Το παρόν της έρευνας στην Ελλάδα βρίσκεται σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο σταυροδρόμι. Με την απεργία της 10ης Ιουνίου 2026, οι εργαζόμενοι στα Ερευνητικά Κέντρα και Ινστιτούτα της χώρας ενώσαμε τις φωνές μας για να αναδείξουμε την αγωνία μας για το μέλλον του κλάδου. Η Έρευνα δεν είναι μια απλή πολυτέλεια, αλλά κινητήριος δύναμη που μπορεί να οδηγήσει την οικονομία σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, απεγκλωβίζοντάς την από τη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού. Αν και η ερευνητική δραστηριότητα προσελκύει σημαντικά ευρωπαϊκά και ιδιωτικά κεφάλαια, προσφέροντας παράλληλα λύσεις σε κρίσιμους τομείς όπως η υγεία, η ενέργεια και η κλιματική αλλαγή, ο επαγγελματικός βίος στον ερευνητικό χώρο χαρακτηρίζεται από συστημικές δυσλειτουργίες που δυσχεραίνουν βαθιά την αποτελεσματικότητα των Ερευνητικών Φορέων.
Αυτή η αναντιστοιχία ανάμεσα στην προσφορά και την αντιμετώπιση της έρευνας ξεκινάει από την απουσία μιας ενιαίας εθνικής στρατηγικής. Η έλλειψη σχεδιασμού αποτυπώθηκε έντονα πέρυσι με την ηχηρή παραίτηση διεθνώς επιφανών επιστημόνων από μέλη του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας (ΕΣΕΤΕΚ), μια κίνηση που ανέδειξε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο την απουσία ουσιαστικού διαλόγου μεταξύ της Πολιτείας και της ερευνητικής κοινότητας. Αυτό ήταν όμως απλά το επιστέγασμα μιας σειράς ζητημάτων που διαχρονικά μαστίζουν τον ερευνητικό χώρο. Η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Καινοτομίας (ΓΓΕΚ), ο επιβλέπων κυβερνητικός φορέας για τα Ερευνητικά Κέντρα αλλά και υπεύθυνος για τις εθνικές προσκλήσεις ανταγωνιστικών έργων, αποτελεί εδώ και δεκαετίες «μπαλάκι» μεταξύ του υπουργείου Ανάπτυξης και του υπουργείου Παιδείας, χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με την ερευνητική κοινότητα. Ως αποτέλεσμα, οι δύο κεντρικοί δημόσιοι πυλώνες της έρευνας, Πανεπιστήμια και Ερευνητικά Κέντρα, κατά περιόδους να στεγάζονται σε διαφορετικά υπουργεία, όπως άλλωστε συμβαίνει και τα τελευταία χρόνια. Το διαχρονικό αίτημα των ελληνων ερευνητών για ανεξάρτητο υπουργείο Έρευνας και Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, κατά τα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών κρατών, μόνο πρόσφατα άρχισε να συζητείται από την κυβέρνηση, με την ίδια να εξαγγέλλει την ίδρυσή του και να συστήνει επιτροπή σχεδιασμού, αν και η ακαδημαϊκή κοινότητα τηρεί δικαιολογημένα επιφυλακτική στάση μέχρι να δει τις τελικές εισηγήσεις.
Ταυτόχρονα, τα διαφορετικά νομικά καθεστώτα (ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ) των ερευνητικών ιδρυμάτων και οι πολλές «γκρίζες ζώνες» της νομοθεσίας μαρτυρούν την απουσία ενός ξεκάθαρου πλαισίου που θα διευκολύνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητά τους. Μια παρωχημένη νομοθεσία, σε συνδυασμό με τις σποραδικές τροπολογίες και την εισαγωγή ολοένα και περισσότερων αγκυλώσεων του στενού δημόσιου τομέα στο χώρο της έρευνας, εγκλωβίζει τους επιστήμονες σε μια δυσβάσταχτη γραφειοκρατία. Πολύτιμος χρόνος σπαταλάται σε διαχειριστικά ζητήματα, επιβραδύνοντας την έρευνα και πλήττοντας τη θέση μας στο διεθνές στερέωμα.
