Απότομη προσγείωση για την ελληνική οικονομία

Σε πείσμα των αναπτυξιακών πανηγυρισμών της κυβέρνησης, η ελληνική οικονομία βρίσκεται ανάμεσα στην Σκύλλα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και στη Χάρυβδη της εγχώριας χαμηλής παραγωγικότητας.

Τον Απρίλιο 2025, το ΔΝΤ δημοσίευσε τις τελευταίες προβλέψεις του, σύμφωνα με τις οποίες θα υπάρξει επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης στην παγκόσμια οικονομία αλλά όχι ύφεση. Συγκεκριμένα, εκτιμά πως φέτος η παγκόσμια οικονομία θα επεκταθεί κατά 2,8% έναντι 3,3% το 2024, των ΗΠΑ αντίστοιχα κατά 1,8% από 2,8% πέρσι, της Ευρωζώνης κατά 0,8% (όσο περίπου και πέρσι, 0,9%) και της Κίνας κατά 4% έναντι 5% το 2024.

Στο μεταξύ, η αμερικανική οικονομία συρρικνώθηκε σε ετησιοποιημένη βάση κατά 0,3% το πρώτο τρίμηνο 2025. Αυτό σημαίνει ότι, αν ο ρυθμός συρρίκνωσης του πρώτου τριμήνου συνεχιζόταν αμετάβλητος για ολόκληρο το έτος, το ΑΕΠ θα μειωνόταν συνολικά κατά 0,3% το 2025. Δεδομένου, μάλιστα, ότι οι αρνητικές αναπτυξιακές επιπτώσεις της δασμολογικής πολιτικής Τραμπ δεν έχουν ακόμη καταγραφεί, το πιθανότερο είναι να δούμε περαιτέρω επιδείνωση στο υπόλοιπο του έτους. Ότι το ΔΝΤ θεωρεί πως η Ευρωζώνη δεν θα επηρεαστεί από αυτές και πως θα διατηρήσει σταθερό το ρυθμό επέκτασης του ΑΕΠ της, ενόσω η Γερμανία είναι εδώ κι ένα χρόνο σε ύφεση, και ότι η Κίνα θα γνωρίσει οριακή επιβράδυνση, ενώ αποτελεί το βασικό στόχο των δασμών Τραμπ, αποτελούν άλλες δύο εξωπραγματικές υποθέσεις του διεθνούς οργανισμού που κατά πάσα πιθανότητα θα διαψεύσει η σκληρή οικονομική πραγματικότητα.

Κι ερχόμαστε στο «ελληνικό οικονομικό θαύμα» για το οποίο πανηγυρίζει η κυβέρνηση της ΝΔ. Με τη Γερμανία σε ύφεση και την ΕΕ να ακολουθεί κατά πόδας, ποιος νοήμων άνθρωπος πιστεύει ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να μεγεθύνεται κατά 2%, όπως προβλέπει το ΔΝΤ; Και μιλάμε για απλή μεγέθυνση κι όχι για ανάπτυξη, αφού, όπως αποδείξαμε ήδη στο «Από υποξαιμία πάσχει η ελληνική οικονομία», η μεν πλειονότητα της κοινωνίας δεν συμμετέχει στα οφέλη της μεγέθυνσης (αυτός είναι ο λόγος που η κυβέρνηση τρέχει τελευταία να μοιράσει επιδόματα), το δε προβληματικό παραγωγικό μοντέλο στην τελευταία εξαετία παραμένει αμετάβλητο σχεδόν, υπερχρεωμένο, με πολύ αδύναμους παραγωγικούς τομείς (βιομηχανία, γεωργία, έρευνα, νέες τεχνολογίες) και με απόλυτη εξάρτηση από την εξωγενή δραστηριότητα (βλ. μόνιμα ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο), δηλαδή τουρισμό, ναυτιλία, ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), καθώς και εισροές ξένων άμεσων επενδύσεων.

Σημειώνεται πως το ΤΑΑ, παρά τους ευσεβείς πόθους που καλλιεργούνταν μέχρι πρόσφατα, δεν θα πάρει παράταση. Θα ολοκληρωθεί μέχρι και τα τέλη Αυγούστου. Η Ελλάδα και όλες οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ θα πρέπει μέχρι τότε να τρέχουν έργα που θα ολοκληρωθούν μέχρι και το τέλος του 2026. Βραχυχρόνιος είναι, λοιπόν, ο χρονικός ορίζοντας χρηματοδότησης της οικονομίας από το ΤΑΑ. Αν δε, στο μεταξύ, η κλιμακούμενη ύφεση στη Δύση περιορίσει τα έσοδα από ναυτιλία και τουρισμό, είναι προφανές πως η όψιμη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας θα έχει άδοξο τέλος. Ενδείξεις για μια καθαρή εξασθένιση της οικονομικής ανάκαμψης ανιχνεύουμε ήδη στη φθίνουσα δυναμική των εξαγωγών, της βιομηχανικής παραγωγής και των δεικτών εμπιστοσύνης στην οικονομία.

