνατο του 18χρονου γιου του στα πεδία μαχών της Ιταλίας. Έγραφε στο ημερολόγιό του στις 13 Ιανουαρίου του 1945, δυο μέρες αφού πληροφορήθηκε για το θάνατο του γιου του:«Το καλό μου παιδί βρήκε τον θάνατο στις 29 Νοεμβρίου του 1944. Ήταν δεκαοκτώ ετών. Πέθανε από πυροβολισμό στο κεφάλι ενώ βρισκόταν σε αναγνωριστική περιπολία στα μαρμάρινα βουνά της Καρράρα στην Κεντρική Ιταλία και, όπως ανέφεραν οι σύντροφοί του, πέθανε ακαριαία. Δεν μπόρεσαν να τον πάρουν μαζί τους, αλλά λίγο αργότερα τον έφεραν πίσω με ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο. Βρήκε την τελευταία του κατοικία στο νεκροταφείο του Τουριλιάνο κοντά στην Καρράρα». Τρεις μέρες αργότερα έγραφε: «Ο θάνατος του γιου προσθέτει μία από αυτές τις ημερομηνίες, ένα από τα κρίσιμα σημεία καμπής στη ζωή μου. Τα πράγματα, οι σκέψεις, οι πράξεις πριν και μετά διαφέρουν». Ο Γιούνγκερ υποπτεύονταν πως ο γιος του είχε εκτελεστεί από τα SS, καθώς είχε πέσει σε δυσμένεια λόγω συζητήσεων που έκανε με συμπολεμιστές του εναντίον της συνέχισης του πολέμου. ‎‎
  2. Ο ίδιος ο Προυντόν ελέγχεται για αντισημιτισμό, καθώς σε ένα αδημοσίευτο απόσπασμα από τις σημειώσεις του έγραφε πως η Εβραϊκή φυλή είναι εχθρός της ανθρωπότητας και δηλητηριάζει τα πάντα. Πρότεινε την απέλαση των Εβραίων από τη Γαλλία, κλείσιμο των συναγωγών και τον αποκλεισμό τους από κάθε εργασία. Έφτανε ακόμα και στο σημείο να ζητάει εξόντωση των Εβραίων ή απέλασή τους στην Ασία. Το απόσπασμα αυτό έχει προκαλέσει ζωηρές κουβέντες, με τους προυντονικούς να επισημαίνουν πως τελικά ο δάσκαλός τους δεν το δημοσίευσε τελικά και απλως βρέθηκε στα σημειωματάριά του.
  3. Σύμφωνα με τον πατέρα του ψευδο-επιστημονικού φυλετισμού Ζοζέφ Αρτύρ ντε Γκομπινώ η Γαλλική Επανάσταση πραγματοποιήθηκε από τους μιγάδες που γεννήθηκαν από τη συνεύερεση των θυγατέρων των Γαλατορωμαίων και των Φράγκων κατακτητών. Το 1789, δηλαδή, ήταν ακόμα ένα αποτέλεσμα του εκφυλισμού που προέρχεται από την επιμειξία των φυλών και την αλλοίωση της ποιότητας του αίματος που δημιουργεί την εθνική και φυλετική παρακμή.

4. Ωστόσο, για να μην υπάρχουν παρερμηνείες πρέπει να ειπωθεί πως οι κάθε είδους ανορθολογικές μπουρδολογίες αποτελούν αντανάκλαση της κυρίαρχης ιδεολογίας και με κανέναν τρόπο δεν έρχονται σε σύγκρουση μαζί της. Ο ανορθολογισμός, παρ’ ότι διάχυτος κοινωνικά και πολιτικά, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως πολιτικά ουδέτερο φαινόμενο. Αποτελεί εύφορο έδαφος για την ανάπτυξη αντιδραστικών πολιτικών ρευμάτων (μεταξύ των οποίων και του φασισμού).

5. Για παράδειγμα, όταν οι Γερμανοί το 1904 απάντησαν στην εξέγερση των Χερέρο στη Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική με γενοκτονικό πόλεμο, ο στρατηγός Λόταρ φον Τρότα που έλαβε τη διαταγή εξόντωσης μίλησε για φυλετικό πόλεμο ενάντια σε θνήσκοντες και παρακμάζοντες. Στη χειρόγραφη διαταγή έγραφε: «Αυτή η εθνότητα οφείλει να εξολοθρευθεί και να πάψει να υφίσταται». Το εκστρατευτικό σώμα του Τρότα σκότωσε 70 χιλιάδες ιθαγενείς, δεν άφησε ζωντανό ούτε έναν αιχμάλωτο πολέμου, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά εγκαταλείφθηκαν στη μοίρα τους στην έρημο. Οι επιζήσαντες Χερέρο κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας, που γρήγορα μετατράπηκαν σε στρατόπεδα εξόντωσης. Ας σημειωθεί ότι πρώτος κυβερνήτης του προτεκτοράτου της Γερμανικής Νοτιοδυτικής Αφρικής ήταν ο Χάινριχ Γκέρινγκ, πατέρας του γνωστού ναζί Χέρμαν Γκέρινγκ. Ο ναζισμός, λοιπόν, δεν ήταν κάποιου είδους εξαίρεση στον κανόνα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, αλλά παροξυσμική μορφή της Γερμανικής (και ευρύτερα της Ευρωπαϊκής) αποικιοκρατίας. Άξιο τέκνο του καπιταλισμού δηλαδή…

  1. Ο Ρουμάνος χριστιανοφασίστας Κορνέλιου Κοντρεάνου, ιδρυτής της “Λεγεώνας του Αρχάγγελου Μιχαήλ ” (που έγινε γνωστότερη ως “Σιδηρά Φρουρά”) κατά τη διάρκεια των κομματικών συγκεντρώσεων εμφανίζονταν έφιππος και ντυμένος στα λευκά, με σκοπό τη δημιουργία μυστικιστικού κλίματος. Ήθελε να εμφανίζεται ως μια υπερκόσμια παρουσία και να θυμίζει τον Αρχάγγελο Μιχαήλ που θα εκδικούνταν τους εχθρούς του Ρουμανικού έθνους.