Πέρα από τα θεσμικά εμπόδια, η κατάσταση επιβαρύνεται καθοριστικά από τη συνεχιζόμενη οικονομική ασφυξία. Η χρηματοδότηση κυμαίνεται στο 1,54% του ΑΕΠ, όμως το 80% αυτής προέρχεται από ευρωπαϊκά και άλλα ανταγωνιστικά έργα. Ο τακτικός προϋπολογισμός καλύπτει οριακά τις βασικές ανάγκες μισθοδοσίας, αναγκάζοντας τους ελληνες ερευνητές σε μια αδιάκοπη αναζήτηση πόρων προκειμένου να είναι σε θέση να υλοποιήσουν την επιστημονική τους δραστηριότητα. Όμως, ακόμη και σε αυτό το ανταγωνιστικό πλαίσιο, η εθνική χρηματοδότηση είναι ανύπαρκτη τα τελευταία έτη, με το ΕΛΙΔΕΚ να μην έχει εκδώσει νέες προσκλήσεις τα τελευταία δύο έτη και τους πόρους του ΕΣΠΑ να εκκρεμούν πολύ πέραν των χρονοδιαγραμμάτων. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η συστηματική ώθηση προς την «αμυντική καινοτομία» φαντάζει ως μία διέξοδος χρηματοδότησης, δημιουργώντας όμως εύλογους προβληματισμούς στην επιστημονική κοινότητα για τον τρόπο αξιοποίησης της παραγόμενης γνώσης από τέτοιου είδους έρευνα.
Το μεγαλύτερο τίμημα αυτής της κατάστασης το πληρώνουν οι ίδιοι οι άνθρωποι της έρευνας. Ένα συντριπτικό ποσοστό, που αγγίζει το 70%, εργάζεται υπό καθεστώς πολυετούς εργασιακής ομηρίας με ολιγόμηνες συμβάσεις εργασίας, δελτία παροχής υπηρεσιών ή ανασφάλιστες υποτροφίες. Την ίδια στιγμή, το μόνιμο προσωπικό μειώνεται σταθερά, καθώς δε γίνονται νέες προσλήψεις ούτε καν για την αντικατάσταση του προσωπικού που συνταξιοδοτείται. Επιπλέον, οι απολαβές παραμένουν δυσανάλογα χαμηλές, με νέους υψηλών προσόντων επιστήμονες να ξεκινούν με μισθούς οριακά πάνω από τον βασικό, βλέποντας ταυτόχρονα την προϋπηρεσία τους στον ιδιωτικό τομέα ή το εξωτερικό να μην αναγνωρίζεται, περιορίζοντας περαιτέρω τα εισοδήματά τους.
Η κινητοποίηση της 10ης Ιουνίου αποτέλεσε μια ύστατη έκκληση προς την Πολιτεία για την προστασία του επιστημονικού δυναμικού της χώρας. Η θέσπιση ενός σύγχρονου νομικού πλαισίου, η ουσιαστική αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης και η σταθερή ροή πόρων, η εξασφάλιση αξιοπρεπών αμοιβών και η οριστική λύση στο ζήτημα της εργασιακής επισφάλειας δεν αποτελούν απλώς συνδικαλιστικά αιτήματα. Είναι οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις για να μπορέσει η επιστήμη και η καινοτομία να ανθίσουν στην Ελλάδα, προσφέροντας στην κοινωνία και την οικονομία τα οφέλη που πραγματικά έχουν τη δυναμική να προσφέρουν.
Φωτο: Σωματείο ΣΕΡΕΤΕ / Facebook
Ο Κώστας Χατζηγιαννάκης είναι πρόεδρος του Συλλόγου Εργαζομένων στο ΙΤΕ (ΣΕΙΤΕ)