Και μιλάμε για ανάκαμψη κι όχι για ανάπτυξη, όπως θέλει να την παρουσιάζει η κυβέρνηση της ΝΔ. Γιατί ανάπτυξη δεν σημαίνει συσσώρευση υπερκερδών από τα καρτέλ και εξαγωγή τους σε εξωχώριους φορολογικούς παραδείσους, ούτε επενδύσεις σε ακίνητα για χρυσές βίζες, ή εξαγορές ήδη υφισταμένων εταιριών. Ανάπτυξη σημαίνει ικανότητα προσέλκυσης ξένων παραγωγικών επενδύσεων ικανών να αυξήσουν την παραγωγική ικανότητα της χώρας, όπως αυτή καθρεφτίζεται στην αύξηση της παραγωγικότητας της οικονομίας.

Όπως, όμως, μας πληροφορεί το ΔΝΤ: «Η αύξηση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας παρέμεινε στάσιμη από την Ευρωπαϊκή Κρίση Χρέους το 2010, εν μέρει λόγω των χαμηλών επενδύσεων εν μέσω μεγάλης απομόχλευσης. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, παρά τις σημαντικές μεταρρυθμίσεις στη ρύθμιση της αγοράς προϊόντων που αποσκοπούσαν στη βελτίωση της νομοθεσίας με τις πρακτικές της ΕΕ, ο πραγματικός αντίκτυπος αυτών των μεταρρυθμίσεων στην παραγωγικότητα ήταν ανάμεικτος… Ενώ ένας σημαντικός αριθμός επιχειρήσεων έχει γίνει πιο παραγωγικός και πολλές νέες επιχειρήσεις με υψηλό δυναμικό έχουν εισέλθει στην αγορά, δεν έχουν επεκταθεί αρκετά γρήγορα για να αυξήσουν την παραγωγικότητα ολόκληρης της οικονομίας.

Από την Ευρωπαϊκή Κρίση Χρέους, εν μέσω μεγάλης απομόχλευσης και χαμηλών επενδύσεων, η συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής (ΣΠΣ) στην Ελλάδα –κεφάλαιο, εργασία και υλικά– συνέχισε να μειώνεται μέχρι πρόσφατα… Συγκριτικά, η ΣΠΣ στη ζώνη του ευρώ έχει αυξηθεί κατά 9,7% κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Δεδομένου ότι η παραγωγική τεχνολογία θα έπρεπε να είχε παραμείνει σταθερή, αν όχι να έχει προχωρήσει με την πάροδο του χρόνου, η κακή κατανομή των πόρων είναι πιθανώς ο κύριος ένοχος πίσω από την υποτονική αύξηση της παραγωγικότητας στην Ελλάδα» (IMF Country Report No. 25/86, GREECE, April 2025, SELECTED ISSUES).

Αυτή είναι η εκτίμηση του ΔΝΤ, το οποίο φυσικά μόνο για αριστερές πεποιθήσεις δεν μπορεί να κατηγορηθεί, και η ευθύνη για την κακή κατανομή των πόρων βαρύνει βεβαίως την κυβέρνηση που, με την χαμηλή παραγωγικότητα που αφήνει να έχει η οικονομία, καθιστά την ανάκαμψη μη βιώσιμη. Τώρα, πώς το ΔΝΤ προβλέπει ανάκαμψη 2% για την ελληνική οικονομία, παρά το κάκιστο διεθνές περιβάλλον και την χαμηλή εγχώρια παραγωγικότητα, είναι μία αντίφαση που συχνά χρωματίζει τη γλώσσα του διεθνούς οργανισμού ο οποίος –όπως όλοι οι διεθνείς οργανισμοί– φροντίζει πάντα να καλλιεργεί υπεραισιόδοξο κλίμα την ίδια ώρα που υποδεικνύει και τις παγίδες ή τους κινδύνους που εμφιλοχωρούν στα σενάρια αυτά.

Την εξέλιξη της ελληνικής παραγωγικότητας και τη θέση ουραγού που καταλαμβάνει στην ΕΕ διακρίνουμε στα παρακάτω δύο διαγράμματα.

Το ζήτημα είναι ότι ύστερα από δεκαπέντε χρόνια σκληρών δοκιμασιών για τον ελληνικό λαό, και αντίθετα απ’ όσα ισχυρίζεται η κυβέρνηση της ΝΔ με την άνεση της εξωγενούς ανάκαμψης (βλ. ΤΑΑ), οι παθογένειες της ελληνικής οικονομίες παραμένουν ουσιαστικά αναλλοίωτες. Όσο το 50% περίπου των επενδύσεων θα πηγαίνουν σε μη παραγωγικούς τομείς (κατασκευές, κατοικίες, εξοπλισμοί), κι όσο τα κέρδη θα φεύγουν στο εξωτερικό ή θα τροφοδοτούν αυτό το προβληματικό παραγωγικό πρότυπο, η ανάπτυξη θα είναι λέξη κενή περιεχομένου για την ελληνική οικονομία και κοινωνία.